Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Εχουν τη βεβαιότητα της αλήθειας, χωρίς την αλήθεια.


Θα ήταν μόνο για γέλια, αν η χώρα δεν διέτρεχε τον κίνδυνο να κυβερνηθεί από αυτούς. Αναφέρομαι στην ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ, σχετικά με την επίσκεψη Ολάντ στην Αθήνα· και, ειδικά, στο ύφος της. Ο ΣΥΡΙΖΑ μέμφεται την κυβέρνηση, επειδή, λέει, «έχασε την ευκαιρία» να τα ψάλει στους μνημονιακούς, να τους τα πει ένα χεράκι για το περιβόητο «λάθος» του πολλαπλασιαστή κ.λπ. Συγγνώμη, αλλά δεν είναι τουλάχιστον αλαζονικό να μέμφεσαι ως αντιπολίτευση την κυβέρνηση, επειδή «έχασε την ευκαιρία» να παίξει τον ρόλο της αντιπολίτευσης; Είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Θα μπορούσαν, πράγματι, να μιλούν για χαμένη ευκαιρία αν συνέβαινε το απίθανο η κυβέρνηση να συμμερίζεται τις θέσεις της αντιπολίτευσης. Καλώς ή κακώς, όμως, στα δημοκρατικά καθεστώτα, παρά τις όποιες ιδιομορφίες και παθογένειες τα κατατρύχουν, τέτοιες συμπτώσεις δεν συνηθίζονται. Μόνον σε κάτι «λαϊκές δημοκρατίες», που φαίνεται ότι τις νοσταλγούν πολλοί εκεί στον ΣΥΡΙΖΑ, συνέβαιναν αυτά. Εκτός, βέβαια, αν η αλαζονική διατύπωση οφείλεται στην ενόχληση του συντρόφου προέδρου, επειδή αγνοήθηκε από τον «Ολαντρέου», παρά την επιθυμία του να τον συναντήσει.
Η ρίζα αυτής της αλαζονείας βρίσκεται στην πεποίθηση -κοινή και ακλόνητη στους μαρξιστές όλων των τύπων- ότι κατέχουν την απόλυτη αλήθεια. Την έχει και το ΚΚΕ· ωστόσο, υπάρχει η ειδοποιός διαφορά. Ενώ το ΚΚΕ την έχει χαραγμένη σε πέτρινες δέλτους, που μένουν αναλλοίωτες εις τους αιώνες των αιώνων (αμήν), ο ΣΥΡΙΖΑ την έχει κάπου, αλλά δεν ξέρει πού. Οπως ακριβώς όταν ξέρεις, φερ’ ειπείν, ότι κάπου μέσα στο συρτάρι που πετάς κάθε χρόνο τις φορολογικές δηλώσεις βρίσκεται η δήλωση της τάδε χρονιάς και, αν ψάξεις, κάποια στιγμή θα τη βρεις. Ετσι είναι και η αλήθεια του ΣΥΡΙΖΑ: κάπου υπάρχει μέσα στο σύμπαν της μαρξιστικής θεωρίας, αλλά πού ακριβώς δεν ξέρουν. Εχουν τη βεβαιότητα της αλήθειας, χωρίς την αλήθεια. Βοήθειά μας, έτσι που μπλέξαμε...

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

ΟΙ νέοι πολύ απλά δεν έχουν μέλλον.

Μετά από τρία χρόνια που η Ελλάδα είναι το πειραματόζωο της εφαρμογής των μνημονίων έχει μετατραπεί σε κοινωνία του ενός τρίτου και όταν ολοκληρωθεί το έργο της καταστροφής πιθανώς θα είναι του ενός τετάρτου. Οι μισθοί των 300-500 ευρώ θα παγιωθούν, οι ελλείψεις σε Υγεία, Παιδεία, Ασφάλιση, Πρόνοια θα μονιμοποιηθούν, οι νέοι πολύ απλά δεν έχουν μέλλον. Παράλληλα η δημόσια περιουσία που δημιουργήθηκε με τον μόχθο του ελληνικού λαού αλλά και οι φυσικοί πόροι του έθνους θα ξεπουληθούν. Ακόμη και τώρα η αριστεροδέξια συναίνεση δεν δίνει άλλη προοπτική για τον πληθυσμό.

Προκαλεί πραγματικά απορία γιατί οι πολίτες παρακολουθούν απαθείς την καταστροφή της χώρας τους ή ακόμη και ευγνωμονούν τους δημίους τους. Η απάντηση πιθανώς είναι στην θεωρία του σοκ. Εκείνο που τους συγκρατεί είναι ο εμπεδωμένος φόβος ότι αν κάνουν μία άλλη επιλογή τότε θα υπάρξουν ακόμη χειρότερα. Κι ας μην υπάρχουν πια χειρότερα.

Στην Ελλάδα εφαρμόστηκε το πιο άγριο πείραμα νεοφιλελεύθερης απορρύθμισης σε χώρα του δυτικού κόσμου. Η σκληρότητα του πειράματος ως προς τα αποτελέσματα συγκρίνεται μόνο με το προηγούμενο της Χιλής. Εκεί όμως αμέσως με την επιβολή του ο δικτάτορας έκλεισε τους αντικαθεστωτικούς στο στάδιο του Σαντιάγο και τους εξόντωσε ενώ όσοι γλύτωσαν τους περίμεναν διώξεις, εκτελέσεις ή εξορία.

Στην Ελλάδα η δικτατορία της αγοράς επιβλήθηκε έξωθεν, με διαφορετικό τρόπο. Οι φυσικοί ταγοί της κοινωνίας, πολιτικοί, οικονομικοί, συνδικαλιστικοί, ΜΜΕ δεν εξοντώθηκαν έκαναν κάτι χειρότερο πέρασαν στον αντίπαλο στρατόπεδο και αποτέλεσαν την δύναμη κρούσης ενάντια στον πληθυσμό. Kαι όπως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις το βαπτίζουν εθνική διάσωση.

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Και η απελευθέρωση είναι γενική, όταν γενική είναι και η απεργία.


Το ύφος και το ήθος τους δεν αγγίζει τους απεργούς. Γι αυτό και μένουν χωρίς απήχηση - χάνονται στο κενό.
Η γενική απεργία οφείλεται σε τέσσερις λόγους: πρώτον, στην αύξηση της ανεργίας, δεύτερον, στην περικοπή μισθών και συντάξεων, τρίτον στη συρρίκνωση των εργασιακών δικαιωμάτων, και τέταρτον, στο ξεχαρβάλωμα του κοινωνικού κράτους.
Και μόνο ένας από αυτούς τους λόγους θα δικαιολογούσε την κήρυξη της, και οι τέσσερις μαζί τη διαρκή της επανάληψη.
Η μεταπολεμικά πρωτοφανής επίθεση σε εισοδήματα και δικαιώματα έχει και άλλες επιπτώσεις. Η κυριότερη είναι ότι μαζί με την απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου καταστράφηκαν και οι θεσμοί, όπως εκείνοι στον τομέα της υγείας και ασφάλειας, που εξασφάλιζαν τη συναίνεση των πλατιών στρωμάτων (μισθωτών και ελεύθερων επαγγελματιών) στον ελληνικό υπαρκτό καπιταλισμό.
Πολύς κόσμος απέσυρε από τότε την εμπιστοσύνη του από τα παραδοσιακά κόμματα, θέτοντας υπό αίρεση και τη νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος. Οι μαγικές εικόνες περί ισότητας και ισονομίας, που παρήγαγε η κυρίαρχη ιδεολογία, καταρρακώθηκαν. Κι αυτό άνοιξε το δρόμο για τη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή.
Η επιτυχία της γενικής απεργίας δεν είναι δεδομένη. Σίγουρη φαίνεται μόνο η μεγάλη συμμετοχή σε αυτήν. Το πιθανότερο είναι όμως ότι δεν θα επιτύχει τον κεντρικό στόχο της, ήτοι την κατάργηση του μνημονίου. Η κυβέρνηση είναι ακόμα αρκετά ισχυρή, για να μπορεί να αρνηθεί και κάθε επιμέρους παραχώρηση. 
Όμως και μόνο η διεξαγωγή της γενικής απεργίας αποτελεί επιτυχία. Κι αυτό για λόγους που αφορούν στη θεμελιακή σχέση εργασίας και κεφαλαίου. Η σχέση αυτή είναι, υπό κανονικές συνθήκες, εντελώς άνιση - οι εργαζόμενοι έχουν το κάτω χέρι, οι εργοδότες το πάνω. Σε μια απεργία όμως η ανισότητα σπάει σε χίλια κομμάτια, η ροή της εκμετάλλευσης διακόπτεται, οι αντίπαλοι αντιπαρατίθενται με ίσα όπλα. Για λίγες τουλάχιστον ώρες, το καπιταλιστικό σύστημα εργασίας και ζωής καταλύεται. Οι εργοδότες εισπράττουν αυτή την εμπειρία ως Ύβρη, οι εργαζόμενοι ως απελευθέρωση. Και η απελευθέρωση είναι γενική, όταν γενική είναι και η απεργία.
Μια απεργιακή κινητοποίηση δεν αποτελεί βέβαια απελευθερωτική γυμναστική. Το ζητούμενο της είναι πάντα συγκεκριμένο και μάλλον πεζό: Σήμερα - το φρενάρισμα της «τρελής» κούρσας του μνημονίου.
Το αν οι απεργοί θα ανατρέψουν σήμερα τα ήδη ληφθέντα μέτρα, είναι, όπως ειπώθηκε παραπάνω, πολύ αμφίβολο. Πιο εύκολα, αντίθετα, θα μπορούσαν να βάλουν φρένο στις σχεδιαζόμενες αποφάσεις της κυβέρνησης, όπως για τον περιορισμό του δικαιώματος της απεργίας, ή την περαιτέρω μείωση του κατώτατου μισθού. Και μόνο αυτό, αν το πετύχαιναν, θα έφτανε για να αναπτερώσει το ηθικό τους - και να ενισχύσει έτσι σημαντικά τη θέση τους στο μελλοντικό αγώνα κατά του μνημονίου.

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Η ελληνική κοινωνία παραμένει εγκλωβισμένη στην ανικανότητα και τη διαφθορά του πολιτικού κόσμου.

Η ελληνική κοινωνία παραμένει εγκλωβισμένη στην ανικανότητα και τη διαφθορά του πολιτικού κόσμου, ο οποίος αδυνατεί να αντιληφθεί τις αναγκαίες αλλαγές και πολύ περισσότερο να τις εφαρμόσει. Και η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση. Η μεν κυβέρνηση θεωρεί ότι «πάει καλά» έχοντας ως μοναδικό κριτήριο τα εύσημα των πιστωτών, η δε αντιπολίτευση θεωρεί ότι παίζει σωστά τον ρόλο της υιοθετώντας κάθε διαμαρτυρία των πολιτών και -ακόμη χειρότερα- πυροδοτώντας διαμαρτυρίες και ρίχνοντας λάδι στη φωτιά της αγανάκτησης. Και οι μεν και οι δε κρατάνε τη χώρα πίσω και εμποδίζουν από κοινού την πρόοδο, η οποία αναγκαστικά περνάει μέσα από μεταρρυθμίσεις, που όμως δεν γίνονται.

Η κυβέρνηση καταφέρνει να περιορίσει το έλλειμμα του Δημοσίου εξαντλώντας τη φοροδοτική δυνατότητα μόνον των συνεπών φορολογουμένων. Οσοι δηλώνουν το εισόδημά τους και την περιουσία τους επιβαρύνονται διαρκώς με νέους φόρους, ληστρικούς σε πολλές περιπτώσεις. Παράλληλα υφίστανται μειώσεις των εισοδημάτων τους. Η περιουσία υπερφορολογείται - είτε είναι καταθέσεις, είτε ομόλογα, είτε ακίνητα. Με τον γενικό χαρακτηρισμό «πλούσιος» ο κάθε μικρομεσαίος αναγκάζεται να πληρώσει «κερατιάτικα» είτε έχει λεφτά για να πληρώσει είτε όχι. Αν δεν έχει, χαρακτηρίζεται φοροφυγάς και κινδυνεύει να πάει στη φυλακή. Οι αληθινοί φοροφυγάδες φυσικά συνεχίζουν το πάρτι και δεν πληρώνουν φράγκο. Η κυβέρνηση απαντάει με θράσος σ’ αυτές τις παρατηρήσεις ότι είναι αναγκασμένη να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα και ότι, αφού δεν μπορεί να συλλάβει τη φοροδιαφυγή, θα συνεχίσει να εξαντλεί τους συνεπείς φορολογουμένους.  Η πολιτική αυτή ωστόσο εκτός από -προφανώς- άδικη, είναι και λάθος. 

Διότι αυτή είναι που προκαλεί την ύφεση. Αν αντί γι’ αυτά τα μέτρα η κυβέρνηση έπιανε τη φοροδιαφυγή, δεν θα είχαμε ούτε ύφεση, ούτε αγανάκτηση. Δεν πρέπει λοιπόν να καμαρώνει, ούτε να ελπίζει σε στήριξη από τους συνετούς και έντιμους πολίτες. Είναι οι μόνοι που πληρώνουν και σε λίγο δεν θα έχουν. Ομως η κυβέρνηση ποντάρει στον φόβο αυτών των πολιτών, στον φόβο του λεγόμενου «μεσαίου χώρου», ο οποίος θεωρεί η κυβέρνηση ότι αναγκαστικά θα συνεχίσει να ψηφίζει Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜ.ΑΡ. φοβούμενος την αλλαγή του ΣΥΡΙΖΑ προς τα αριστερά και τη Χρυσή Αυγή από τα δεξιά. Ο φόβος αυτός είναι μεν ισχυρός για πολλούς ψηφοφόρους, αλλά όχι τόσο ώστε να ξεπεράσουν τη φτώχεια, την ανεργία και την αδικία των τριών κομμάτων της συγκυβέρνησης. 

Από την άλλη μεριά ο ΣΥΡΙΖΑ, διότι μόνον αυτός μπορεί να θεωρηθεί αυτή τη στιγμή «σοβαρή αντιπολίτευση», δεν είναι καθόλου σοβαρός. Ο Αλέξης Τσίπρας προσπάθησε να παρουσιάσει ένα πιο ήπιο προφίλ πραγματοποιώντας σημαντικές διεθνείς επαφές, και ενώ ασφαλώς πήρε τα μηνύματα που σταθερά δίνει ο δυτικός κόσμος, επέστρεψε ξαφνικά πανικόβλητος στις παλιές αναχρονιστικές τακτικές διαμαρτυρίας υπό την πίεση της «αριστερής» κριτικής που υπέστη μέσα στο κόμμα του. Είναι ασφαλώς αντιληπτό ότι προτεραιότητα του Τσίπρα είναι να κερδίσει όσο πιο πολλούς ψηφοφόρους μπορεί και γι’ αυτό υιοθετεί κάθε ανόητη, παράλογη και οπισθοδρομική άποψη υπάρχει για να τους ικανοποιήσει όλους. Ομως έτσι δεν μπορεί να προσεγγίσει τον μεσαίο χώρο. Και το πολιτικό παιχνίδι θα παιχτεί εκεί, όχι στα άκρα. Στην καλύτερη για εκείνον περίπτωση, αν ποτέ καταφέρει να αναρριχηθεί στην εξουσία, θα αναγκαστεί να διαψεύσει τις προσδοκίες των ψηφοφόρων του διότι θα πρέπει να αρνηθεί τα αιτήματα που σήμερα επιπόλαια υποστηρίζει. ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ..

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Τελικά στην Ελλάδα ο μόνος τομέας που γνωρίζει σημαντική ανάπτυξη είναι η… ανεργία.

Τελικά στην Ελλάδα ο μόνος τομέας που γνωρίζει σημαντική ανάπτυξη είναι η… ανεργία.

Την εκτίμηση ότι οι άνεργοι μέχρι το τέλος του 2013 θα είναι 2.300.000, ξεπερνώντας και το 30% που υπολογίζει το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών, εξέφρασε ο επιστημονικός συνεργάτης του ΙΝΕ - ΓΣΕΕ Γιώργος Ρωμανιάς.

Και εδώ έρχεται να αναρωτηθεί κανείς τι θα γίνει με αυτή την κατάσταση. Θα ξεπεράσουν οι άνεργοι… τον πληθυσμό της χώρας; Θα μεταναστεύσουμε όλη μαζί στην αλλοδαπή προς αναζήτηση καλύτερης τύχης; Θα αναζητήσουμε άλλες διεξόδους στο αδιέξοδό μας; Όπως και να έχει, η ανεργία δεν εξαλείφεται καταγγέλλοντάς την. Αυτό σημαίνει ότι το σύνολο του πολιτικού μας συστήματος, πρώτον, πρέπει να αντιδράσει δυναμικά σε αυτή την επιδημία, η οποία καταστρέφει τη χώρα αποτελεσματικότερα από ό,τι την κρατά ημιθανή η… ανάπτυξη. Δεύτερον, να πάψουν οι καταγγελίες – όλοι γνωρίζουμε ότι η ανεργία είναι… κακό πράγμα – και να κατατεθούν προτάσεις ρεαλιστικές, εφαρμόσιμες άμεσα και όχι κατόπιν συμπαντικών ανακατατάξεων. Επίσης για όσους πολιτεύονται αναζητώντας ψήφους επειδή υπάρχουν άνεργοι να θέσουν τις δημιουργικές τους ικανότητες στην υπηρεσία της καταπολέμησης της ανεργίας και όχι της δημιουργικής της εκμετάλλευσης.

Το μεγάλο αυτό πρόβλημα της χώρας μας, που σκοτώνει το πιο δυναμικό και ελπιδοφόρο κομμάτι της κοινωνίας, είναι η ανεργία των νέων. Είναι ανάγκη να αντιμετωπιστεί η ανεργία ως μέγα εθνικό πρόβλημα με ομοψυχία και συνεργασία κι όχι να παραμένει πεδίο της γελοίας μικροπολιτικής εκμετάλλευσης των εκλεκτών κομμάτων του Κοινοβουλίου μας.
 

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Με... πρωταγωνιστή την Ελλάδα, που σύρεται στο σφαγείο σαν πρόβατο.


Η λιτότητα για τους πολλούς, στη φάση που διανύει το ευρωοικοδόμημα, δεν συνιστά εργαλείο για την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και τις άλλες συναφείς πολιτικοοικονομικές μεγαλοστομίες. Είναι η «μεγάλη ιδέα» της σημερινής νεοφιλελεύθερης ηγεσίας της Ευρωζώνης για γενικευμένη αναδιανομή του πλούτου υπέρ του κεφαλαίου και σε βάρος του κόσμου της εργασίας. Με αντιθέσεις, αντιφάσεις και συγκρούσεις στο εσωτερικό της. Τελικά, τόσο απλά είναι τα πράγματα στο επίπεδο αυτό, παραβλέποντας γεωστρατηγικές, διεθνείς και εθνικούς συσχετισμούς.
Αν αυτό ηχεί σε ορισμένους παλιομοδίτικο και... πολύ μαρξιστικό, κοιτώντας την τρέχουσα πραγματικότητα, μπορεί να διατυπωθεί και μοντερνιστικά: ο μισθός (και τα εργασιακά - ασφαλιστικά - κοινωνικά δικαιώματα) αποσυνδέεται από τη διαβίωση. Αυτονομείται από την ίδια τη ζωή και την καθημερινότητα του πολίτη. Συνδέεται με εξωανθρώπινες παραμέτρους. Γίνεται μέγεθος της αγοράς, παύει να είναι ανθρώπινο μέτρο. Οχι θεωρητικά, αλλά θεσμοθετημένα κιόλας. Οπως για παράδειγμα με τις «ρήτρες» του τρίτου μνημονίου. Ολα -μα όλα- δείχνουν ότι ένα από τα πιθανότερα σχέδια εφαρμογής της «μεγάλης ιδέας» του ευρωνεοφιλελευθερισμού (για την ακρίβεια ενός αθροίσματος πολλών μικρότερων «μεγάλων ιδεών») είναι η κινεζοποίηση του ευρωπαϊκού Νότου. Με... πρωταγωνιστή την Ελλάδα, που σύρεται στο σφαγείο σαν πρόβατο. Στο πλαίσιο αυτό ουδέν λάθος διέπραξε και ο αξιότιμος Γ. Μέργος για τους μισθούς. Με την ιδιότητα και τη θέση του στο όλο σύστημα εξέφρασε, με δικά του λόγια, αυτή τη στρατηγική. Οπως ακριβώς προκύπτει και από το τρίτο μνημόνιο...

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

Θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για πολλά...


Ολο και πιο συχνά συναντά κανείς στον δρόμο και -κυρίως- στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς αποκλίνουσες συμπεριφορές. Αγένεια, επιθετικότητα και εντάσεις υπήρχαν ανέκαθεν. Εχει αυξηθεί όμως ο αριθμός εκείνων που παραμιλάνε, που ζουν αποκομμένοι σε έναν δικό τους κόσμο, που δεν επικοινωνούν με το περιβάλλον.
Η ψυχική υγεία του πληθυσμού στην Αθήνα, που βιώνει σε πύκνωση τα προβλήματα της κρίσης, συγκεντρώνοντας το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας (29% στην περιφέρεια Αττικής), εμφανίζει σημάδια διαταραχής. Δεν είναι μόνο οι στατιστικές για την ανερχόμενη κατάθλιψη ή τον αριθμό των αυτοκτονιών που προκαλούν (ή θα έπρεπε να προκαλούν τουλάχιστον) ανησυχία. Ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι η πίεση από τις ανατροπές μιας διαρκώς υπό αίρεση καθημερινότητας, από την αυξανόμενη αστάθεια και αβεβαιότητα, το ανακυκλούμενο και τροφοδοτούμενο αδιέξοδο, κλονίζει τις όποιες ισορροπίες. Η πραγματικότητα που μας περιβάλλει επιδεινώνεται για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Πώς μπορεί να διαχειριστεί κανείς την έλλειψη ή την απώλεια βασικών αγαθών, τη βίαιη αποκοπή από την ευδαιμονία ή και τη φαντασίωση ευδαιμονίας;
Ο θυμός, η κατάπτωση, η σύγχυση, τα παραληρήματα είναι «διαφυγή» από έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτατα και νιώθουμε να μη μας περιλαμβάνει. Να μένουμε απέξω. Να περισσεύουμε.
Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι τη δυνατότητα, την ψυχραιμία, τη γνώση ή τη σοφία να διαχειρίζονται κρίσεις όπως αυτή που ζούμε.
Θα μπορέσει η κοινωνία των πολιτών, οι ποικίλες δράσεις αλληλεγγύης και εθελοντισμού να ανακουφίσουν (και) τον ψυχικό πόνο; Αλλιώς, έως ότου διαβούμε το τούνελ και αρχίσει να διαφαίνεται η έξοδος, θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για πολλά σκοτάδια· μυαλού και ψυχής, που είναι και τα πιο απρόβλεπτα.