Κυριακή 14 Αυγούστου 2016


Εθνικό ζήτημα η παιδική προστασία!




  • 14/8
Αν η προστασία των ευάλωτων ομάδων είναι ένας γενικός δείκτης του επιπέδου του κοινωνικού κράτους, η παιδική προστασία είναι το θεμελιώδες κριτήριο για την ανταπόκριση ενός κράτους στις πιο αυτονόητες υποχρεώσεις του. Η διασφάλιση και η φροντίδα της παιδικής ηλικίας αντανακλoύν, σε επίπεδο πρακτικό και θεσμικό, την ποιότητα της συγκεκριμένης κοινωνίας και του πολιτισμού της.
Αυτή η ύψιστης σημασίας προτεραιότητα του «υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού», έναντι άλλων, δεν είναι κάτι το διασταλτικό. Που σχετικοποιείται ή αμβλύνεται, δηλαδή σε περιόδους κρίσεων, όπως αυτή που βιώνουμε τα μνημονιακά χρόνια με τους ακρωτηριασμούς του κοινωνικού κράτους. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει. Αφού τότε οι ανάγκες για προστασία προσλαμβάνουν μαζικές διαστάσεις και εκτοξεύονται.
Τα σχετικά στοιχεία και η κατάσταση που επικρατεί σήμερα, όπως παρουσιάζονται στο «Eθνος της Κυριακής», ηχούν ως δραματικό σήμα κινδύνου συνολικά προς την Πολιτεία. Αν και συγκεκριμένες στατιστικές δεν υπάρχουν, η εικόνα, όπως αποτυπώνεται στις διαπιστώσεις πολλών φορέων, είναι πολλαπλώς τραγική. Νεογνά και βρέφη εγκαταλελειμμένα σε νοσοκομεία. Παιδιά κακοποιημένα ή αφημένα στο έλεος του Θεού από γονείς που αδυνατούν να τα μεγαλώσουν. Λόγω οικονομικής ανέχειας ή ατομικών προβλημάτων. Από τον εθισμό σε ναρκωτικές ουσίες, το αλκοόλ, είτε άλλες αιτίες. Ακόμη ασυνόδευτοι ανήλικοι πρόσφυγες και μετανάστες που διαβιούν σε αστυνομικά κρατητήρια σε συνθήκες εγκλεισμού, αντί σε ειδικούς ξενώνες και κέντρα.
Η έκρηξη του προβλήματος στις συνθήκες φτωχοποίησης, με τις συνακόλουθες επιπτώσεις της, αλλά και του Προσφυγικού - Μεταναστευτικού, με τις μαζικές αφίξεις παιδιών, έφεραν στην επιφάνεια τις τερατώδεις διαχρονικές ελλείψεις σε υποδομές αλλά και την απουσία προσωπικού, τόσο ως προς τον αριθμό όσο και ως προς την εξειδίκευση.
Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, ώστε απελπισμένοι από την αδυναμία τους φορείς και Αρχές να καταφεύγουν σε ανάρμοστες πρακτικές, όπως η «επίβλεψη» από σωφρονιστικούς υπαλλήλους, η υποκατάσταση της οικογενειακής φροντίδας από νοσοκομειακή. Ακόμη και η παρακολούθηση από κάμερες, αντί για παρουσία ειδικού προσωπικού. Βεβαίως, όπως συμβαίνει και σε άλλους τομείς, πολλά προβλήματα αντιμετωπίζονται εκ των ενόντων και χάρη στην αυτοθυσία και την ευαισθησία όσων προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους συγκεκριμένους τομείς.
Η παιδική προστασία, όμως, δεν είναι μια υποχρέωση όπως άλλες. Ακόμη και μέσα στο ασφυκτικό δημοσιονομικό πλαίσιο επιβάλλεται και μπορούν, με κάθε θυσία, να βρεθούν οι στοιχειωδώς αναγκαίοι οικονομικοί πόροι. Πρόκειται για εθνικό ζήτημα! Οπως επισημαίνει και η Ελληνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, καταθέτοντας σχετικό κείμενο αρχών, απαιτείται η άμεση κατάρτιση και εφαρμογή ενός σχεδίου δράσης για την παιδική προστασία.

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

Ο σύγχρονος μεταρρυθμιστικός λόγος.

Η εγχώρια Κεντροδεξιά, σε αντίθεση με την Κεντροαριστερά, δεν χάθηκε στη δίνη της κρίσης. Αν και υπέστη ρήγματα, άντεξε. Δεν κατακερματίστηκε ούτε απονομιμοποιήθηκε. Το σοκ από το πρωτοφανές ποσοστό του 18,85% των πρώτων εκλογών του 2012 ξεπεράστηκε σε έναν σημαντικό βαθμό με την ανάληψη της εξουσίας. Η κυβέρνηση Σαμαρά, παρά τις αντινομίες που τη χαρακτήριζαν και την έλλειψη μεταρρυθμιστικής πνοής, ανέστρεψε την καθοδική πορεία της χώρας και της οικονομίας. Οι επιδόσεις της συνέβαλαν και στη σταθεροποίηση της ΝΔ. Ετσι, στο υφιστάμενο δικομματικό σκηνικό, η Κεντροδεξιά αποτελεί ανθεκτικό και ισχυρό πόλο. Η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη έδωσε ώθηση σε μια παράταξη που είναι υποχρεωμένη να προβεί σε αναθεωρήσεις και ανατοποθετήσεις. Αλλωστε, η ανάγκη προσαρμογής της στο νέο περιβάλλον τις καθιστά απαραίτητες. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν είναι εύκολο. Προσκρούει στις παλιές αντιλήψεις που διαπερνούν τον κομματικό μηχανισμό, καθώς και στις αμφιβολίες και τις αντιρρήσεις που εκφράζουν στελέχη και κορυφαίοι της παράγοντες για την ασκούμενη πολιτική.
Το εγχείρημα του νέου προέδρου να κάνει βαθιές αλλαγές στον λόγο, στην ταυτότητα και τη φυσιογνωμία της ΝΔ δεν βρίσκει την απαιτούμενη ανταπόκριση. Ο ίδιος μάλιστα αντιμετωπίζεται με επιφυλάξεις. Διάχυτη, δε, είναι η επιθυμία να απεμπολήσει τελικά τη μεταρρυθμιστική του επαγγελία, προσχωρώντας σταδιακά σε λογικές συγκερασμού. Τα προβλήματα που καλείται να διαχειριστεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι πολλά. Αρκετά είναι και τα βαρίδια. Η ανακίνηση του δημοσιονομικού ελλείμματος του 2009 ανέδειξε τις εύθραυστες σχέσεις στην οροφή του κόμματος. Το ζήτημα γίνεται οξύτερο με δεδομένες τις υπόγειες διαδρομές του καραμανλικού κατεστημένου με τον Αλέξη Τσίπρα. Η δυναμική που απέκτησε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης αναμφίβολα του επιτρέπει να επιμείνει στη στρατηγική των καθαρών προτάσεων και λύσεων. Η δημοσκοπική υπεροχή, το εμφανές προβάδισμά του σε μια σειρά ποιοτικών χαρακτηριστικών τού προσδίδουν εμβέλεια και απήχηση.
Το συγκριτικό του πλεονέκτημα έγκειται στο ότι σε σύντομο χρόνο δημιούργησε δικό του πολιτικό κεφάλαιο και τόνωσε την ηγετικότητά του. Διασφάλισε σταθερό εκλογικό ακροατήριο, ενίσχυσε την επιρροή του, διευρύνοντας τους ορίζοντες της Κεντροδεξιάς. Η πολιτική υποδομή, η τεχνοκρατική του γνώση, ο ευρωπαϊσμός και ο πραγματισμός που τον χαρακτηρίζουν, ο σύγχρονος μεταρρυθμιστικός λόγος, η διαχειριστική ικανότητα εγγράφονται στα προτερήματά του. Αντίθετα, σε σχέση με τον Αλέξη Τσίπρα φαίνεται να υστερεί στην αμεσότητα και τη λαϊκότητα, στο επικοινωνιακό ταλέντο, στην ηγετική εικόνα - ακόμη και στη φρεσκάδα, καθώς ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ δεν παραπέμπει στην παλιά πολιτική τάξη. Η φθορά, όμως, του πρωθυπουργού εξαιτίας της διακυβέρνησής του καθιστά τον Κυριάκο Μητσοτάκη ισχυρό παίχτη. Τον βοηθά να θεμελιώσει την κυριαρχία του σε έναν ευρύτερο μεταρρυθμιστικό χώρο, ενδυναμώνοντας περαιτέρω την κυβερνησιμότητα της Κεντροδεξιάς. Το πολιτικό του στοίχημα, ωστόσο, προϋποθέτει μια ανόθευτη μεταρρυθμιστική στρατηγική.

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

Καλοκαίρι είναι, θα περάσει. Αντε να το σπρώξουμε λίγο να τελειώνουμε

Καλοκαίρι είναι, θα περάσει. Αντε να το σπρώξουμε λίγο να τελειώνουμε. Ακόμα κι αυτοί που μπορούν να κάνουν διακοπές δεν αισθάνονται καλά γιατί δεν ξέρουν τι μπορεί να συμβεί. Ολα αιωρούνται, όλα μετακυλίονται. Ζούμε σε μια ρευστή κατάσταση. Τίποτα δεν μένει σταθερό. Θα μπορούσε να πει κανείς πως αυτό είναι πολύ καλό γιατί καμία πέτρα δεν χορταριάζει. Ελα όμως που όλα αλλάζουν για να παραμένουν ίδια... Αυτή η κρίση θα μας τρελάνει. Κρατάει πολύ και από πουθενά δεν φαίνεται πως θα ξεπεραστεί. Είμαστε υπό εξάρτηση. Τα μέτρα των μνημονίων δεν είναι βραχυπρόθεσμα, θα τα βρουν μπροστά τους και τα δισέγγονά μας, που σημαίνει η πατρίδα μας θα είναι υποθηκευμένη και υποδουλωμένη, καθότι τα δάνεια και οι δανειστές δεν θα διστάσουν να μας πιουν το αίμα. Ηδη η αφαίμαξη συντελείται από τη στιγμή που χιλιάδες νέοι ξενιτεύονται για να βρουν αλλού δουλειά. Αυτή η εξαιρετική, η ενδιαφέρουσα εποχή δεν γίνεται να μη γίνει ιστορική. Δεν μπορεί να συνεχίσουμε να σερνόμαστε και να ζούμε με τον βραχνά τής κάθε μέρας να τα βγάλουμε πέρα και να ξυπνάμε και να κοιμόμαστε με τους λογαριασμούς στο προσκεφάλι μας.
Ζούμε σε μια χώρα πανέμορφη και γαλάζια. Από παντού η θάλασσα φτάνει μέχρι τα σπίτια μας. Ολοι οι δρόμοι οδηγούν στις παραλίες κι αυτό είναι ακόμα πιο επώδυνο γιατί δεν μπορούμε να τις χαρούμε. Δεν γίνεται να μην ξαναμπεί η πολιτική στη ζωή μας. Συμπεριφερόμαστε σαν να περιμένουμε να μας σώσουν τα κόμματα, που όλοι παραδεχόμαστε ότι έχουν ξεπεραστεί. Η ανάγκη η προσωπική και η κοινωνική αναγκαιότητα θα μας βγάλουν από τον όποιο εφησυχασμό. Καλό είναι να αναστοχαστούμε για το πώς φτάσαμε έως εδώ. Οι λέξεις δίνουν το νόημα. Από μόνες τους στο στόμα των πολιτικών γίνονται αθύρματα και χάνουν το νόημά τους. Η κυρίαρχη λέξη είναι το μνημόνιο, μια λατινική λέξη «memorandum» που χρησιμοποιείται σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Σημαίνει απλά καταγραφή ενός θέματος που διπλωματικά καταγράφεται μια διμερής ή πολυμερής συμφωνία. Στα αγγλικά «memorandum of understanding» είναι μία απολύτως ουδέτερη και δεν περιέχει κανένα πολιτικό φορτίο. Για μας τους Ελληνες έγινε θηλιά, βραχνάς, υποδούλωση, γι' αυτό είναι πολλά τα παράγωγα και ξεφυτρώσανε πολλοί νεολογισμοί.
Το πολιτικο-κομματικό και πολιτειακό σύστημα έχει εκπέσει και εξαιτίας της πολιτικής συμπεριφοράς της πλειονότητας των πολιτικών εκπίπτει και η πολιτική, και αυτή η απαξίωση βλάπτει σοβαρά την υγεία μας, δεν βοηθάει στην ανασυγκρότηση και στην αναδιάρθρωση από τα κάτω, μέσα από την κοινωνία, εκεί που η ανάγκη για την επιβίωση μπορεί να γίνει πολιτικοκοινωνική αναγκαιότητα για την ανατροπή αυτής της κατάστασης. Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει ξεγυμνωθεί και στηρίζεται πλέον στον φόβο και στην τρομοκρατία. Εμείς δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα, ούτε έχουμε να χάσουμε τίποτα... Η ελίτ της Ευρώπης φοβάται. Το φθινόπωρο έρχεται, δεν είναι μόνο τα εργασιακά. Η κοινωνική αναδιάταξη θα συντελεσθεί με την επερχόμενη σύγκρουση για την πλήρη απελευθέρωση. Το πολιτικό υποκείμενο θα είναι εθνικό, ταξικό, πατριωτικό και απελευθερωτικό. Δεν γίνεται να παραμείνουμε υπόδουλοι των επιταγών τους, σε όλη την Ευρώπη συντελούνται αναταράξεις και αναδιατάξεις. Στη χώρα μας ακόμα πιο πολύ, γιατί τα κόμματα και οι χρεωμένοι πολιτικοί δεν μπορούν να σταθούν.

Τρίτη 9 Αυγούστου 2016

Η φθορά της σημερινής κυβέρνησης είναι ραγδαία.

Από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974 μέχρι τον Νοέμβριο του 2011 στη διακυβέρνηση της χώρας εναλλάχθηκαν δύο κόμματα εξουσίας. Σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις τις τέσσερις αυτές δεκαετίες, το άθροισμα των εκλογικών ποσοστών των δύο ισχυρότερων κομμάτων υπερέβαινε το 80%. Την απρόσκοπτη λειτουργία του δικομματισμού διευκόλυναν τόσο το Σύνταγμα, ιδίως μετά την αναθεώρηση του 1986, όσο και οι εκλογικοί νόμοι. Εξαίρεση στον κανόνα της κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας αποτέλεσε η σύντομη παρένθεση του 1989-90, όταν το εκλογικό σύστημα δεν επέτρεψε στο πρώτο κόμμα να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση παρότι τα εκλογικά του ποσοστά ξεπέρασαν το 46%. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι η απλή αναλογική την περίοδο εκείνη δεν οδήγησε σε κατακερματισμό των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, αλλά σε ακραία πολιτική πόλωση.
Η οικονομική κρίση και τα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν το 2010 σάρωσαν την παντοδυναμία των δύο πολυσυλλεκτικών κομμάτων. Οι κεντρόφυγες δυνάμεις προκάλεσαν την πολυδιάσπαση του κομματικού και κοινοβουλευτικού τοπίου, που αποτυπώθηκε στις δίδυμες εκλογές του 2012. Ενώ τον Οκτώβριο του 2009 τα δύο μεγάλα κόμματα άθροιζαν άνω του 80%, δυόμισι χρόνια αργότερα το πρώτο κόμμα συγκέντρωσε ποσοστό κάτω του 20%. Αυτό που αποκλήθηκε «εκλογικός σεισμός» οδήγησε αναπόφευκτα σε κυβερνήσεις συνεργασίας. Ομως το τέλος των μονοκομματικών κυβερνήσεων είχε ήδη γραφτεί τον Νοέμβριο του 2011. Φαίνεται ότι η κρίση δεν χόρτασε να κατασπαράζει πρωθυπουργούς. Η φθορά της σημερινής κυβέρνησης είναι ραγδαία, ως συνέπεια της πλήρους αποτυχίας της και της διάψευσης των προσδοκιών που καλλιέργησε.
Από την έκταση της δημοσκοπικής της κατάρρευσης θα εξαρτηθούν ο χρόνος των εκλογών και οι πιθανότητες επιστροφής σε μονοκομματικές κυβερνήσεις. Η αδυναμία της κυβέρνησης να υπερψηφιστεί η έναρξη ισχύος του νέου εκλογικού νόμου από τις ερχόμενες εκλογές επιτρέπει στην αξιωματική αντιπολίτευση να το προσδοκά. Παραμένει, ωστόσο, αβέβαιο αν την έξοδο από την κρίση θα διευκολύνει η επιστροφή στον πλειοψηφικό κοινοβουλευτισμό ή η εμπέδωση των συμμαχικών κυβερνήσεων.

Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

Η χρήση του πλαστικού χρήματος εισβάλλει για τα καλά στην καθημερινή ζωή.

Η χρήση του πλαστικού χρήματος εισβάλλει για τα καλά στην καθημερινή ζωή. Με στόχο την εκτεταμένη φοροδιαφυγή. Βεβαίως όχι αποκλειστικά ως αυτοσκοπός, αλλά και ως βασικό όχημα για λόγους φορολογικής δικαιοσύνης. Σε τελευταία ανάλυση και για φορολογικές ελαφρύνσεις, που συνεπάγεται σ’ ένα κράτος δικαίου η αύξηση των δημοσίων εσόδων. Από αυτήν την άποψη είναι πολύ χαρακτηριστικός ένας άτυπος υπολογισμός του υπουργείου Οικονομικών: αν εισέρρεε στο δημόσιο ταμείο το ένα τρίτο του ΦΠΑ που διαφεύγει παρανόμως, δεν θα χρειαζόταν ο ΕΝΦΙΑ!
Η εκτίμηση, ίσως, έχει κάποια δόση υπερβολής, αλλά δίνει κι ένα μέτρο προς την κατεύθυνση των περιθωρίων για φορολογικές ελαφρύνσεις. Για την έναρξη, τουλάχιστον, άμβλυνσης των εξοντωτικών φόρων, οι οποίοι έχουν επιβληθεί με τα μνημόνια και τους δημοσιονομικούς στόχους που υπαγορεύουν οι εταίροι-δανειστές. Η χρήση του πλαστικού χρήματος και η γενίκευση των ηλεκτρονικών συναλλαγών έχουν ένα θλιβερό παρελθόν. Οπως άλλωστε και άλλα μέτρα κατά της φοροδιαφυγής. Από τους καιρούς που η παραοικονομία ήταν ακόμη περίπου αποδεκτή από κρατικές πολιτικές.
Αν και απασχολούσε, σε θεωρητικό επίπεδο, από τις προ-μνημονιακές εποχές, ουδέποτε προχώρησε πρακτικά. Ούτε όμως και στο πλαίσιο των «προγραμμάτων προσαρμογής» μέχρι το 2015. Με διάφορα προσχήματα ή και υπαρκτές τεχνικές δυσκολίες. Δυστυχώς χρειάστηκε η επιβολή των capital controls για να αποδειχθεί ότι για τη χρήση του πλαστικού χρήματος δεν υπήρχαν ανυπέρβλητα εμπόδια. Οι αναγκαστικές συναλλαγές κατέδειξαν ότι φλυαρούσαν όσοι επιχειρηματολογούσαν ότι δεν συνάδει, δήθεν, με τη νοοτροπία του Ελληνα και την ελληνική αγορά.
Το νομοσχέδιο, που φέρνει σήμερα στη δημοσιότητα το «Εθνος της Κυριακής», ανταποκρίνεται σε υπερώριμες ανάγκες για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Η κατάθεσή του επείγει και οι όποιες εκκρεμότητες καθυστερούν την υλοποίησή του χρειάζεται να διευθετηθούν. Φυσικά μένει να δούμε και την τελική μορφή του. Αλλά από τις διατάξεις του προκύπτει, ήδη, ότι μπορεί να είναι ένα δραστικό και αποτελεσματικό μέσο. Συνεπάγεται, φυσικά, ανατροπές στις συνηθισμένες έως τώρα συναλλαγές της καθημερινότητας με τα μέτρα που προβλέπει. Ειδικά για το «χτίσιμο» του αφορολογήτου, με τα κίνητρα και τις ποινές, όπως περιγράφονται στις διατάξεις του.
Πλην όμως, αν το πλαστικό χρήμα ήταν χρήσιμο φορο-όπλο μία φορά κατά το παρελθόν, σήμερα είναι μέσο εκ των ων ουκ άνευ για την πάταξη ενός «κοινωνικού εγκλήματος». Αλλά και κλειδί για τις απολύτως απαραίτητες φοροελαφρύνσεις. Ενα νήμα εξόδου από τον λαβύρινθο, όπου αύξηση εσόδων ίσον νέοι φόροι.

Σάββατο 6 Αυγούστου 2016

Μπορεί να ζει ένα κράτος με συνεχείς διαρροές;

Η σκέψη είναι πολύ απλή: πώς μπορεί να ζει ένα κράτος με συνεχείς διαρροές; Οι νέοι επιστήμονες φεύγουν, τα χρήματα φεύγουν (η φοροδιαφυγή απογειώθηκε μαζί με την υπερφορολόγηση), οι καταθέσεις έχουν φύγει, οι επιχειρήσεις φεύγουν, οι επενδύσεις φεύγουν… οι μετανάστες, κι αυτοί, θα ήθελαν απεγνωσμένα να φύγουν αν μπορούσαν. Τι μένει; Εύκολο. Τα χειρότερα και τα πιο δύσκολα στη διαχείρισή τους. Μαζί με κάθε άλλο παρά επωφελή για το μέλλον μας συναισθήματα και συνήθειες: φόβος, μίσος, χλεύη, ιδεοληψία, θεωρίες συνωμοσίας… Και βέβαια άρνηση, διαρκή προσκόμματα και αντιστάσεις σε όποια προσπάθεια αποκοπής από συνήθειες του παρελθόντος που δοκιμάστηκαν και αποδείχθηκαν καταστροφικές. Αυτό ως γενική αίσθηση, γιατί αν αρχίσει να παραθέτει κανείς παραδείγματα, χάνεται στην περιπτωσιολογία των, εξαντλητικών στην επανάληψή τους, επιμέρους επιχειρημάτων. Κι αυτό είναι, ίσως, το πιο ασφυκτικό: η δίνη της επανάληψης. Είτε μιλάμε για την επένδυση στο Ελληνικό είτε για την κατασκευή τεμένους.

Μέχρι στιγμής η κυβέρνηση διακηρύσσει την αποστροφή της για το «παλιό πολιτικό σύστημα», βαδίζοντας στον δρόμο που εκείνο έχει χαράξει. Η ειρωνεία αυτή είναι η πιο φαντασμαγορική (αυτ)απάτη. Γιατί οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έναν, τον ίδιο, τρόπο άσκησης εξουσίας γνωρίζουν και αυτόν επαναλαμβάνουν, συνέβαλαν και στο παρελθόν, από άλλες θέσεις, στην ενδυνάμωσή του και τώρα, ως κυβέρνηση, φροντίζουν για την πιστή αναπαραγωγή του.

Η επικαιρότητα της τελευταίας εβδομάδας κινήθηκε ανάμεσα στο κόκκινο και στο γκρίζο. Ανάμεσα σε «κόκκινα» δάνεια και γραμμές που «δεν καταπατώνται», ανάμεσα σε παλινδρομήσεις και αδιευκρίνιστες θέσεις ακόμη και για προφανή θέματα, όπως οι καταλήψεις εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, δημόσιων ή ιδιωτικών κτιρίων.

Τι παράγει όλη αυτή η συνθήκη; Φτώχεια. Οικονομική, πνευματική, συναισθηματική. Δεν αδειάζουν μόνο τα ταμεία, η χώρα από μυαλά και ιδέες, αλλά και οι ψυχές από αποθέματα κουράγιου και ενέργειας.

Η παρακμή δεν κάνει μόνο βίαια αισθητή την παρουσία της. Εξάλλου, το έχουμε ζήσει κι αυτό. Εχει κάτι νανουριστικό, υπνωτίζει και εξουθενώνει, καθώς το «όλο και λιγότερο» στο οποίο οφείλει να προσαρμοστεί κανείς, η διαρκής έκπτωση, δεν είναι ένα εξαργυρώσιμο κουπόνι. Δεν προσδοκάς το καλύτερο, αναμένεις την επόμενη μείωση, την επόμενη υποβάθμιση. Η προσαρμογή στο «λιγότερο» γίνεται δεύτερη φύση. Ενα νέο είδος Νεοέλληνα κάνει την εμφάνισή του, με ασαφή και συγκεχυμένα ακόμη χαρακτηριστικά.

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2016

Η χώρα πρέπει να κυβερνηθεί, αποτελεσματικά.

Συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά τη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με την εξουσία. Κάτι που εν πρώτοις μοιάζει παράδοξο ή και σχιζοφρενές, αλλά ίσως και να μην είναι έτσι ακριβώς. Ερχονται στιγμές που ο κομματικός μηχανισμός (Νεολαία κτλ.), αλλά και σε επίπεδο κυβερνητικών στελεχών και βουλευτών, στρέφεται δημοσίως εναντίον της κυβέρνησης. Ειδικά μετά την περίφημη «κυβίστηση» του περασμένου καλοκαιριού, και ιδίως μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, είδαμε, διαβάσαμε μηνύματα και ανακοινώσεις από την Κουμουνδούρου, καθώς και από στελέχη, μέσα από τα οποία εκφραζόταν η αντίθεσή τους στις κυβερνητικές πολιτικές.

Το πιο φρέσκο παράδειγμα είναι η αντίδραση του κόμματος απέναντι στην απόφαση εκκένωσης καταλήψεων στέγης στη Θεσσαλονίκη. Είχαν προηγηθεί και άλλα τέτοια περιστατικά. Η Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ, εξάλλου, συχνά εκφράζεται αρνητικά για κυβερνητικές πολιτικές και πρακτικές, είτε φτάνοντας στο σημείο να συμμετέχει σε μεγάλες πορείες είτε καταδικάζοντας, π.χ., τον κ. Μουζάλα επειδή ζήτησε πρόσφατα συγγνώμη από τον κ. Δένδια σχετικά με το προσφυγικό.

Αντιρρήσεις έχουν, φυσικά, εκφραστεί στο παρελθόν και από στελέχη (σπανιότερα Νεολαίες) άλλων κομμάτων που βρέθηκαν στην εξουσία, τόσο στη Ν.Δ. όσο και στο ΠΑΣΟΚ. Εδώ όμως έχουμε κάτι άλλο· πιο θορυβώδες, περισσότερο κραυγαλέο. Με μια διαφορά: σε ό,τι αφορά στελέχη και βουλευτές, τα πάντα εξαντλούνται στη ρητορική ή σε δημόσιες δακρύβρεχτες εξομολογήσεις («πονάει η ψυχή μου» κ.ο.κ.). Οι παραιτήσεις για λόγους ευθιξίας είναι απειροελάχιστες συγκριτικά με τα διάφορα αγωνιστικά και οργισμένα που δηλώνονται κατά καιρούς.

Κάτι ανάλογο ισχύει και με τις έντονες αντιδράσεις των Νεολαίων. Κουβέντα να γίνεται χωρίς να συμβαίνει κάτι ουσιαστικό. Οπότε, ως κυβέρνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει αυτή την ιδιότυπη μνημονιακή πολιτική, που ως αντιπολίτευση καταδίκαζε με όλους τους τρόπους και τα μέσα.

Αντίφαση; Εσωτερικός διχασμός; Οχι και τόσο. Οι άνθρωποι αυτοί προέρχονται από μια δεξαμενή πολιτικής σκέψης σύμφωνα με την οποία, η κυβέρνηση –η εξουσία– πρέπει να ταυτίζεται με τον λαό. Για την ακρίβεια, η εξουσία είναι ο λαός με έναν ανάλογο τρόπο που τα Σοβιέτ, το «Κόμμα», ήταν (υποτίθεται) ο λαός.

Σήμερα ξέρουμε καλά σε ποιο βαθμό όλο αυτό το θολό κατασκεύασμα είναι φενάκη, φρεναπάτη. Και πόσο υποκριτικό επίσης: η όποια ταύτιση με τον λαό εξαντλείται στη ρητορική, στη θεωρία, στη συνθηματολογία. Γι’ αυτό και οι όποιες εσωτερικές αντιδράσεις γίνονται αποδεκτές από την κεντρική εξουσία –το Μαξίμου– με «συντροφική» κατανόηση. Ισως ο πυρήνας της εκτελεστικής εξουσίας αυτήν τη στιγμή να αντιλαμβάνεται πόσο γραφικά είναι όλ’ αυτά – και πόσο βολικά επίσης όσον αφορά την προς τα έξω εικόνα μιας δημοκρατικής, κατεξοχήν λαϊκής κυβέρνησης. Εν τω μεταξύ, φυσικά, η χώρα πρέπει να κυβερνηθεί, αποτελεσματικά. Οχι με λόγια, αλλά με πράξεις.