Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

Οι τέσσερις που έγιναν έξι...


Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό, η πράξη θα δείξει αν ισχύει το ένα ή το άλλο, αλλά εκείνο που δεν επιδέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση είναι ότι ποτέ άλλοτε πολιτικό κόμμα δεν είχε τόσα και τόσο προβεβλημένα στελέχη σ' έναν και τον αυτό χώρο -για την ακρίβεια, την οικονομία- όσο ο ΣΥΡΙΖΑ. Παραθέτω ονόματα: Δραγασάκης, Σταθάκης, Μηλιός, Τσακαλώτος, Βαρουφάκης και Λαπαβίτσας.
Ομολογώ ότι δεν είμαι σε θέση να κρίνω αν και πόσο μετράνε ως επιστήμονες, αλλά εν προκειμένω το ζητούμενο δεν είναι οι τίτλοι σπουδών τους και το συγγραφικό τους έργο. Εκείνο που πρωτίστως ενδιαφέρει είναι η δυνατότητά τους να συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας οικονομικής πολιτικής που θα μας προστατεύσει από περιπέτειες και θα περιορίσει το μνημονιακό κόστος.
Κι εδώ είναι που έχω τις απορίες μου. Ολος ο ΣΥΡΙΖΑ, με πρώτους τον Τσίπρα και τον Δραγασάκη, προπαγανδίζουν το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», αλλά ο Λαπαβίτσας αποφαίνεται ότι οικονομικά δεν βγαίνει. Η αίσθηση που προγραμματικά καλλιεργείται για την «επόμενη μέρα» είναι ότι θα πάμε καλύτερα, αλλά ο Βαρουφάκης επανειλημμένα έχει επισημάνει ότι εκείνο που πρέπει να υποσχεθεί ο ΣΥΡΙΖΑ είναι «αίμα και θυσίες». Κι αυτά χωρίς να χρειαστεί να αναφερθούμε στις προσεγγίσεις του μετριοπαθούς Σταθάκη και του σκληρού Μηλιού.
Κι έχουμε τώρα και το πρόβλημα των ομολόγων του Μαρτίου και τον τρόπο της αποπληρωμής τους. Ο Τσίπρας διαβεβαίωσε ότι θα τα πληρώσουμε και μπράβο του. Αλλά όπως πάντα συμβαίνει όταν οι συριζαίοι αναφέρονται σε χρήματα, εύλογα τίθεται ο προβληματισμός ως προς την πηγή της προέλευσής τους. Κι εδώ τα πράγματα μπλέχτηκαν. Ο Τσίπρας είπε ότι θα εκδώσει έντοκα γραμμάτια όπως κάνει και η σημερινή κυβέρνηση, και ο Χαρδούβελης και το υπουργείο Οικονομικών απάντησαν ότι δεν γίνεται γιατί η ΕΚΤ θα διακόψει τη ρευστότητά μας αν δεν συνεχίσουμε να υπαγόμαστε σε κάποιο πρόγραμμα.
Η ανταπάντηση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν να μιλήσει για «πολιτική απρέπεια» και να κατηγορήσει το υπουργείο Οικονομικών ότι «δεν έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει στις εκλογές». Αλλά για τα ομόλογα δεν γίναμε σοφότεροι. Τη στιγμή που το κόμμα διαθέτει αφθονία ειδικών. Δεν θα μπορούσαν ένας ή δύο από τους τόσους να μας διαφωτίσουν; Και να προστατεύσουν και το κύρος του αρχηγού τους;

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

Προφανώς αυτό μας αξίζει.

Με δεδομένο ότι η νέα Βουλή θα αποτελείται από νέα πρόσωπα σε ποσοστό που θα ξεπερνά ενδεχομένως και το 50%, ουδείς μπορεί να υπολογίσει από τώρα τι ακριβώς μας επιφυλάσσει η κάλπη. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο καιροσκοπισμός και ο αμοραλισμός ικανού αριθμού πολιτικών είναι ένα θλιβερό φαινόμενο για τα πολιτικά ήθη της χώρας. Οριακές μετακινήσεις είχαμε πάντα, όπως και παλιννοστήσεις, αλλά όχι τόσο μαζικές μετακινήσεις και ετερόκλητες συμμαχίες που ευτελίζουν τα πάντα.
Κυρίες της πολιτικής αλλάζουν κόμματα όπως αλλάζουν την κόμμωσή τους και βρίσκουν εύκολα στέγη για να στεγάσουν τις... πολιτικές τους αναζητήσεις χωρίς καμιά εξήγηση και χωρίς ίχνος ντροπής ή έστω μίας κάποιας δικαιολογίας. Γυρολόγοι πολιτευτές, που μέσα σε τρία χρόνια έχουν περάσει από τέσσερα κόμματα και έχουν «προσκυνήσει» αρχηγούς και αρχηγούς, ξαφνικά ανακαλύπτουν το φως το αληθινό και θέλουν να μας σώσουν.
Το δυστύχημα, όμως, είναι ότι ανάλογες συμπεριφορές επιβραβεύονται από τους πολίτες και έτσι ανοίγουν ορέξεις για τους επόμενους καιροσκόπους της πολιτικής. Η αγωνία των κομματικών επιτελείων και η πολυδιάσπαση των κομμάτων έφεραν στην επιφάνεια όλες τις αμαρτίες ενός συστήματος που κινείται χωρίς αρχές και όρια.
Απόδειξη αυτής της ανερμάτιστης πολιτικής η διάλυση των κομμάτων μετά τις εκλογές του 2012, όπου για πρώτη φορά μας προέκυψαν 25 «ανεξάρτητοι» βουλευτές και ένα αηδιαστικό παρασκήνιο για επιστροφές και μεταγραφές προκειμένου να σώσουν την έδρα τους. Οσοι, λοιπόν, βάζουν από πόρτες και παράθυρα υποψηφίους για να κλείσουν θέσεις, το πιθανότερο είναι ότι θα μετανιώσουν μετά τις εκλογές. Οποιος εγκατέλειψε μία φορά, γιατί όχι και δεύτερη και... τρίτη. Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα, αλλά ουδείς συγκινείται και όλοι μαζί διαμαρτυρόμαστε για το χάλι της πολιτικής. Προφανώς αυτό μας αξίζει.

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

Αυτή είναι η πλέον ενοχλητική αλήθεια.

Ηαλήθεια είναι ότι η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει σε σύντομο διάστημα να ολοκληρώσει τη συμφωνία με την τρόικα ώστε να συνεχίσει η παροχή ρευστότητας στην οικονομία. Επίσης είναι αλήθεια ότι, σε επίπεδο Ευρωζώνης και εφόσον υπάρχει συμφωνία, η χρηματοδότηση της οικονομίας θα είναι σχετικά εύκολη. Στην επιδίωξη αυτή δεν θα συμβάλει η ενδεχόμενη συμμαχία με χώρες όπως Ιταλία και Ισπανία επειδή αυτές δεν θέλουν να συσχετιστούν με την Ελλάδα. Η ελληνική κυβέρνηση όμως θα ευνοηθεί από τον φόβο ύφεσης της οικονομίας που καταλαμβάνει πλέον όλες τις πρωτεύουσες.

Αλλά υπάρχει και μια επιπλέον ενοχλητική αλήθεια που δεν ακούγεται ευχάριστα παραμονές κρίσιμων εκλογών. Η ελληνική οικονομία, πέρα από τις πολιτικές διακηρύξεις, θα χρειαστεί ένα τουλάχιστον τετραετούς διάρκειας πρόγραμμα ανόρθωσης και ανάπτυξης ώστε να αντιμετωπιστούν οι μεγάλες προκλήσεις. Προς το παρόν επικρατεί η βραχυπρόθεσμη αντιμετώπιση του προβλήματος ρευστότητας ή άμεσης χρηματοδότησης του Δημοσίου. Η πραγματικότητα όμως επιβάλλει ένα πρόγραμμα μεγαλύτερης πνοής. Και η εφαρμογή του προγράμματος αυτού απαιτεί κυβέρνηση ευρείας αποδοχής που δεν φαίνεται να προκύπτει από τις δημοσκοπήσεις. Αυτή είναι η πλέον ενοχλητική αλήθεια.

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2015

Στην   πολιτική   η   όποιαδήποτε   αποτυχία   ξεπερνιέται...Η   γελιοποίηση   όμως    σκοτώνει.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Άγγελος Στάγκος ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΓΚΟΣ

«Ψιλά γράμματα» το Σύνταγμα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:KAΘHMEPINA
Στο κεφάλαιο για τα «Καθήκοντα και τα δικαιώματα των βουλευτών», το Σύνταγμα προβλέπει στο άρθρο 51 παράγραφος 2 ότι «Οι βουλευτές εκφράζουν το Εθνος». Προβλέπει επίσης στο άρθρο 60 παράγραφος 1 και 2 ότι «Οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση», όπως και ότι «Η παραίτηση από το βουλευτικό αξίωμα είναι δικαίωμα του βουλευτή, συντελείται μόλις ο βουλευτής υποβάλει γραπτή δήλωση στον πρόεδρο της Βουλής και δεν ανακαλείται».

Προφανώς, τα παραπάνω είναι για τον ΣΥΡΙΖΑ «ψιλά γράμματα». Γιατί στον Κώδικα Δεοντολογίας για τους υποψήφιους βουλευτές του, που ψήφισε η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος, προβλέπεται στο άρθρο 2α, δηλαδή πάνω πάνω, ότι «Ολοι/ες οι βουλευτές που εκλέγονται με τα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ δεσμεύονται πολιτικά και ηθικά ότι η έδρα που καταλαμβάνουν ανήκει στο κόμμα και όχι στους/στις ίδιους/ες».

Που σημαίνει ότι οι βουλευτές του δεν εκφράζουν το έθνος, αλλά το κόμμα, δεν έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση, αλλά ό,τι επιτάσσει το κόμμα και δεν είναι προσωπικό δικαίωμά τους η παραίτησή τους από το βουλευτικό αξίωμα, αλλά πρέπει να παραιτούνται υποχρεωτικά και να παραδίδουν την έδρα τους στο κόμμα (αφού η έδρα σε αυτό ανήκει και όχι στον κάθε βουλευτή), αν διαφωνήσουν με τη γραμμή του και αποχωρήσουν.

Δεν υπάρχει λόγος να γίνει ανάλυση για την προέλευση αυτών των «αρχών». Το σίγουρο είναι ότι συγκρούονται με το Σύνταγμα, καθώς, σύμφωνα με τον όρκο που παίρνουν όταν εκλεγούν, υποχρεώνονται να υπακούουν σ’ αυτό, που βεβαίως άλλα απαιτεί από εκείνα του ΣΥΡΙΖΑ. Θα είχε ίσως ευκαιρία να προτείνει αλλαγές στο Σύνταγμα, αλλά προτίμησε να σύρει τη χώρα σε εκλογές και κανονικά πρέπει να ζήσει με το υφιστάμενο. Εκτός αν είναι αποφασισμένη η ηγεσία του να ακολουθήσει δικό της δρόμο, ερήμην του Συντάγματος.

Είναι σαφές ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προβλέπει δύσκολους καιρούς αν έλθει στην εξουσία και θέλει να θωρακίσει την κοινοβουλευτική δύναμή της από ενδεχόμενες διαρροές βουλευτών που πιθανώς στην πορεία θα διαφωνήσουν με την πολιτική της. Ασφαλώς στα επιχειρήματά της περιλαμβάνει και τα γεγονότα του 1965, αλλά τότε η σύγκρουση ήταν σε μεγάλο βαθμό καθεστωτική, συνέχεια του «μεγάλου διχασμού». Δεν αποκλείεται επίσης να μπερδεύει ενσυνείδητα την «κομματική πειθαρχία» που κατά καιρούς επιβάλλουν τα κόμματα σε ψηφοφορίες, αν και άλλο η διαγραφή από το κόμμα και άλλο η υποχρεωτική παράδοση της έδρας σε περίπτωση διαφωνίας.

Η υιοθέτηση τέτοιων κανόνων παραπέμπει σε αντιδημοκρατικές συμπεριφορές και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει παρελθόν σε αυτές. Από τους οργανωμένους και ενσυνείδητους προπηλακισμούς αντιπάλων, ειδικά του ΠΑΣΟΚ, μεταξύ 2010-2012, ώς την τρομοκράτηση βουλευτών πρόσφατα για να μην ψηφίσουν Πρόεδρο της Δημοκρατίας και ώς την τρομοκράτηση του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδας μόλις προχθές. Πέρα από τις πιέσεις που ασκούν κομματικά στελέχη του σε βάρος δημοσιογράφων με διαφορετικές απόψεις. Και υπάρχουν τέτοια παραδείγματα που έχουν βγει στο φως της δημοσιότητας και άλλα που δεν έχουν βγει.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

Οπως και το 2012...


Για να μη μας λένε «κινδυνολόγους», λέω να αφήσουμε κατά μέρος τις απειλές και τις προβλέψεις για όσα καταστροφικά διατείνονται πολιτικοί, οικονομολόγοι και διεθνείς οργανισμοί ότι μας περιμένουν αν κερδίσει τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ. Στο κάτω κάτω υπάρχουν κι άλλοι που διατείνονται ότι οι φόβοι αυτοί είναι υπερβολικοί.
Λέω, λοιπόν, να ξεκολλήσουμε από τα χοντρά και τα μεγάλα, από τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε, και να πάμε σε πιο απλά και πεζά πράγματα, που χωρίς την επίλυσή τους, όμως, οι πρωτοκαθεδρίες δεν έχουν και τόση αξία. Γιατί, για παράδειγμα, τι να την κάνεις την πρώτη θέση στις εκλογές, αν δεν μπορείς να σχηματίσεις κυβέρνηση;
Βέβαια, οι Συριζαίοι επιμένουν ότι πάνε για αυτοδυναμία, οπότε δεν θα χρειαστούν κυβερνητικό εταίρο, αλλά αν θυμάστε τα ίδια έλεγαν και το 2012. Και ούτως ή άλλως τα δημοσκοπικά ευρήματα δεν προδιαθέτουν για αυτοδυναμίες και άλλα συναφή. Aρα θέλοντας και μη οι συνεργασίες αποτελούν μονόδρομο. Κι εδώ ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει να αντιγράφει και πάλι το 2012. Δεν του κάνει κανένας μνημονιακός και τους μόνους που θέλει είναι το ΚΚΕ (που, όμως, δεν τον θέλει εκείνο) και ο ΑΝΤΑΡΣΥΑ (που τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του, ούτε έχει, ούτε προβλέπεται να αποκτήσει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση).
Σαν να μην άλλαξε, λοιπόν, τίποτα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που δεν έχει κανένα πρόβλημα με τα μνημονιακά «ποντίκια» που εγκατέλειψαν το σκάφος του ΠΑΣΟΚ ψάχνοντας κοινοβουλευτικό αποκούμπι, αρνείται να συνεργαστεί με εκείνους που εμμένουν αξιοπρεπώς στις θέσεις τους και έχουν φέρει τη χώρα στο «παρά κάτι» από την απαλλαγή από το Μνημόνιο.
Χωρίς, λοιπόν, να κινδυνολογώ, αλλά καταγράφοντας απλώς και μόνο τις διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ, το τελεσίγραφο που μας θέτει εν όψει των εκλογών είναι «ή εμείς ή το χάος», ελπίζοντας πως η απάντησή μας θα είναι «εσείς» για να μπορέσει στη συνέχεια να θέσει τα άλλα τελεσίγραφά του στους εταίρους.
Και διερωτώμαι: σε αυτά τα δύο χρόνια που μεσολάβησαν από το 2012 και με δεδομένες τις κωλoτούμπες του Τσίπρα αλλά και του Λαφαζάνη, ούτε μία πορτούλα δεν κατάφεραν να ανοίξουν στα παλιά αδιέξοδα του απομονωτισμού τους;

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

Δεν πείθουν τα «μεγάλα λόγια»!

Η YΠΟΣΧΕΣΙΟΛΟΓΙΑ και η κινδυνολογία είναι βέβαιο ότι θα κυριαρχήσουν στην προεκλογική περίοδος με στόχο, για άλλους, το διαβατήριο που ανοίγει την πόρτα του Μεγάρου Μαξίμου και για άλλους το εισιτήριο για το κοινοβούλιο και την πολιτική τους επιβίωση.

Οι καιροί, όμως, έχουν αλλάξει. Τα εύκολα λόγια και τα πύρινα συνθήματα που κάποτε ξεσήκωναν τις πλατείες και παρέσυραν τους κομματικούς στρατούς ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, οι κούφιες εξαγγελίες όχι μόνο δεν πείθουν κανέναν, αλλά ούτε καν βρίσκουν πρόθυμο ακροατήριο.

Τα κομματικά επιτελεία που καταστρώνουν την προεκλογική στρατηγική πρέπει να γνωρίζουν ότι οι πολίτες ούτε ξεχνούν, ούτε παρασύρονται από «μεγάλα λόγια». Οι ψηφοφόροι απαιτούν πάνω απ’ όλα ειλικρίνεια. Θέλουν ξεκάθαρο πολιτικό λόγο, χωρίς υπονοούμενα και αστερίσκους. Θέλουν να ακούσουν ρεαλιστικά σχέδια για έξοδο από την κρίση και συγκεκριμένες προτάσεις για την επόμενη μέρα.

Για την ανάπτυξη, την ανεργία, την υγεία, την παιδεία και κυρίως για την σωτηρία της κοινωνίας που κάθε μέρα βουλιάζει και περισσότερο κάτω από το βάρος των μνημονίων και των απάνθρωπων μέτρων λιτότητας που τα συνοδεύουν.