Η πολιτική είναι παντού. Αυτό είναι αληθές και χρήσιμο. Η υπερπολιτικοποίηση όμως των πάντων και η κομματικοποίηση θεσμών τοπικής λειτουργίας είναι ένα λάθος που η χώρα έχει πληρώσει ακριβά. Tα κόμματα είναι και πρέπει να είναι κρίσιμοι θεσμοί του πολιτικού συστήματος και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, σεβόμενα όμως την αυτονομία και χωρίς να «στραγγαλίζουν» με «ασφυκτικούς εναγκαλισμούς» άλλους θεσμούς, όπως λ.χ. οι δήμοι. Δεν έχουμε απόψεις, ούτε αντικομματικές ούτε αντιπολιτικές. Απαγορεύεται, άραγε, πρόσωπα γνωστά της κεντρικής πολιτικής σκηνής, βουλευτές, υπουργοί κ.λπ. να διεκδικούν τη δημαρχία μιας μεγάλης πόλης; Οχι. Μόνο που απαραίτητη προϋπόθεση είναι η εκ των προτέρων παραίτηση από τις άλλες ιδιότητες. Και η μη χρησιμοποίηση του δήμου για «επιστροφή» στην κεντρική σκηνή. Προφανώς, όλοι έχουν τις πολιτικές, κομματικές και ιδεολογικές προτιμήσεις τους. Και τα «αυτοδιοικητικά προγράμματα» επηρεάζονται ή απηχούν αξίες και επιλογές, εμπνεόμενες από ένα ευρύτερο πολιτικό στίγμα των προσώπων, των ομάδων και των παρατάξεων, με αυτοδιοικητικές φιλοδοξίες.
Κυριακή 2 Μαρτίου 2014
Σάββατο 1 Μαρτίου 2014
Δεν χρειάζονται τις Απόκριες οι νεοέλληνες για να κάνουν νηστεία.
Δεν χρειάζονται τις Απόκριες οι νεοέλληνες για να κάνουν νηστεία. Ούτε χρειάζονται μάσκες για να κρύβονται. Σιγά σιγά αποκαλύπτονται όλα. Τα περισσότερα δημόσια πρόσωπα του παρελθόντος και του παρόντος όταν βρέθηκαν κοντά στο βάζο με το μέλι, έγλειψαν τα δάκτυλά τους.
Οι χοντρές μίζες ήταν σχεδόν δεδομένες και ολίγον «νομιμοποιημένες». Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις έγιναν καθεστώς, δηλαδή τα «εργαλεία» για κάποιους να τη βγάζουν «καθαρή» και να παριστάνουν πως προσφέρουν κοινωφελές έργο. Η διαπλοκή απαραίτητη και η διαφθορά τρόπος ζωής. Ολα να δικαιολογούνται και ότι είναι νόμιμον να γίνεται και ηθικόν. Η σύγχυση στο αποκορύφωμά της.
Η σύγχυση και ο φόβος έγιναν τα εργαλεία των συγκυβερνώντων για την καθυπόταξη της λεγόμενης κοινής γνώμης. Στις όποιες, είναι αλήθεια, λίγες αντιδράσεις και αντιστάσεις, το όπλο της καταστολής διά των «χημικών ενώσεων» και των ροπάλων καθώς και των προσαγωγών και συλλήψεων έπαιξε και παίζει καθοριστικό ρόλο για την επιβολή της τάξης.
Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου η δημοκρατία είναι λειψή και χρησιμοποιείται για να νομιμοποιούνται οι κυβερνητικές αυθαιρεσίες. Η δικαστική εξουσία αναγκάστηκε να σηκώσει κεφάλι στην εκτελεστική, μόνο που λειτουργεί δειλά και φοβισμένα.
Οσο κι αν προσπαθήσουν οι συγκυβερνώντες να συγκαλύψουν τις «πομπές» τους, το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Δυστυχώς όμως έχουν λίγο - πολύ στερέψει τα ποτάμια. Η βοή και η οργή τους δεν ακούγονται. Η οικονομική κρίση έγινε κυρίαρχη και η καθημερινή ανάγκη λειτουργεί δεσμευτικά. Η πείνα δεν αφήνει κανέναν να σκεφτεί και να πράξει διαφορετικά. Ο τόπος της ουτοπίας, της χαράς και της απόλαυσης είναι βαλτωμένος.
Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014
Πάντα φταίει ο άλλος.
Συνεχίζουμε να διαβιούμε, σε μέρες σαρωτικών αλλαγών, εκτός κανόνων συντεταγμένης πολιτείας. Μια παραδοχή που όχι μόνο δεν μας πτοεί, αλλά δείχνει και να μας εξυπηρετεί, καθώς –κατά το σύνηθες– μας απαλλάσσει από πειθαρχίες. Πράττουμε κατά το κέφι μας, δεν έχουμε ευθύνες (πάντα φταίει ο άλλος, οι ξένοι, η κυβέρνηση, οι εταίροι), δεν πληρώνουμε φόρους, ως κατατρεγμένοι, ως αδικημένοι ή ως πανίσχυροι μεσουρανούντες, υπεράνω νόμων, εντολών.
Διότι οι μηχανισμοί που συντηρούν τη διαφθορά δεν διαλύονται με εισπρακτικά μέτρα και προχειρότητες. Χρειάζονται πολίτες που να αξιώνουν από τους ιθύνοντες συνεχή λογοδοσία, να βδελύσσονται τη διαφθορά, να υπερασπίζονται όχι μόνο τα δικά τους δίκια αλλά και τα δίκια του διπλανού τους. Και ηγέτες που να κοιτούν μακριά, να δρουν με προσοχή, σοβαρότητα, σχέδιο, να ευθυγραμμίζονται με τα μεγάλα τους λόγια και να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των μεγάλων τους αποφάσεων. Αντ’ αυτού, συνήθως ζητούν τη δικαίωση από τα επιφαινόμενα. Ετσι, όμως, μοιάζουν πρωτόβγαλτοι στο έργο τους. Ή μάλλον ερασιτέχνες, που είναι και το χειρότερο.
Διότι οι μηχανισμοί που συντηρούν τη διαφθορά δεν διαλύονται με εισπρακτικά μέτρα και προχειρότητες. Χρειάζονται πολίτες που να αξιώνουν από τους ιθύνοντες συνεχή λογοδοσία, να βδελύσσονται τη διαφθορά, να υπερασπίζονται όχι μόνο τα δικά τους δίκια αλλά και τα δίκια του διπλανού τους. Και ηγέτες που να κοιτούν μακριά, να δρουν με προσοχή, σοβαρότητα, σχέδιο, να ευθυγραμμίζονται με τα μεγάλα τους λόγια και να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των μεγάλων τους αποφάσεων. Αντ’ αυτού, συνήθως ζητούν τη δικαίωση από τα επιφαινόμενα. Ετσι, όμως, μοιάζουν πρωτόβγαλτοι στο έργο τους. Ή μάλλον ερασιτέχνες, που είναι και το χειρότερο.
Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014
Για αυτούς η δημοκρατία είναι μόνο διαδικαστική.
Tις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και του κράτους δικαίου. Κρίσιμο είναι ότι η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής μπορεί να ελεγχθεί και να επαληθευτεί από το Κοινοβούλιο, εάν αυτό ζητηθεί από το ένα τέταρτο των μελών του, που εκπροσωπούν τρεις τουλάχιστον πολιτικές ομάδες. Το Κοινοβούλιο αποφασίζει με την πλειοψηφία των μελών του, αφού ακούσει εκπροσώπους του κόμματος και συμβουλευτεί ειδική γνωμοδοτική επιτροπή απαρτιζόμενη από ανεξάρτητες προσωπικότητες. Κόμμα που διαπιστωμένα δεν υπηρετεί τις παραπάνω αρχές χάνει την ιδιότητά του αυτή και αποκλείεται από τη χρηματοδότηση.
Οι αντιρρήσεις στη ρύθμιση αυτή στηρίζονται κυρίως στη σκέψη ότι εφόσον υπάρχουν οπαδοί του ολοκληρωτισμού, τα πολιτικά κόμματα-εκφραστές του τελευταίου δικαιούνται ίσης μεταχείρισης με τα υπόλοιπα και προέρχονται από όσους βλέπουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτά κατοχυρώνονται στα εθνικά Συντάγματα και στο ευρωπαϊκό δίκαιο, ως υποδεέστερα της υπερίσχυσης της πλειοψηφικής αρχής. Για αυτούς η δημοκρατία είναι μόνο διαδικαστική: ακόμη και ο Χίτλερ καλώς αφέθηκε να ανέβει στην εξουσία μέσω εκλογών. Το κράτος, σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, πρέπει να είναι ουδέτερο φιλοσοφικά. Θα σήμαινε αυτό, για παράδειγμα, ότι μια οργάνωση υπέρ της παιδοφιλίας θα έπρεπε να ενισχύεται εξίσου με μία που προστατεύει άπορα παιδιά.
Η συζήτηση παραπέμπει στην αέναη σύγκρουση μεταξύ διαδικαστικής και ουσιαστικής ελευθερίας. Το παράδοξο είναι ότι η δεύτερη προϋποθέτει και συνεπάγεται όρια στην πρώτη. Γι' αυτό και όσοι κατανοούν τη συνταγματική δημοκρατία ως αδιάσπαστο συνδυασμό διαδικασίας από τη μια, δηλαδή της πλειοψηφικής αρχής, και ουσίας από την άλλη, δηλαδή προστασίας της ίσης ελευθερίας όλων, δέχονται ότι η συνταγματική δημοκρατία δεν επιτρέπεται να περιθάλπει αυτούς που την επιβουλεύονται, δεν μπορεί δηλαδή να αυτοκαταργείται.
Ετσι καταλήγουμε σήμερα να μην έχουμε λεφτά...
Αν το καλοσκεφτείς, αυτό που γίνεται τα τελευταία χρόνια είναι ότι το κράτος απορροφά με τους υπερβολικούς και έκτακτους φόρους όλη τη ρευστότητα για να βγάλει πρωτογενές πλεόνασμα και έτσι να πάρει τη δόση της χρηματοδότησης από την Ευρώπη ώστε να έχει να πληρώσει τις μεγάλες δαπάνες του. Αυτό είναι η περιγραφή ενός φαύλου κύκλου που δεν μας οδηγεί πουθενά. Αυτό που θα δημιουργούσε μια δυναμική στην οικονομία είναι η μείωση των δαπανών του Δημοσίου ώστε να χρειάζεται λιγότερους φόρους - έτσι θα απελευθερώνονταν λεφτά για να κινείται η αγορά και θα ξεκίναγαν κάποιες επενδύσεις. Ιδιαίτερα μάλιστα αν μείωνε το Δημόσιο τις λειτουργικές του δαπάνες και διατηρούσε ένα –έστω- μικρό ποσό για δημόσιες επενδύσεις. Ομως η κυβέρνηση και όλες οι παλιότερες και οι μελλοντικές δεν θέλουν να τα βάλουν με το Δημόσιο. Είναι ταυτισμένες μαζί του, είναι ένα και το αυτό.
Ετσι καταλήγουμε σήμερα να μην έχουμε λεφτά, να μην παράγουμε, να μην απορροφάμε τους ανέργους, οι περιουσίες -κινητές και ακίνητες- να απαξιώνονται και πολύ μεγάλοι και σημαντικοί κλάδοι της οικονομίας να καταρρέουν. Κανείς δεν έχει σκεφτεί πώς θα στηρίξουμε τη βιομηχανία, κανείς δεν έχει σκεφτεί πώς θα στηρίξουμε τις εξαγωγές, κανείς δεν έχει σκεφτεί πώς θα αυξήσουμε τις επενδύσεις, κανείς δεν έχει σκεφτεί εναλλακτικούς τρόπους χρηματοδότησης εκτός τραπεζών για τις επιχειρήσεις. Κανείς ακόμη δεν έχει σκεφτεί να μειώσει την παρέμβαση της Εφορίας, της Πολεοδομίας και των άλλων δημόσιων υπηρεσιών στις συναλλαγές εφαρμόζοντας πιο απλά και μοντέρνα συστήματα. Και δεν το έχει σκεφτεί κανείς διότι δεν θέλουν να μειώσουν τις παρεμβάσεις, αφού από αυτές προέρχεται όλη η διαφθορά, η οποία όμως εξασφαλίζει χρήμα και ισχύ στους δημόσιους υπαλλήλους, στους πολιτικούς και τα κόμματα. Ετσι, όμως, δεν πάμε πουθενά.
Για να ξεφύγουμε από αυτό το πρόβλημα θα πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος παράκαμψης του Δημοσίου. Δηλαδή, αφού δεν θέλουν οι κυβερνήσεις να το περιορίσουν, θα πρέπει να το παρακάμψουν ώστε να γίνεται η δουλειά. Οπως, π.χ., έγινε με τα ΚΕΠ που δώσανε λύση σε χιλιάδες καθημερινές συναλλαγές του πολίτη με το Δημόσιο και περιόρισαν σημαντικά την καθημερινή μικροδιαφθορά. Κάτι τέτοιο πρέπει να γίνει με όλες τις δημόσιες υπηρεσίες.
Αντίστοιχα, σε όλους τους τομείς της οικονομίας πρέπει να υπάρχει ένα ελληνικό σχέδιο δράσης. Να ξέρουμε πού θέλουμε να πάμε και πώς θα πάμε προς τα εκεί, λαμβάνοντας υπόψη την ελληνική «ιδιαιτερότητα» της διαπλοκής δημόσιας διοίκησης, πολιτικής, κομμάτων και ψηφοφόρων.
Ετσι καταλήγουμε σήμερα να μην έχουμε λεφτά, να μην παράγουμε, να μην απορροφάμε τους ανέργους, οι περιουσίες -κινητές και ακίνητες- να απαξιώνονται και πολύ μεγάλοι και σημαντικοί κλάδοι της οικονομίας να καταρρέουν. Κανείς δεν έχει σκεφτεί πώς θα στηρίξουμε τη βιομηχανία, κανείς δεν έχει σκεφτεί πώς θα στηρίξουμε τις εξαγωγές, κανείς δεν έχει σκεφτεί πώς θα αυξήσουμε τις επενδύσεις, κανείς δεν έχει σκεφτεί εναλλακτικούς τρόπους χρηματοδότησης εκτός τραπεζών για τις επιχειρήσεις. Κανείς ακόμη δεν έχει σκεφτεί να μειώσει την παρέμβαση της Εφορίας, της Πολεοδομίας και των άλλων δημόσιων υπηρεσιών στις συναλλαγές εφαρμόζοντας πιο απλά και μοντέρνα συστήματα. Και δεν το έχει σκεφτεί κανείς διότι δεν θέλουν να μειώσουν τις παρεμβάσεις, αφού από αυτές προέρχεται όλη η διαφθορά, η οποία όμως εξασφαλίζει χρήμα και ισχύ στους δημόσιους υπαλλήλους, στους πολιτικούς και τα κόμματα. Ετσι, όμως, δεν πάμε πουθενά.
Για να ξεφύγουμε από αυτό το πρόβλημα θα πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος παράκαμψης του Δημοσίου. Δηλαδή, αφού δεν θέλουν οι κυβερνήσεις να το περιορίσουν, θα πρέπει να το παρακάμψουν ώστε να γίνεται η δουλειά. Οπως, π.χ., έγινε με τα ΚΕΠ που δώσανε λύση σε χιλιάδες καθημερινές συναλλαγές του πολίτη με το Δημόσιο και περιόρισαν σημαντικά την καθημερινή μικροδιαφθορά. Κάτι τέτοιο πρέπει να γίνει με όλες τις δημόσιες υπηρεσίες.
Αντίστοιχα, σε όλους τους τομείς της οικονομίας πρέπει να υπάρχει ένα ελληνικό σχέδιο δράσης. Να ξέρουμε πού θέλουμε να πάμε και πώς θα πάμε προς τα εκεί, λαμβάνοντας υπόψη την ελληνική «ιδιαιτερότητα» της διαπλοκής δημόσιας διοίκησης, πολιτικής, κομμάτων και ψηφοφόρων.
Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014
Η αίσθηση της κοινής γλώσσας οδηγεί στην κοινότητα των αγανακτισμένων και των «προδομένων» .
Μήπως λοιπόν τα περί εγκληματικής οργάνωσης και δίωξής της δεν αρκούν και δεν λύνουν το πρόβλημα; Τα κρίσιμα αυτά ερωτήματα αλλάζουν και το πλαίσιο της αντιμετώπισης του εγχώριου νεοναζιστικού φαινομένου. Ασφαλώς η Δικαιοσύνη πρέπει να επιτελέσει το έργο της και να επιβάλει τις κυρώσεις που προβλέπει ο νόμος. Δεν φτάνει όμως μόνο η παρέμβαση της Δικαιοσύνης.
Πρέπει παράλληλα να αρχίσει να ξετυλίγεται ολόκληρο το ιδεολογικό πλέγμα που περισφίγγει την ελληνική κοινωνία και την καθιστά έτοιμη αποδέκτρια των αντιδραστικών ιδεών. Εθνικισμός, πατριδοκαπηλία, ανορθολογισμός, συνωμοσιολογία, δημαγωγία, συνεχής καταγγελία κάποιων εχθρών του έθνους, ανοχή της βίας, κατηγορίες για προδοσίες και ξεπουλήματα, ιδιότυπη θρησκευτική μισαλλοδοξία, ξενοφοβία, άρνηση του Αλλου, αντισημιτισμός είναι οι λέξεις και έννοιες που, χαρακτηρίζουν δυστυχώς τον εγχώριο δημόσιο βίο.
Τις ίδιες όμως αυτές έννοιες και προσλαμβάνουσες διαθέτει και το ναζιστικό ιδεολογικό οπλοστάσιο. Ετσι η ώσμωση και η εξοικείωση συντελούνται εύκολα και η αίσθηση της κοινής γλώσσας οδηγεί στην κοινότητα των αγανακτισμένων και των «προδομένων» από τη Δημοκρατία της Μεταπολίτευσης και τον κοινοβουλευτισμό. Υστερα έρχεται γρήγορα και ανεπαίσθητα η νομιμοποίηση της ναζιστικής ρητορικής στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο. Η διάρρηξη του αντιδραστικού αυτού ιδεολογικού πλέγματος και η αποκάλυψη των μηχανισμών νομιμοποίησης των ναζιστικών ιδεών και πρακτικών στην κοινωνία είναι καθήκον όλων εκείνων που αναγνωρίζονται στα προτάγματα της ελευθερίας και του διαλόγου, της πολιτικής και φυλετικής ισότητας και της μείωσης της οικονομικής ανισότητας. Διαφορετικά, όσες δικαστικές διώξεις και αν ασκηθούν, δεν θα έρθει η δύση του ναζιστικού φαινομένου.
Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014
Στις περιφέρειες, η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη.
Ξεκινώντας από τα πρόσωπα, η διεκδίκηση αιρετού αξιώματος από μη επαγγελματίες πολιτικούς είναι δύσκολη απόφαση: δεν ακολουθείς τα βήματα σταδιοδρομίας, εκτίθεσαι στην κρίση των συμπολιτών σου, ελπίζεις να σε δικαιώσουν, να αναγνωρίσουν την αξία σου - και φοβάσαι μήπως σε υποτιμήσουν. Επιπλέον, οι τοπικοί επαγγελματίες, όταν δεν είναι κομματικά στελέχη που περιμένουν άλλες ανταποδόσεις, έχουν το πρόβλημα πως η ανάμειξη σε καταστάσεις διαιρετικές δεν βοηθά στη δουλειά τους - ενώ δημόσιοι υπάλληλοι ή συνταξιούχοι δεν αναλαμβάνουν κανένα ρίσκο. Οι περιπτώσεις επιτυχημένων επαγγελματιών που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την πείρα τους για το κοινό καλό σπανίζουν δυστυχώς στην επαρχία.
Από τη στιγμή που θα αποφασίσει κάποιος να εκτεθεί στην κρίση της μικρής κοινωνίας του, πρέπει να προσπαθήσει να δικαιωθεί. Πολλές δεκάδες χιλιάδες συμπολίτες μας, με ευγενείς προθέσεις οι περισσότεροι, θα εμπλακούν σε αυτή την προσπάθεια προσωπικής δικαίωσης, θα κινητοποιήσουν όλες τους τις δυνάμεις για να πετύχουν - για τούτο και οι ευρωεκλογές θα περάσουν σε δεύτερη μοίρα, κάνουν λάθος όσοι επενδύουν σε αυτές για να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, τα τοπικά οικονομικά και πολιτικά διακυβεύματα είναι μεγάλα: οι δήμαρχοι έχουν εξουσίες, ανεξέλεγκτες συνήθως. Πυκνή ομίχλη καλύπτει τη διαχείριση του δημοτικού χρήματος, τις αναθέσεις έργων, τα πεπραγμένα δημοτικών επιχειρήσεων, τους διορισμούς. Στις περιφέρειες, η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη.
Πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι στις αυτοδιοικητικές εκλογές εμπλέκονται και οι βουλευτές, εκλεγμένοι ή και αποτυχόντες, οι κατ' εξοχήν επαγγελματίες πολιτικοί της χώρας. Η εκλογή φίλων δημάρχων εξασφαλίζει πολιτική ισχύ και δυνατότητες μεγαλύτερου ελέγχου στους νομούς τους.
Η αλληλοϋποστήριξη δημάρχων-βουλευτών είναι ίσως ο σημαντικότερος λόγος διαιώνισης των ίδιων προσώπων για πολλές τετραετίες στις θέσεις τους και δημιουργίας «τζακιών» σε όλους τους νομούς. Η καλλιέργεια των πελατειακών σχέσεων περνά σε μεγάλο βαθμό μέσα από τις εξυπηρετήσεις (από την ανάθεση εργολαβιών σε «δικούς μας» ως τους διορισμούς) που εξασφαλίζει η τοπική αυτοδιοίκηση.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)