Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ελληνικός λαός, ψηφίζοντας μέσα σε συνθήκες πόλωσης ή απέχοντας, έχασε προχθές μια μεγάλη ευκαιρία.

Είναι καλό να το θυμόμαστε αυτό μερικές μέρες μόλις από τις πρόσφατες εκλογές, καθώς δεν είναι λίγοι όσοι θεωρούν ότι η νωπή λαϊκή εντολή δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα της αμφισβήτησής της. Ηταν λοιπόν σωστή η εκλογική επιλογή του ελληνικού λαού; Πέντε περίπου χρόνια από το ξέσπασμα της βαθιάς οικονομικής κρίσης, κουρασμένοι, εξουθενωμένοι και απογοητευμένοι οι Ελληνες πολίτες ανέθεσαν, τον περασμένο Γενάρη, τη διακυβέρνηση της χώρας στην πιο παράξενη κυβερνητική συμμαχία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, τη συμμαχία κομμάτων της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της ακροδεξιάς. Ο λόγος απλός: τα δύο κόμματα συγκρότησαν «αντιμνημονιακό» μέτωπο και υποσχέθηκαν την κατάργηση των δανειακών συμβάσεων και τη διαγραφή των χρεών της χώρας.
Σήμερα, οκτώ μήνες μετά τις εκλογές εκείνες, η χώρα βρίσκεται σε πολύ δυσμενέστερη οικονομική κατάσταση, δεσμευμένη με τους όρους ενός ακόμη μνημονίου, αφού μάλιστα η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων εξέφρασε ενδιάμεσα με δημοψήφισμα την καθαρή αντίθεσή της σε μια τέτοια εξέλιξη. Την περασμένη Κυριακή, ωστόσο, η απόφαση του ελληνικού λαού ήταν πανομοιότυπη με αυτήν του Γενάρη. ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έλαβαν εντολή για τη συνέχιση της διακυβέρνησης της χώρας.
Οσοι σκέφτηκαν να δικαιολογήσουν την ψήφο αυτή πιστεύοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε πάρει το μήνυμα από τα λάθη του προηγούμενου οκταμήνου, διαψεύστηκαν ήδη με τον ορισμό του νέου υπουργικού σχήματος. Εσωκομματικές ισορροπίες και τακτοποιήσεις, που χώρεσαν ακόμα και ρατσιστικές, αντισημιτικές θέσεις! Ούτε και μπορούν να σταθούν στα σοβαρά «απόψεις» που θέλουν να εφαρμόσουν πιο αποτελεσματικά το μνημόνιο τα κόμματα που το υπέγραψαν, αφού τα κόμματα αυτά δήλωσαν ότι η υπογραφή τους είναι προϊόν εκβιασμού, ότι δεν το πιστεύουν, τη στιγμή μάλιστα που η υπερψήφιση του μνημονίου οφείλεται στη στάση της φιλοευρωπαϊκής αντιπολίτευσης.
Ο ελληνικός λαός, ψηφίζοντας μέσα σε συνθήκες πόλωσης ή απέχοντας, έχασε προχθές μια μεγάλη ευκαιρία. Να δώσει τη δυνατότητα στις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις της χώρας, μετά την κατάρρευση όλων των αντιμνημονιακών αυταπατών, να προχωρήσουν στη συγκρότηση μιας ευρύτατης πολιτικά κυβέρνησης, στηριγμένης στη μεγάλη φιλοευρωπαϊκή πλειοψηφία των πολιτών. Μιας κυβέρνησης ικανής να προχωρήσει με συναινετικό τρόπο στην υλοποίηση των δεσμεύσεων της χώρας, αλλά και των ριζικών μεταρρυθμίσεων που μπορεί να οδηγήσουν την Ελλάδα στον δρόμο της ανάπτυξης.

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Εδώ η επιστήμη σηκώνει τα χέρια.

Στη μακρά παράδοση λαϊκισμού, που ανθεί στον τόπο μας και διατρέχει οριζοντίως και καθέτως το πολιτικό σύστημα, κανονικά δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει ό,τι κι αν συμβαίνει. Σε μια κοινωνία που αρέσκεται στα παραμύθια και τρέφεται από αυτά, δεν μπορεί να θεωρείται παράδοξο το αποτέλεσμα των εκλογών με τις πολλές επιμέρους παραμέτρους αντιφατικότητας που περικλείει.
Στη χώρα που οι εκλογές γίνονται πιο συχνά από τα ντέρμπι στο ποδόσφαιρο, όλα μπορούμε να τα δούμε και είναι προφανές ότι το μέλλον προδιαγράφεται συναρπαστικό. Αν για κάτι δεν χωρά αμφιβολία, είναι πως ο κ. Αλέξης Τσίπρας αποτελεί τον μεγάλο νικητή σε αυτό το επεισόδιο του πολιτικού παιχνιδιού, καθώς ό,τι ζήτησε το πήρε και ό,τι δεν ήθελε του προέκυψε ως δώρο. Κέρδισε με άνεση και τιμώρησε χαλαρά τους εσωκομματικούς του αντιπάλους.
Το αστείο της υποθέσεως είναι ότι ο κ. Τσίπρας βγήκε νικητής τον περασμένο Ιανουάριο υποσχόμενος ότι θα σκίσει τα Μνημόνια και θα εφαρμόσει μια πολιτική παροχών προς πάσα κατεύθυνση. Επτά μήνες μετά και με όσα τερατώδη μεσολάβησαν, πήρε πάνω-κάτω τα ίδια ποσοστά για να εφαρμόσει το Μνημόνιο που ίδιος υπέγραψε, αλλά δεν είναι και του γούστου του. Εδώ η επιστήμη σηκώνει τα χέρια όχι για τη μετάλλαξη του πολιτικού αρχηγού αλλά για τη στάση του εκλογικού σώματος που ενέκρινε με τη στάση του δύο εντελώς διαφορετικά σχέδια που μεταξύ τους υπάρχει χάος.
Κάπως έτσι διαμορφώνεται το πολιτικό σκηνικό και τώρα είναι η ώρα του κ. Τσίπρα να αποδείξει αν εννοεί τη στροφή που πήρε αργά και βασανιστικά, αλλά πάντως με απόλυτη κυριαρχία και άνεση που ούτε ο ίδιος είχε φανταστεί. Εφεξής δεν υπάρχουν άλλοθι και προφάσεις για κανέναν. Ούτε για τον πρωθυπουργό και την πολιτική του ούτε όμως και για τους πολίτες που του έδωσαν την εντολή να κυβερνήσει εν λευκώ και με τις συνεργασίες που επιθυμούσε και διακήρυξε σε όλους τους τόνους πριν από την προσφυγή στις κάλπες. Βεβαίως το κοντέρ σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μηδενίζει, όπως ίσως εσφαλμένα εικάζουν ορισμένοι, αλλά συνεχίζει να... γράφει σωρευτικά για όλους και για όλα.

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Οι εκλογές τελείωσαν. Η οικονομική κρίση όχι.

Πόσο διαφορετικά μπορούν να είναι τα πράγματα σε οκτώ μήνες. Οταν ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές τον Ιανουάριο, το πέτυχε με τον ενθουσιασμό των ψηφοφόρων. Το πολιτικό κατεστημένο της Ευρώπης παρακολουθούσε με τρόμο. Οι οικονομικές αγορές έτρεμαν. Ολη η ευφορία είχε ήδη εξαφανιστεί μέχρι τη χθεσινή ψήφο. Ο Αλέξης Τσίπρας κέρδισε, αλλά η συμμετοχή ήταν μικρή και η διάθεση μουδιασμένη. Οι αγορές δεν ανησυχούν πια ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα προκαλέσει μια πανευρωπαϊκή εξέγερση ενάντια στις περικοπές δαπανών ή ότι θα μπορούσε να διαλύσει τη νομισματική ένωση φεύγοντας από την Ευρωζώνη.
Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για την Ελλάδα από τις αγορές, τουλάχιστον για τώρα. Ο Τσίπρας αντελήφθη γρήγορα ότι δεν θα μπορούσε να υλοποιήσει τρεις προεκλογικές δεσμεύσεις του Ιανουαρίου: να δώσει τέλος στη λιτότητα, να βάλει την οικονομία στον δρόμο της ανάκαμψης και να παραμείνει στο ευρώ. Πέτυχε μόνο έναν από αυτούς τους στόχους, την παραμονή στο ευρώ, αλλά με υψηλό τίμημα.
Ολα τα μεγάλα κόμματα δεσμεύτηκαν ότι θα συνεχίσουν με το πρόγραμμα διάσωσης το οποίο διαπραγματεύτηκε ο Τσίπρας. Ο ΣΥΡΙΖΑ τα πήγε τόσο καλά ώστε μπορεί να δημιουργήσει έναν βιώσιμο συνασπισμό, χωρίς να χρειαστεί νέα προσφυγή στις κάλπες και άρα απομακρύνει ένα εμπόδιο για την Ελλάδα εν όψει της πρώτης αξιολόγησης για το νέο πρόγραμμα πριν από το τέλος του χρόνου.
Ο Τσίπρας θα εντείνει τις πιέσεις για ελάφρυνση του χρέους τώρα που έχει νωπή εντολή και ελπίζει ότι η Ελλάδα μπορεί να αρχίσει να ανακτά το έδαφος που έχασε την τελευταία εξαετία. Θα υποστηρίξει ότι λιγότερο ασφυκτικά μέτρα λιτότητας θα επιταχύνουν αυτήν τη διαδικασία, μια φράση που δεν θα βρει πολλούς υποστηρικτές στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ΕΚΤ ή τη Γερμανία.
Υπάρχει ο κίνδυνος οι συνθήκες λιτότητας να παραμείνουν σε πλήρη ισχύ και η ελάφρυνση του χρέους να είναι πολύ λιγότερο γενναιόδωρη από ό,τι ελπίζει ο Τσίπρας. Θα χρειαστεί μια πάρα πολύ ισχυρή και ταχύτατη ανάκαμψη της Ελλάδας για να πετύχει τους αισιόδοξους αναπτυξιακούς στόχους και τη μείωση του ελλείμματος που εμπεριέχονται στη συμφωνία. Οπότε υπάρχει η πιθανότητα να μην επιτευχθούν και άρα να υπάρξει μεγαλύτερη πίεση για νέες περικοπές. Αυτό θα σημάνει ότι η Ελλάδα θα βρεθεί και πάλι στα πρωτοσέλιδα για τους λάθος λόγους. Οι εκλογές τελείωσαν. Η οικονομική κρίση όχι.

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015

Τώρα τρέχει και δεν φτάνει.

Η πείρα είναι ακριβό εμπόρευμα. Ή με τα χρόνια αποκτάται ή με τις δοκιμασίες που μας επιφυλάσσει η ζωή. Αλλά ακόμη κι όταν αποκτηθεί, μόνο από μελλοντικά στραβοπατήματα μπορεί να σε προστατεύσει. Για τα ήδη διαπραχθέντα, η ζημιά δεν παραγράφεται.
Ο Αλ. Τσίπρας ξεκίνησε με την ψευδαίσθηση ότι το χαρτί της «διαφθοράς και της διαπλοκής» αγγίζει όλους τους άλλους εκτός απ’ αυτόν και την παρέα του. Τα όσα περί Κατρούγκαλου αποκαλύφθηκαν δεν τον συνέτισαν. Το κύμα των συντρόφων, συζύγων, εξαδέλφων και λοιπών συγγενών που εφόρμησαν μετεκλογικά σε θέσεις και αξιώματα δεν τον προβλημάτισε. Ούτε και η περίπτωση Χαϊκάλη. Η καραμέλα της «ηθικής υπεροχής» δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το στόμα του. Και δυστυχώς κανείς, ούτε ο «μέντορας» του, δεν του είχε πει πως όταν μένεις σε τζαμαρία δεν πετροβολάς το σπίτι του γείτονα.
Τώρα τρέχει και δεν φτάνει. Διαμαρτύρεται για την περίπτωση Φλαμπουράρη που όμως αποδοκιμάζεται ακόμη και από συντρόφους του. Κατηγορεί τα «συστημικά» ΜΜΕ αυτός που ακόμη και δημοσιογραφικά σκουπίδια σπεύδει να τιμήσει με την παρουσία του. Επισείει καθημερινά τη λίστα Λαγκάρντ, καμαρώνει για τις δηλώσεις του Φαλτσιανί, αλλά κάνει το κορόιδο για την παρουσία στη λίστα φερόμενων ως «γνωστών» του ή για το πιεστικό και καθημερινό πλέον ερώτημα ως προς το πού, πώς και με ποιους πέρασε τις διακοπές του.
Δεν είναι μόνο η λίστα Λαγκάρντ που έχει ανοίξει (και πάντως όχι από τον ΣΥΡΙΖΑ), είναι και ο ασκός του Αιόλου. Και ο Αίολος δεν είναι Φαλτσιανί για να κάνει επιλεκτικές δηλώσεις, παίρνει σβάρνα όποιον βρει μπροστά του. Δεν ξεχωρίζει τους απλούς συμβούλους της μιας πλευράς από τους «μέντορες» και τα ρουσφέτια της άλλης. Κι έχει και την κακή συνήθεια να συγκρίνει περιπτώσεις και να βγαίνει τελικά χαμένος εκείνος που είναι στην εξουσία μόνο επτά μήνες. Γιατί αν μέσα σ’ ένα επτάμηνο έχεις διαπράξει τα όσα ξεβράστηκαν από τον ασκό, φαντάσου τι θα γινόταν αν ήσουν εσύ 40 χρόνια στην εξουσία.
Γι’ αυτό, έστω και καθυστερημένα, ξανακλείστε τον ασκό. Ολοι. Γιατί οι άνεμοι που απλόχερα σκορπίζει την απλώνουν παντού τη λάσπη.

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2015

Ο μονόδρομος


Σίγουρα ήταν καλύτερη, από απόψεως ενδιαφέροντος, η τηλεαναμέτρηση των δύο σε σχέση με εκείνη των επτά. Και θα είναι κι ευτύχημα αν η ίδια πρακτική εφαρμοστεί, βελτιωμένη ενδεχομένως, και στο μέλλον. Υπό την προϋπόθεση, όμως, πως όλοι εμείς προς χάρη των οποίων διεξάγεται η τηλεμαχία γνωρίζουμε τι μπορούμε να περιμένουμε απ' αυτή την ενημερωτική διαδικασία.
Δυστυχώς δεν βρισκόμαστε στις προ του 2010 εποχές όπου οι πολιτικοί είχαν την πολυτέλεια να υπόσχονται (κακώς) λαγούς με πετραχήλια κι εμείς το θράσος (κάκιστα) να ζητάμε από τον έναν να πλειοδοτεί έναντι του άλλου για να κερδίσει την ψήφο μας. Τώρα βρισκόμαστε στη φάση που αναγκαστικά κινούμαστε στο πλαίσιο του αυτονόητου, που δεν είναι άλλο από το Μνημόνιο και την υποχρέωση εφαρμογής του.
Βεβαίως και δικαιούμαστε αλλά και οφείλουμε ν' αγωνιούμε για την ανεργία, την υπερφορολόγηση, την οικονομική ασφυξία, την επάνοδο σε φυσιολογικούς και ομαλούς ρυθμούς ζωής. Αλλά οφείλουμε και να ξέρουμε ότι σ' αυτήν τη φάση κανένας δεν μπορεί να μας υποσχεθεί κάτι περισσότερο από την ταχύτερη δυνατή εφαρμογή του Μνημονίου. Η μόνη σοβαρή προεκλογική υπόσχεση είναι αυτή και καμία άλλη. Ή, σωστότερα, οι όποιες άλλες υποσχέσεις εξαρτώνται αναγκαστικά από την τήρηση ή μη των μνημονιακών δεσμεύσεων.
Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως και ο Τσίπρας, και ο Μεϊμαράκης, αλλά και όλοι ανεξαιρέτως οι πολιτικοί αρχηγοί είναι ειλικρινείς όταν λένε ότι θέλουν να μειώσουν την ανεργία, να μας βγάλουν από τα μνημόνια, να βελτιώσουν το βιοτικό μας επίπεδο, να μας οδηγήσουν σε καλύτερες μέρες. Σίγουρα το θέλουν. Αλλά το ζητούμενο δεν είναι αυτό. Είναι ποιοι το μπορούν. Και την Κυριακή σ' αυτό ακριβώς το ερώτημα καλούμαστε όλοι (και ο καθένας μας χωριστά) ν' αποφανθούμε.
Κοντολογίς, για να υπερβούμε την κρίση θα πρέπει την Κυριακή ν' αναδείξουμε κυβέρνηση που θα παρέχει, πρώτον, τα ισχυρότερα δυνατά εχέγγυα ανταπόκρισης στις μνημονιακές μας υποχρεώσεις και, δεύτερον, τη βάσιμη προοπτική επανάκτησης της αξιοπιστίας της χώρας και κατ' επέκταση προσέλκυσης επενδύσεων και δημιουργία θέσεων εργασίας.
Λυπάμαι αν η διαδικασία δεν είναι αρκούντως επαναστατική, αλλά δυστυχώς ούτε σοβαρούς επαναστάτες διακρίνω στον πολιτικό μας κόσμο αλλά ούτε και επαναστατικές πλειοψηφίες στο εκλογικό μας σώμα. Και το Μνημόνιο, όπως κι ο Τσίπρας παραδέχτηκε, είναι μονόδρομος.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΣΥΡΙΖΑ ξαναπαίζει το χαρτί της πόλωσης και της ρήξης αδιαφορώντας για την επόμενη μέρα.

Στην τελική ευθεία από σήμερα. Πέντε και μία όπως λέγαμε μετρώντας αντίστροφα τον χρόνο για το απολυτήριο από τον στρατό. Και στον ΣΥΡΙΖΑ ο καθένας, και του αρχηγού περιλαμβανομένου, με την τρέλα του. Ο Βούτσης «βλέπει» δυνατότητα κυβερνητικής συνεργασίας με τον Λαφαζάνη, ο Φίλης «βλέπει» εφικτή την αυτοδυναμία κι ο Τσίπρας κάνει πως δεν βλέπει ότι κι ο ΣΥΡΙΖΑ που του απέμεινε μετά την αποχώρηση των λαφαζανικών «μαγαζί υπό διάλυση είναι». Ας ρίξει μια ματιά να δει τι λένε (ή ν' αναλογιστεί γιατί δεν μιλάνε) ο Τσακαλώτος και όσοι άλλοι του απέμειναν από την ομάδα των «53» και ίσως να προσγειωθεί στην πραγματικότητα.
Ποια είναι αυτή; Μα φυσικά ότι για τον Τσίπρα τα ψέματα έχουν ούτως ή άλλως τελειώσει. Ακόμη και να κερδίσει τις εκλογές θα υποχρεωθεί να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τη Γεννηματά και τον Θεοδωράκη, που σημαίνει ότι μαγκιές, μεγαλοστομίες και λάσπη τέλος. Αν μη τι άλλο, μια στοιχειώδης σοβαρότητα θα είναι υποχρεωτική. Κι αυτό δεν ξέρω πόσοι και ποιοι από την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ (περιλαμβανομένου και του ίδιου του Τσίπρα) το αντέχουν, όταν επί επτά μήνες Φλαμπουράρης, Δρίτσας, Βούτσης, Τασία και λοιπές αριστερές δυνάμεις αποδείκνυαν ότι η σοβαρότητα δεν είναι από τα πεδία στα οποία έχουν ελπίδες να διακριθούν.
Δυστυχώς, ο ΣΥΡΙΖΑ ξαναπαίζει το χαρτί της πόλωσης και της ρήξης αδιαφορώντας για την επόμενη μέρα. Κι αυτή είναι μια πρακτική που δεν προμηνύει αισιόδοξες προοπτικές. Οταν ντοπάρεις τους βουλευτές σου και τους οπαδούς σου με την εμμονή ότι όλοι οι άλλοι είναι διαβλητοί και ύποπτοι και υπηρετούν αντιλαϊκά συμφέροντα, έχεις δυναμιτίσει ήδη την όποια σοβαρή προσπάθεια ενδεχόμενης μετεκλογικής κυβερνητικής συνεργασίας.
Αλλά, όπως επί πέντε χρόνια ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ αδιαφορούσε για το αν αυτό το συνονθύλευμα που αποκαλούσε «κόμμα» ήταν ικανό ν' αντιμετωπίσει σοβαρά κυβερνητικά προβλήματα χωρίς να διαλυθεί, έτσι και τώρα λίγο τον απασχολεί η επόμενη μέρα. Η πολιτική λογική ήταν και παραμένει η ίδια, «βλέποντας και κάνοντας». Κι αν του το επιτρέψουμε, εκεί θα μας ξαναπάει. Γιατί μόνο μέσα από την πόλωση και τη ρήξη μπορεί να υπάρχει στην πολιτική.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Παλιά μου τέχνη κόσκινο...

Παλιά μου τέχνη κόσκινο...
Στα μετα­πολιτευ­τικά προεκλογικά χρονικά έχουν ειπωθεί κάθε είδους ψεύδη. Τόσα, ώστε η ψευδολογία ν' ανακηρύσσεται σε μια από τις σταθερές αλήθειες. Εχουν διαστρεβλωθεί, με τους πιο απίθανους και πιθανούς τρόπους δηλώσεις, θέσεις και απόψεις για ψηφοθηρικούς λόγους.
Αυτό, όμως, που επιχειρείται με την «ψευτομαγκιά» και δήθεν «λαϊκότητα» του Β. Μεϊμαράκη, μάλλον, ξεπερνά τα όρια του αυτονόητου και κεκτημένου πολιτικού πολιτισμού. Και δεν εννοούμε τους ανοίκειους (λίαν επιεικώς) προσωπικούς χαρακτηρισμούς για τον αντίπαλό του. Με άλλοθι την επίκληση ενός δήθεν αυθορμητισμού, όπου όλα μπορούν να διαπερνούν το έρκος των οδόντων και μετά... άλλα λόγια ν΄ αγαπιόμαστε.
Αυτή η ρητορεία (και νεοαμερικανική επικοινωνιακή τακτική αλά Τραμπ) παραπέμπει σ' έναν αυλικό τζουτζέ (γελωτοποιό) που εξόργιζε με τις ξεδιαντροπιές του. Σκαρφιζόταν πάντα μια πιο ηχηρή για να δικαιολογήσει (καλύψει) την προηγούμενη. Μέχρι που έφθασε στο σημείο να θωπεύσει τα οπίσθια του βασιλιά.
Αντιμέτωπος με τις συνέπειες, διέπραξε ακόμη μεγαλύτερη αναίδεια:
-Ω, συγνώμη, μεγαλειότατε, είπε. Νόμισα ότι ήταν η βασίλισσα!
Η ανεκδοτολογική παράδοση έχει happy end. Αλλά τζουτζές ήταν αυτός, όχι πολιτικός αρχηγός που διεκδικεί να πάρει τη μοίρα του λαού στα χέρια του.
Ο υποψήφιος πρωθυπουργός, λοιπόν, πριν ακόμη αρχίσει η προεκλογική εκστρατεία φρόντισε να καταγγείλει τον Τσίπρα ως ψευτράκο και για πολιτική αλητεία. Το «παιδί» φασιστίζει, φέρνει προς δικτάτορα και παίζει με τη χώρα! Εντάξει, άπαξ και προεκλογικώς «έξεστιν ασχημονείν...».
Συνέχισε, όμως, λάβρος όλο το επόμενο διάστημα, υπό τα εγκώμια και τις ιαχές των πάλαι ποτέ εισαγγελέων κατά «του εθνολαϊκισμού της Αριστεράς», ακολουθώντας την τακτική του τζουτζέ. Βήμα βήμα από το πονηρούλης, αριστερούλης, αυτοφωράκιας και τα συναφή κουτσαβάκικα έφθασε και στο αρχικώς ανομολόγητο: την εθνοκαπηλία (παλιά μου τέχνη κόσκινο για τη Δεξιά).
Ετσι, στο debate των πολιτικών αρχηγών εμφάνισε τον ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο να αγνοεί ότι υπάρχουν «θαλάσσια σύνορα», αλλά και επικίνδυνο να... χάσει «κανένα νησάκι». Η (ατυχής) φράση Τσίπρα ότι «η θάλασσα δεν έχει σύνορα», με το κοινής λήψης περιεχόμενο ότι στο νερό δεν υπάρχουν σταθερές πύλες εισόδου - εξόδου, μπάρες και συνοριακά φυλάκια, όπως στη στεριά, μεταλλάχθηκε: δεν υπάρχουν (θαλάσσια) σύνορα!
Το νέο, επί του προκειμένου, είναι ότι οι συνήθεις έμποροι του πατριωτισμού βρήκαν νέα πελατεία. Η νυν και αεί «πατριωτική» δεξιο-λογία υιοθετήθηκε επισήμως από ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι και ΚΚΕ (παρακαλώ). Ομόφωνα στιγμάτισαν τον Τσίπρα, που αγνοεί την ύπαρξη θαλάσσιων συνόρων! Τι να θαυμάσεις και τι να οικτίρεις...