Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Οι κυβερνώντες παγιδεύτηκαν σε μια επικοινωνιακή πατέντα.

Για άλλη μία φορά οι κυβερνώντες παγιδεύτηκαν σε μια επικοινωνιακή πατέντα, αδιαφορώντας για τις πολιτικές παραμέτρους των επιλογών τους.
Γνωρίζοντας πως καλούνται να πάρουν επώδυνες αποφάσεις, καλλιέργησαν την εικόνα ότι ανθίστανται. Δημιούργησαν κλίμα τεχνητής έντασης με τους πιστωτές, χρησιμοποιώντας τη «σκληρή διαπραγμάτευση» για λαϊκή κατανάλωση. Κι όλα αυτά για να αντιμετωπίσουν την αμφισβήτηση της πολιτικής τους και να συντηρήσουν την επισφαλή τους κυριαρχία. Μολονότι είχαν τη δυνατότητα να κλείσουν την αξιολόγηση, δεν το έπραξαν. Η εσκεμμένη ολιγωρία τους υπαγορεύτηκε από την πεποίθησή τους να καταστήσουν τη διαπραγμάτευση πρωτίστως επικοινωνιακό εργαλείο. Στην ουσία η κυβέρνηση για άλλη μία φορά υποκαθιστά την πολιτική με την επικοινωνία. Δεν είναι τυχαίο ότι, ενώ αποδέχτηκε μέτρα 5,4 δισ. ευρώ, προβάλλει υπέρμετρα την αντίθεσή της για το προληπτικό πακέτο των 3,6 δισ. ευρώ. Ετσι ο πρωθυπουργός επανέκαμψε στη μόνιμη επωδό της «πολιτικής διαπραγμάτευσης», ζητώντας σύγκληση του Συμβουλίου Κορυφής. Αυτό είχε πράξει και πέρυσι τον Ιούλιο, υπερεκτιμώντας τη σημασία αντίστοιχων ενεργειών. Και μολονότι τότε τα αποτελέσματα υπήρξαν οδυνηρά για τη χώρα, είναι προφανές πως και τώρα επιδιώκει να στήσει εκ νέου σκηνικό δράματος. Ωστόσο, αγνοεί το στοιχειώδες: οι ευθύνες για την περαιτέρω βύθιση της Ελλάδας και της οικονομίας στην κρίση βαρύνουν αποκλειστικά την κυβέρνησή του.
Η απόρριψη της πρότασής του για Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον εξέθεσε. Η πρωτοβουλία του ήταν άστοχη. Αφενός γιατί δεν είχε προετοιμάσει την αποδοχή της και αφετέρου διότι θα μετέφερε στο ανώτατο επίπεδο τη δυστοκία ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, δυσχεραίνοντας περαιτέρω τη διαπραγματευτική θέση της χώρας. Ο Αλέξης Τσίπρας, αδυνατώντας να θεμελιώσει στρατηγική πρόταση για την έξοδο από την κρίση, επένδυσε επικοινωνιακά στη «σκληρή διαπραγμάτευση«. Μια αστόχαστη επιλογή, με αποδέκτη το εκλογικό του ακροατήριο. Απευθυνόμενος σ' αυτό επιχειρεί να συγκαλύψει την αποδοχή των μνημονιακών μέτρων, αλλά και να αποτρέψει τις τάσεις αποσυσπείρωσης των εκλογέων του. Ομως η αέναη και αντιπαραγωγική διαδικασία διαπραγματεύσεων που στην πραγματικότητα επέλεξε, αντιστρατεύεται τα συμφέροντα της χώρας και της οικονομίας, εγκλωβίζοντας και τον ίδιο σε πολιτικά αδιέξοδα.

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Όταν θα λέμε ανάσταση θα εννοούμε σταύρωση,

Πριν από λίγες μέρες ο πρωθυπουργός εξέδωσε το καθιερωμένο μήνυμα της παρηγοριάς, παρόμοιο με τα συνήθη που απευθύνουν στους βαριά ασθενείς... «ώσπου να βγει η ψυχή τους», καθώς το εκφράζει εύστοχα ο λαός σε ανάλογες περιπτώσεις. Είπε, λοιπόν, επί λέξει: «Μαζί με την Ανάσταση θα έρθει και η ανάσταση της οικονομίας». Θα έπρεπε όμως να συνεχίσει την πρόταση ως εξής «και μετά την ανάσταση θα ακολουθήσει η σταύρωση». Δυστυχώς, στην περίπτωση της Ελλάδος καμία ανάσταση δεν διαρκεί, σε λίγο καιρό έρχεται εκ νέου η σταύρωση και πάει λέγοντας σε έναν φαύλο κύκλο αναστάσεων και σταυρώσεων. Το ξέρουμε ότι τα δέντρα δεν βγάζουν εκατοστάευρα αλλά μη μας δουλεύετε από πάνω.
Δεν χρειάζεται να καταναλώνετε την όποια ευφυΐα (αν διαθέτετε) στην εφεύρεση λογιστικών αλχημειών, ταχυδακτυλουργιών, εφευρετικών υπολογισμών που παράγουν από τη μύγα ξίγκι και επιδιώκουν να μας πείσουν ότι με λιγότερα ευρώ στην τσέπη μας είμαστε πιο πλούσιοι! Αυτά τα πράγματα πάνε πακέτο και το ένα φέρνει το άλλο, δηλαδή η κακή κατάσταση της οικονομίας αναγκάζει τους κυβερνώντες να ψεύδονται εν γνώσει τους και το κάνουν διαστρέφοντας τις έννοιες της ελληνικής γλώσσας και ανατρέποντας τους κανόνες της λογικής και της αριθμητικής. Αν μετά από χρόνια περάσει η κρίση και οι επόμενες γενιές κάνουν ταμείο των απωλειών, εκεί που θα διαπιστώσουν το μεγάλο έλλειμμα δεν θα είναι τόσο στην έλλειψη των χρημάτων αλλά στη διαστροφή της γλώσσας και των εννοιών. Η γλώσσα δεν είναι μικρό πράγμα. Δεν είναι η φλυαρία του τηλεοπτικού και του ιντερνετικού κόσμου αλλά η δομική σταθερότητα των εννοιών. Οι μεγάλοι ποιητές το κατανόησαν και ο μεν Σολωμός το διατύπωσε... ότι έγνοια του είναι η ελευθερία και η γλώσσα και ο Ελύτης ότι... μονάχη έγνοια του είναι η γλώσσα στις αμμουδιές του Ομήρου.
Με την προϊούσα διαστροφή των εννοιών όταν θα λέμε ανάσταση θα εννοούμε σταύρωση, όταν θα λέμε ευημερία θα εννοούμε εξαθλίωση, όταν θα λέμε Αριστερά θα εννοούμε κάποιο ασαφές εξοντωτικό πολιτικό σύστημα εξορκίζοντας το κακό με τη χρήση όμορφων λέξεων, κενών όμως περιεχομένου, ακόμα και αντιθέτου προς το πρωταρχικό νόημα όπως λ.χ. λέμε Εύξεινος Πόντος και εννοούμε τον άγρια, την αφιλόξενη Μαύρη Θάλασσα. Πρώτο μέλημα μετά την πάροδο της κρίσης θα πρέπει να είναι η αναθεώρηση των λεξικών για να φύγουμε από την κατάρα της Βαβέλ.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

Το παν είναι η εξουσία. Πάση θυσία.

Αν το σχήμα ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μπορεί να κατηγορηθεί τεκμηριωμένα για κυβερνητισμό, η αξιωματική αντιπολίτευση και οι συνοδοιπορούντες διεκδικούν την ενσάρκωση του τυφλού αντικυβερνητισμού. Μιας πολιτικής στάσης και πρακτικής που οριοθετείται αποκλειστικά από την αποτυχία της κυβέρνησης. Εντός αυτού του πλαισίου ανασαίνει, κινείται και ενεργεί. Χωρίς θέσεις και προτάσεις.
Στην ουσία δεν πρόκειται για κάτι νεοφανές. Αποτελεί εκσυγχρονισμένη συνέχεια της γνωστής αντι-ΣΥΡΙΖΑ πολεμικής πριν από τις πρώτες εκλογές του 2015. Με ενδιάμεσο στάδιο ανανέωσης αμέσως μετά το δημοψήφισμα και την εκλογική αναμέτρηση του Σεπτεμ­βρίου. Οπως για όλα τα δεινά επί κυβερνήσεων ΝΔ-ΠΑΣΟΚ έφερε την ευθύνη η αριστερή αντιπολίτευση, έτσι συμβαίνει και τώρα που βρίσκεται στα κυβερνητικά έδρανα. Το καινούργιο είναι η έμμονη προβολή της αξίωσης «να φύγει η κυβέρνηση». Δεν έχει σημασία ο τρόπος, ούτε το ζήτημα της διαδοχής. Τόσο ως προς το επόμενο κυβερνητικό σχήμα όσο και ως προς τις πολιτικές που θα αντικαταστήσουν τις σημερινές «καταστροφικές».
Αυτά τα στοιχειώδη στους αντιπολιτευτικούς αγώνες, προκειμένου να έχουν πιθανότητες ευόδωσης μέσω λαϊκής έγκρισης, αντικαθίστανται από τον «αυτόματο πιλότο». Το παν είναι η εξουσία. Πάση θυσία. Οσο για τη διαχείρισή της, «βλέποντας και κάνοντας»...

Κυριακή 24 Απριλίου 2016

Και εμείς ακόμη αρνιόμαστε να λύσουμε οι ίδιοι τα προβλήματά μας.

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι σε καμία περίπτωση ο πρώτος πρωθυπουργός που δρα βάσει αυτής της νοοτροπίας. Ξεχωρίζει, όμως, στο πόσο ωμά ο ίδιος, το κόμμα του και ο κυβερνητικός εταίρος παραδίδονται σε ψευδαισθήσεις και ψευτοπαλικαρισμούς. Το μείγμα απειρίας και αλαζονείας εντυπωσιάζει – όσο και η ανοχή των πολιτών για μια συμπεριφορά που κοστίζει ακριβά, αφήνοντας άλυτα τα προβλήματα της χώρας. Αυτή η ανοχή τρέφει τον άκρατο λαϊκισμό των πολιτικών και, με τη σειρά της, τρέφεται από τις υποσχέσεις τους. Στην αρχή, ο κ. Τσίπρας (πλαισιωμένος από άλλους πορφυρογέννητους επαναστάτες) συμπεριφερόταν σαν να ήταν αυτός σε θέση να θέτει όρους στους δανειστές, με τον αέρα του ηγέτη πανευρωπαϊκής αν όχι παγκόσμιας επανάστασης εναντίον του χρέους, του νεοφιλελευθερισμού, και όλα τα άλλα ξενόφερτα δεινά. Μετά, με σαφή πρόθεση να τιμωρήσει τους ανένδοτους εταίρους και δανειστές, στράφηκε στον «άλλον» ξένο παράγοντα, τη Ρωσία (αλλά και στην Κίνα), για στήριξη και χρήμα. Οταν και αυτό απέτυχε, αναγκάστηκε να αλλάξει συμπεριφορά και, εκεί που την έβριζε, τώρα ζητεί στήριξη από την καγκελάριο Μέρκελ. Το παιχνίδι, όμως, συνεχίζεται, όπως είδαμε με την (κατά τ’ άλλα ανεξήγητη) προσπάθεια της κυβέρνησης να διασπάσει τους δανειστές με τη δημοσιοποίηση υποκλαπείσας κουβέντας μεταξύ στελεχών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, όπου μιλούσαν για την ανάγκη να πιεστεί η Γερμανία να ελαφρύνει το ελληνικό χρέος.
Στην παραδοσιακή ελληνική ανάγνωση της πολιτικής, ο κ. Τσίπρας δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι δύο ξένοι παράγοντες (η Ε.Ε. και το ΔΝΤ, στην προκειμένη περίπτωση) θα μπορούσαν να ομονοούν, και η ελληνική κυβέρνηση να μην μπορεί να στρέφει τον έναν εναντίον του άλλου, προς όφελος της ίδιας. Οι πάτρωνες, δυστυχώς, δεν είναι αυτοί που ήταν. Σήμερα οι συλλογικοί θεσμοί είναι ισχυρότεροι και οι πολιτικοί κάθε χώρας πιο υπόλογοι στους ψηφοφόρους τους. Αυτό είναι καλό για τη δημοκρατία, αλλά εμποδίζει «εξωθεσμικές» υπερβάσεις. Και εμείς ακόμη αρνιόμαστε να λύσουμε οι ίδιοι τα προβλήματά μας.
Έντυπη

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Πώς να μην πιστέψεις πως είσαι κάτι ξεχωριστό, ένα ανθρώπινο θαύμα;

Γράφτηκαν ήδη μπόλικα για το ευφυές λογοπαίγνιο του κ. Τσίπρα περί καθολικού προσφυγικού προβλήματος και την επίσκεψη του Πάπα της Καθολικής Εκκλησίας. Πολλοί επισήμαναν την ιδιότυπη αίσθηση χιούμορ που διαθέτει ο πρωθυπουργός και τη γενναιοδωρία του αφού γέλασε ο ίδιος με το αστείο του προκειμένου να βοηθήσει και όσους δεν το κατάλαβαν να γελάσουν. Σε άλλους προκάλεσε την αμηχανία και τη δυσφορία που αισθάνεσαι όταν κάποιος άνθρωπος μπροστά στα μάτια σου κάνει ή λέει μια ανοησία. Αυτά έχει η δημοκρατία θα μου πείτε. Επειδή δε και εγώ συγκαταλέγομαι σ’ αυτούς τους τελευταίους, καθυστέρησα να αντιδράσω, καθότι εδώ και μερικές ημέρες προσπαθώ να απαντήσω στο ερώτημα: «Πώς είναι δυνατόν;». Είναι δυνατόν ένας άνθρωπος σ’ αυτήν την ηλικία να αστειεύεται κατ’ αυτόν τον τρόπο; Ακόμη κι αν δεν είναι πρωθυπουργός, ακόμη κι αν δεν έχει δημόσιο λόγο. Κι έτσι οδηγήθηκα στην απάντηση: Μα εκστόμισε με τέτοια άνεση την ανοησία που του ήρθε –υποθέτω αυθορμήτως– επειδή είναι πρωθυπουργός.
Για μπείτε λίγο στη θέση του κ. Τσίπρα. Ενα παιδί που εξ απαλών ονύχων βρέθηκε στον κομματικό σωλήνα, πέρασε από τα σχολικά θρανία διαπρέποντας στις καταλήψεις, αποφοίτησε όπως αποφοίτησε από το Πολυτεχνείο και ρίχτηκε με τα μούτρα στον αγώνα τον καλό της πολιτικής και της Αριστεράς. Συνδικαλιστής, δημοτικός σύμβουλος, βουλευτής, αρχηγός κόμματος και απρόσμενα πρωθυπουργός. Και ξαφνικά, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, από κει που συνομιλητές του ήταν ο Αλαβάνος και ο μπαρμπα Αλέκος, τώρα σηκώνει το τηλέφωνο και συνομιλεί με τη Μέρκελ, τον Ολάντ, τον Πούτιν. Και τον αποκαλούν Αλέξη. Και γίνεται ομοτράπεζος των ηγετών του κόσμου τούτου. Η διαδρομή από τα Εξάρχεια στις Βρυξέλλες, αν δεν είσαι προετοιμασμένος για το πολιτισμικό σοκ, μπορεί να αποβεί τραυματική.
Πώς να μην πιστέψεις πως είσαι κάτι ξεχωριστό, ένα ανθρώπινο θαύμα; Πώς να μην πιστέψεις ότι μπορείς να μιλήσεις αγγλικά, ενώ δεν ξέρεις αγγλικά; Πώς να καταδεχθείς να βάλεις γραβάτα τη στιγμή που οι κοινοί θνητοί φορούν γραβάτα; Πώς να μην πιστέψεις πως ό,τι εσύ ο ίδιος θεωρείς αστείο δεν μπορεί παρά να είναι επιτυχημένο; Συμφωνώ πως οποιοσδήποτε επιδιώκει να πρωταγωνιστήσει στον δημόσιο βίο πρέπει να διαθέτει κάποια σοβαρά αποθέματα ναρκισσισμού. Οπως όμως λέει και ο Ζενέ «δεν φτάνει να το θέλεις για να γίνεις νάρκισσος». Κοινώς έχει και ο ναρκισσισμός την τέχνη του.
Είναι ζήτημα γενιάς; Μπορεί. Είναι ζήτημα του πολιτικού περιβάλλοντος της Αριστεράς όπου η ερμηνεία του κόσμου στηρίζεται στην παπαγαλία πέντε έξι γενικών τσιτάτων περί καπιταλισμού; Σίγουρα, αν και όχι μόνον. Η πανίδα του δημόσιου βίου βρίθει από κακότεχνους νάρκισσους, εξίσου πολυάριθμους με τους κακότεχνους ρήτορες – γιατί και ο ναρκισσισμός ένα είδος ρητορείας είναι. Οταν ο μέσος Ελληνας πιστεύει ότι δεν χρειάζεται να μάθει τίποτε γιατί τα ξέρει όλα, και δεν χρειάζεται να σκεφτεί παραπάνω από όσο σκέφτεται διότι τα έχει σκεφτεί όλα, επιβραβεύει όσους ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές του δικού του ναρκισσισμού.

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Εγρήγορσης και επαγρύπνησης για την ισχυροποίηση της δημοκρατίας

Η υπενθύμιση της μαύρης επετείου της δικτατορίας του 1967 δεν συνιστά απλώς αναγκαία και επιβαλλόμενη απότιση φόρου τιμής στους αγωνιστές για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Ούτε μόνο για τα δεκάδες χιλιάδες θύματα της εφτάχρονης χουντικής τυραννίας. Μαζί με αυτό το αυτονόητο και στοιχειώδες, στον εδραιωμένο μετά την πτώση της χούντας το 1974 κοινοβουλευτισμό, η θύμηση εκείνων των ημερών αποτελεί και τρέχουσα δημοκρατική υποχρέωση. Εννοείται όχι λόγω κάποιων ανύπαρκτων κινδύνων για στρατιωτικές εκτροπές και τα συναφή ανατριχιαστικά.
Αλλά κυρίως στη βάση της ανάγκης συνεχούς εγρήγορσης και επαγρύπνησης για την ισχυροποίηση της δημοκρατίας και την ενίσχυση της λαϊκής κυριαρχίας. Σε μια εποχή που στη χώρα μας ακραιφνείς ή μασκαρεμένοι νοσταλγοί της χούντας επιχειρούν να σηκώσουν κεφάλι, η μαύρη επέτειος είναι μια διαρκής παρακαταθήκη για την περιθωριοποίηση και την εξουδετέρωσή τους.
Σε μια εποχή, ακόμη, που η ίδια η Ευρώπη ασφυκτιά από τις ασκούμενες πολιτικές λιτότητας, προσφέροντας χώρο για τη διάδοση αντιδημοκρατικών και ακροδεξιών αντιλήψεων. Που ενισχύονται οι αντιδραστικές και κάθε είδους σκοταδιστικές δυνάμεις. Που εξαπλώνονται ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, ο εθνικισμός και ορθώνονται φράχτες, η μαύρη επέτειος είναι πηγή πολλαπλών μηνυμάτων. Διδάσκει στο διηνεκές, όπως εύστοχα επισημαίνει και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ότι κάθε ολιγωρία στην υπεράσπιση θεμελιωδών δικαιωμάτων επιφέρει πλήγματα στη δημοκρατία. Στα ιδανικά του ανθρωπισμού, της αλληλεγγύης και του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Η διαρκής απάντηση στις μαύρες επετείους, όπως η 21η Απριλίου, δεν μπορεί παρά να είναι περισσότερη δημοκρατία. Θωράκιση και προστασία της από μεταλλαγμένους εχθρούς της. Ευθύνη απέναντι στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς κι όχι ευτελισμός τους στο όνομα υπαρκτών ελλείψεων και αδυναμιών. Σε ένα ευρύτερο επίπεδο, βεβαίως, η ευρωπαϊκή απάντηση, σε όσα ανησυχητικά και υπονομευτικά εξελίσσονται το τελευταίο διάστημα, είναι περισσότερη δημοκρατική Ευρώπη.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

Δυστυχώς, όμως, η πραγματικότητα της οικονομίας καμία σχέση δεν έχει με την όποια ρύθμιση χρέους.

Ο​​ι κυβερνητικοί παράγοντες εμφανίζουν τη συζήτηση για την αναδιαπραγμάτευση του χρέους ως επαρκές αντάλλαγμα των μέτρων που θα αποδεχτούν για το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης του τρίτου μνημονίου.
Το ενδιαφέρον ημών των υπολοίπων για τη ρύθμιση του χρέους είναι μικρότερο. Οσοι μάλιστα έχουν κατανοήσει το βαθύτερο παραγωγικό πρόβλημα της χώρας, τα χαρακτηριστικά του χρέους και τις βαθιές αδυναμίες διακυβέρνησης, γνωρίζουν ότι το χρέος δεν είναι το πρώτο πρόβλημα. Δεν αποτελεί  εμπόδιο  στην  ανάκαμψη. Ούτε  η χαλάρωση της λιτότητας εξαρτάται από αυτήν τη συζήτηση.
Το ενδιαφέρον των πολιτών από την πολυαναμενόμενη συζήτηση για τη διευθέτηση του χρέους οφείλεται σε δύο άλλους λόγους. Ο ένας συνδέεται με τη μυθολογία του χρέους. Πολλοί πιστεύουν ότι οι φόροι και οι περικοπές του μνημονίου γίνονται προκειμένου να εξευρεθούν τα χρήματα που χρειάζεται το κράτος για να αποπληρώνει το κεφάλαιο του χρέους. Ετσι, όταν αυτές τις μέρες η επικαιρότητα πλημμυρίζει από σενάρια εισπρακτικών μέτρων, πολλοί είναι εκείνοι που υποθέτουν ότι όλα αυτά τα μέτρα λαμβάνονται υπό τη σπάθη της αποπληρωμής του χρέους. Η προθεσμία του Ιουλίου για την πληρωμή μέρους του χρέους προς την ΕΚΤ, με την οποία ο Τόμσεν υποτίθεται ότι θα επιχειρούσε να εκβιάσει την κυβέρνηση, σύμφωνα με την ανάγνωση Τσίπρα της υποκλαπείσας τηλεφωνικής συνομιλίας, αποσκοπούσε στην αύξηση του άγχους εκείνων που έχουν πιστεύσει τις ανοησίες με τις οποίες η προπαγάνδα Καμμένου και ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι εμείς οι νουνεχείς, καταταλαιπωρημένοι αλλά υπομονετικοί πολίτες υποθέτουμε πως η ρύθμιση του κρατικού χρέους αποτελεί προϋπόθεση για την επανεκκίνηση της οικονομίας. Ο κ. Τσίπρας έχει «παίξει» και σε αυτό το ταμπλό. Σε συνέντευξή του υποσχέθηκε ότι «το Πάσχα θα ’ρθει με την Ανάσταση της οικονομίας», ενώ ο υπουργός Κατρούγκαλος δήλωσε ότι «είμαστε έτοιμοι για εκτόξευση»!
Το πρόβλημα με όλους αυτούς είναι ότι λένε σήμερα κάτι πολύ διαφορετικό από εκείνο που είχαν πραγματικά αποστηθίσει και με το οποίο είχαν γίνει «λαϊκοί ήρωες» και τελικώς εξελέγησαν. Ελεγαν και πίστευαν ότι η οικονομία και ο λαός θα ανασάνουν μόνον όταν το χρέος θα έχει περικοπεί αγρίως ή, ακόμη καλύτερα, θα έχει πλήρως διαγραφεί. Θα σας τα υπενθυμίσει αυτές τις μέρες η κ. Κωνσταντοπούλου: αν το καραβάκι της δραχμής, στην προμετωπίδα του κόμματος που ίδρυσε, πλέει ανάλαφρο, είναι γιατί έχει ρίξει στη θάλασσα το επονείδιστο βάρος, κατά την πρώην πρόεδρο της Βουλής.
Δυστυχώς, όμως, η πραγματικότητα της οικονομίας καμία σχέση δεν έχει με την όποια ρύθμιση χρέους. Πρέπει πρώτα να ανασυνταχθεί, να επιστρέψει η εμπιστοσύνη και να βρεθούν επενδυτές. Οταν θα έχουμε όλα τούτα, τότε και μόνον θα είναι χρήσιμο να έχει μπει σε τάξη το δημοσιονομικό θέμα και σε κάποιον βαθμό το μακροχρόνιο ζήτημα του χρέους.
Έντυπη