Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Η κυβέρνηση επιδίδεται σε κυνήγι μαγισσών.

Η ομολογία του πρωθυπουργού στη χθεσινή συνέντευξη του, ότι ουσιαστικά είναι άγνωστος ο χρόνος επιστροφής της τρόικας, για να προχωρήσει η αξιολόγηση, αναδεικνύει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το αδιέξοδο που οδηγείται η χώρα. Την ώρα που ο ένας μετά τον άλλο οι αρμόδιοι για τις διαπραγματεύσεις υπουργοί δηλώνουν - χθες ήταν η σειρά του κ.Σταθάκη -  ότι καιγόμαστε γιατί δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε, όλες οι πληροφορίες συγκλίνουν ότι υπάρχει αγεφύρωτο κενό μεταξύ των δύο πλευρών.

Τα μυστικά δείπνα στελεχών της τρόικας  και του ΔΝΤ πάνε κι έρχονται,αλλά οι εμπλοκές παραμένουν καθώς το Ταμείο δεν αποδέχεται τα στοιχεία για το δημοσιονομικό κενό και την ύφεση και απαιτεί περισσότερα μέτρα. Ωστόσο όπως φαίνεται το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει κοινός κώδικας επικοινωνίας ανάμεσα στους εκπροσώπους των υπουργείων και  τα στελέχη της τρόϊκας.Πλημμελής προετοιμασία και έλλειψη στοιχείων έχουν δημιουργήσει μέχρι τώρα ανυπέρβλητα προβλήματα στη διαπραγμάτευση, με αποτέλεσμα όλα τα θέματα να είναι ανοικτά.

Είναι φανερό ότι παρότι η κυβέρνηση επείγεται να κλείσει αυτό το μέτωπο,πορεύεται χωρίς σχέδιο, χωρίς οργάνωση και με ψευδαισθήσεις ότι μπορεί να συνδέσει την αξιολόγηση με το προσφυγικό πρόβλημα. Μια τέτοια εξέλιξη την  έχουν απορρίψει όμως προκαταβολικά ακόμα και οι πιο στενοί για την ώρα σύμμαχοι του κ.Τσίπρα, όπως η κυρία Μέρκελ.

Για μια ακόμα φορά ελλοχεύει ο κίνδυνος με την κυβέρνηση του κ.Τσίπρα, να οδηγηθούμε σε φαινόμενα ανάλογα της περυσινής άνοιξης, με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα. Με ανοιχτό το μέτωπο του προσφυγικού και με ορατό το κίνδυνο να βρεθούμε με δεκάδες χιλιάδες εγκλωβισμένους, αντί να τρέχουν για να κλείσουν τουλάχιστον  το θέμα της αξιολόγησης, για να σταματήσει  το κλίμα  αβεβαιότητας που κυριαρχεί στην οικονομία, η κυβέρνηση επιδίδεται σε κυνήγι μαγισσών για να φιμώσει όσους επισημαίνουν τις παλινωδίες της και τις ασκούν κριτική

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Κανένα σχέδιο καμιά εναλλακτική.

Η παρούσα κυβέρνηση δεν δημιούργησε την κρίση του προσφυγο-μεταναστευτικού ζητήματος. Αντιμετωπίζουμε ως χώρα μια δυσμενή κατάσταση στην περιοχή μας με πολέμους και αντιπαραθέσεις. Που αφορούν προφανώς μια παγκόσμια διαχείριση και όχι αυστηρά δική μας. Εμείς όμως πολύ εύκολα θέσαμε τον εαυτό μας στον ρόλο του τροχονόμου. Με κεντρικό επιχείρημα «δεν θέλουν να μείνουν εδώ» αρχίσαμε να απειλούμε ότι θα τους στείλουμε αν δεν μας κάνουν τη χάρη να μας τακτοποιήσουν τις οφειλές μας. Το ποντίκι που βρυχάται... Μετά ή παράλληλα ανακαλύψαμε ότι «η θάλασσα δεν έχει σύνορα». Δεν βαριέσαι που έχουμε κάνει προσφυγή στη Χάγη περί υφαλοκρηπίδας. Αντί να επιμείνουμε να υπάρξει κάποια μορφή συνεργασίας, το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι η μεταφορά από την είσοδο στην έξοδο. Τροχονόμοι.
Ο ελληνικός λαός φυσικά είναι ψυχοπονιάρης και ευαίσθητος. Συγκινείται με το δράμα και βοηθάει. Αν εξαιρέσουμε τον ελληνικό λαό που πουλάει 2 ευρώ το νεράκι, χρεώνει 5 ευρώ τη φόρτιση κινητού, χρεώνει 5πλάσια τη διαδρομή στην Ειδομένη, χρεώνει 8 ευρώ τη χρήση τουαλέτας, ο υπόλοιπος λαός βοηθά. Ασφαλώς γιατί η εικόνα των δυστυχισμένων ανθρώπων είναι πολύ, μα πολύ άσχημη. Αλλά φυσικά για τους περαστικούς. Αν είναι να μείνουν; Τότε αναζητούνται πάντα άλλα -κατάλληλα φυσικά- μέρη. Πώς το λέει η παροιμία; Μακριά από τον κ... μου και ας είν' και στου αδελφού μου. Τόση ευαισθησία. Σχέδιο; Υπάρχει; Οπως σε όλες τις κρίσεις, η αντιμετώπιση της παρούσας κρίσης δεν είναι το φόρτε μας. Εχουμε θεωρητικοποιήσει την τελευταία στιγμή και τη βοήθεια της Παναγίας ή του υπέρτατου αριστερού (διαλέγει ο καθένας και παίρνει). Το μεγαλείο της φυλής ανάγλυφο.
Κανένα σχέδιο, καμιά εναλλακτική. Ψόγος στους άλλους που δεν πειθαρχούν στο δικό μας. Και πάντα το χέρι απλωμένο. Ας ξεμείνουν εδώ -αφού η «απειλή» «θα τους στείλουμε» δεν πιάνει. Δεν βαριέσαι: ουδέν κακόν αμιγές καλού. Θα διοριστούν μερικά αριστερά παιδάκια ακόμη γιατί θα χαλαρώσουν οι απαιτήσεις των κακών. Το κράτος-τροχονόμος δεν εμφανίζεται μόνο στο προσφυγο-μεταναστευτικό. Είναι το ίδιο που οδηγεί στην αποφοίτηση από το Λύκειο όποιον εισάγεται στο Γυμνάσιο και προσπαθεί, να καταφέρει και το ίδιο για το Πανεπιστήμιο. Που εφαρμόζει την προαιώνια αρχή του «τρουπώματος» στο Δημόσιο. Θα γλιτώσουμε; Πολύ αμφιβάλλω αν εξαρτάται από εμάς. Ο Θεός ή η Θεά της Ελλάδας να βάλουν το χέρι τους...

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

Ε​​στω αργά ας το πάρουμε απόφαση: κανείς δεν θα μας σώσει.

Ε​​στω αργά ας το πάρουμε απόφαση: κανείς δεν θα μας σώσει. Πρέπει να δούμε μόνοι μας πώς θα διορθώσουμε την οικονομία και πώς θα αντεπεξέλθουμε στην προσφυγική κρίση. Μόνο εάν οργανωθούμε, εάν διαθέτουμε σχέδιο, θα μπορέσουμε να ζητήσουμε και να πάρουμε από τους εταίρους μας και από τη διεθνή κοινότητα αυτά που χρειάζονται για να επιβιώσουμε εμείς και για να είμαστε χρήσιμοι και σε άλλους. Εως τώρα περιμέναμε. Γίναμε αντικείμενο των σχεδίων άλλων. Ούτε αυτοί φάνηκαν ικανοί να μας διασώσουν, ούτε εμείς. Επειδή ξυπνάμε μόνο την ύστατη στιγμή, αυτή έφτασε.
Για να συμφωνήσουμε έστω σε αυτό, πρέπει πρώτα απ’ όλα να μιλάμε μεταξύ μας. Εμείς οι Ελληνες, που έχουμε επιζήσει από τόσες και τόσες καταστροφές, τώρα πνιγόμαστε με το σάλιο μας, με τη χολή που βγάζει ο ένας για τον άλλον. Για να συνεννοηθούμε, πρέπει να γνωριζόμαστε, και πρωτίστως ο καθένας τον εαυτό του.
Γνώθι σαυτόν. Ασφαλώς αυτό δεν είναι εύκολο – εάν ήταν, η αναζήτηση αυτή δεν θα ήταν θεμέλιος λίθος της σκέψης του Σωκράτη και του Πλάτωνα. Δυστυχώς, οι περισσότεροι που ευθύνονται για την τύχη της χώρας δεν έχουν αρχίσει καν να σκέφτονται ότι πρέπει να εκτιμήσουν ορθώς τις δυνατότητες και τις αδυναμίες των ιδίων, της χώρας και της Ε.Ε. Αδυνατούν να εκπονήσουν σχέδιο διαφυγής από τη διπλή παγίδα της οικονομικής και προσφυγικής κρίσης – την ώρα που παγκοσμίως τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται και οι διεθνείς παράγοντες βολοδέρνουν μεταξύ αδράνειας, κυνισμού και πανικού.
Τι μας τυφλώνει στους κινδύνους; Γιατί η κυβέρνηση που όφειλε να γνωρίζει ότι δεν τα καταφέρνει να δαμάσει τα κύματα συμπεριφέρεται ως παντοδύναμη, επιλέγοντας να επιτίθεται με κάθε τρόπο στην αντιπολίτευση και σε άλλους εσωτερικούς αντιπάλους; Γιατί χάνει το δίκιο της όταν απαντάει με σχολικού τύπου τσαμπουκάδες σε πραγματικά κακές συμπεριφορές άλλων χωρών; Είναι μόνο ότι δεν μπορούμε να διαφύγουμε από την αέναη εφηβεία που μας χαρακτηρίζει – με τα πάθη, τις υπερβολές και την εύκολη καταγγελία των άλλων, περιμένοντας από κάποιον «ενήλικα» να ενδώσει στις φωνές μας και να δώσει λύση;
Τέτοια συμπεριφορά είδαμε σε χορταστικές δόσεις στην πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, πριν τραβήξουν προς σόλο καριέρα ο κ. Βαρουφάκης, η κ. Κωνσταντοπούλου και ο κ. Λαφαζάνης (με τη μικρή του κομπανία).
Αυτοί που έμειναν στον ΣΥΡΙΖΑ και απαρτίζουν τη σημερινή κυβέρνηση δεν έχουν την ίδια αδυναμία επαφής με το περιβάλλον, παρόλο που ο αδιανόητος εξυπνακισμός δεν πεθαίνει (όπως μας υπενθύμισε ο κ. Σκουρλέτης με την πρόσφατη επίθεσή του εναντίον του Καναδού προέδρου της Eldorado Gold). Οι σημερινοί δεν είναι σαν αυτούς που πίστεψαν ότι έγιναν Ζαπάτα ή Ζαν ντ’ Αρκ επειδή έπαιζαν στο έργο: γνωρίζουν πολύ καλά ότι υποδύονται έναν ρόλο και είναι αποφασισμένοι να το παίξουν έως το τέλος. Οπως οι πρώην σύντροφοί τους, όμως, είναι εθισμένοι στο χειροκρότημα: οι μεν έφυγαν για να συνεχίσουν να πουλούν φαντασιώσεις, οι δε λειτουργούν στον πραγματικό κόσμο αλλά με τρόπο που υπονομεύει τη διαχείριση της πραγματικότητας. Παράδειγμα: η κυβέρνηση αναγκάζεται να περάσει νόμους κατά τις επιταγές των δανειστών αλλά αμέσως τούς υποσκάπτει με την αδράνεια, με τροπολογίες και με εγκυκλίους που τους ακυρώνουν· παραλλήλως, καθυστερεί τόσο να λάβει αναγκαία μέτρα, που στο τέλος κάθε κίνηση θα οφείλεται στην απόλυτη ανάγκη. Γενικώς, στην Ελλάδα κανείς δεν θέλει να χρεωθεί την υποστήριξη κάποιου προγράμματος ή κάποια λύση, προτιμάμε να ζούμε με το πρόβλημα, αρκεί να μπορούμε να κατηγορούμε άλλους γι’ αυτό.
Με αυτό τον τρόπο ούτε εαυτούς γνωρίζουμε, ούτε μπορούμε να ανταποκρινόμαστε σε όποια δυσκολία. Η οικονομική κρίση είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας του πολιτικού μας κόσμου να ξεφύγει από το απλοϊκό σενάριο που υπηρετούσε τόσα χρόνια – με κυβερνήσεις και αντιπολίτευση να ξιφουλκούν πάνω στη σκηνή, όπου όλοι έπαιζαν τους καλούς, τους πατριώτες, τους δίκαιους, ενώ οι άλλοι ήταν πάντα οι κακοί, οι δωσίλογοι, οι διεφθαρμένοι. Ολα για το εύκολο χειροκρότημα. Τώρα, ενώ ο πρωθυπουργός βλέπει την ανάγκη για συναίνεση, δεν μπορεί παρά να συνεχίσει τον ρόλο που γνώριζε από πριν – του άτεγκτου ηγέτη μιας οργισμένης επανάστασης. Ετσι, είτε το θέλουν, είτε όχι, και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές απαντούν αναλόγως. Για χρόνια παρακολουθούσαμε (ή μάλλον συμμετείχαμε) σε έργο που νομίζαμε ότι ήταν όπερα μπούφα. Τώρα βλέπουμε ότι είναι τραγωδία. Την ώρα που η σκηνή καταρρέει, που πρέπει να ανάψουμε τα φώτα, να ξαναδούμε τους ρόλους, να επέμβουμε στο σενάριο, συνεχίζουμε να παίζουμε όπως πριν. Είτε επειδή είμαστε ανίκανοι να δούμε, είτε επειδή η επιμονή στον ρόλο είναι η μόνη μας παρηγοριά...
Έντυπη

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Η χώρα εξαιτίας ιδεοληψιών και κάκιστων κυβερνητικών χειρισμών οδηγείται σε δραματική απομόνωση. . .

Το 2015 επισκέφθηκαν την Ελλάδα 26 εκατ. τουρίστες, που απέφεραν έσοδα 14,5 εκατ. ευρώ, ποσό διόλου ευκαταφρόνητο σε περίοδο κρίσης. Ποικίλοι ανευθυνοϋπεύθυνοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι προαναγγέλλουν ότι οι αριθμοί θα αυξηθούν σημαντικά το τρέχον έτος. Ωστόσο, σε άμεση και σταθερή συνάρτηση με την αύξηση των τουριστικών ροών βρίσκεται η προσφορά πολιτιστικών αγαθών και υπηρεσιών, η οποία φαίνεται ότι για τους αρμόδιους του υπουργείου Πολιτισμού είναι δεδομένη και ποιοτικά κατοχυρωμένη.
Το γεγονός ότι οι περισσότεροι αρχαιολογικοί χώροι της πρωτεύουσας, και όχι μόνον, είναι κλειστοί λόγω έλλειψης προσωπικού, ότι οι πολιτιστικοί οργανισμοί έχουν τεράστια οικονομικά προβλήματα και ανύπαρκτο πρόγραμμα, είναι προφανώς κάτι εντελώς άσχετο! Πώς αλλιώς μπορεί να ερμηνευθεί ότι σε πρόσφατη συνέντευξή του ο υπουργός Πολιτισμού, Αριστείδης Μπαλτάς, ?έστω και με συγκεκαλυμμένη διάθεση υπεροψίας, κατά τα λεγόμενά του- ανέφερε ότι η Αθήνα μπορεί να μετεξελιχθεί σε ένα από τα πολιτιστικά κέντρα της Ευρώπης, ότι υπάρχει ένα ολόκληρο κλίμα που ωθεί προς την κατεύθυνση αυτήν, για να συνεχίσει ότι η Ελλάδα σήμερα συγκεντρώνει χάρη στις πολιτικές και τις επιλογές του το διεθνές ενδιαφέρον.
Αναρωτιέμαι αν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ κυβερνώντες ζουν σε ένα παράλληλο σύμπαν, αν έχουν επαφή με το τι συμβαίνει σήμερα στη χώρα, αν διακατέχονται από αυτιστικά συμπλέγματα, που δεν τους επιτρέπουν να δουν πέρα από τον εαυτό τους. Γιατί στην περίπτωση αυτή δικαίως διατυπώνουν τέτοιου είδους απόψεις.
Ανάμεσα στις παραμέτρους που συμβάλλουν καθοριστικά στην επιτυχία του τουριστικού προορισμού είναι πρωτίστως η ασφάλεια που νιώθουν οι επισκέπτες, η θετική αύρα που αποπνέει ο χώρος, η καθαριότητα και υψηλή αισθητική ποιότητα των τόπων. Προφανώς οι προσφυγικές ροές που αυξάνονται καθημερινά κατά εκατοντάδες, όχι μόνο στα νησιά του Βορείου Αιγαίου και της Δωδεκανήσου, αλλά και στο κέντρο της Αθήνας και στην υπόλοιπη Ελλάδα, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το παράλληλο σύμπαν των κυβερνώντων. Ετσι μπορεί να ερμηνευθεί το διεθνές ενδιαφέρον το οποίο εντοπίζει ο επί του Πολιτισμού υπουργός;
Το γεγονός ότι οι κοινωνίες και οι ασχολούμενοι με τον τουρισμό στην Κω, τη Μυτιλήνη, τη Χίο, στο Καστελόριζο εκπέμπουν σήμα κινδύνου φαίνεται ότι δεν φθάνει ως την κεντρική εξουσία. Ούτε βλέπουν, όπως όλοι οι κατοικούντες στο λεκανοπέδιο, ότι στον Πειραιά μετά την άφιξη των πλοίων από τα νησιά συνωστίζονται χιλιάδες ψυχές, ότι το κέντρο της Αθήνας έχει μετατραπεί σε απέραντο hotspot, ότι αυτήν τη στιγμή δεκάδες καταυλισμοί ταλαίπωρων συνανθρώπων μας απλώνονται σε όλη την επικράτεια, ότι η χώρα εξαιτίας ιδεοληψιών και κάκιστων κυβερνητικών χειρισμών οδηγείται σε δραματική απομόνωση.
Το τουριστικό πλεονέκτημα της χώρας εξανεμίζεται. Και η ευθύνη είναι της κυβέρνησης να ασχοληθεί σοβαρά και συγκεκριμένα με το Προσφυγικό.

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016

Να λύσει έστω και ένα πρόβλημα του λαού που την εμπιστεύτηκε.

Ο έλεγχος με τους πρόσφυγες έχει χαθεί. Κατά χιλιάδες μεταφέρουν πλέον το δράμα τους στα σύνορα, που όμως τα βρίσκουν κλειστά. Την ίδια ώρα στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο το ενδεχόμενο της ανθρωπιστικής κρίσης στη χώρα μας φαντάζει όλο και πιθανότερο, στο Αιγαίοι αναλαμβάνει δράση το ΝΑΤΟ και εμείς, αν και έχουμε λάβει το τελεσίγραφο της 7ης Μαρτίου, δείχνουμε για μια ακόμη φορά χαμένοι στον κόσμο μας.
Κάθε σοβαρός λαός, όταν βρεθεί στα δύσκολα, εστιάζει σε αυτά την προσοχή και τις προσπάθειές του, κοιτάζει να βάλει τάξη στο νοικοκυριό του και αφήνει για αργότερα τους καβγάδες και τις διαφωνίες των κομμάτων του. Οταν καίγεται το σπίτι σου, κοιτάς να σβήσεις τη φωτιά και τον φταίχτη που την προκάλεσε τον ψάχνεις μετά.
Εξι χρόνια τώρα το ίδιο βιολί. Την ώρα της κρίσης κι όταν υπάρχουν ακόμη ελπίδες για απεμπλοκή από τα αδιέξοδα όλο και θα βρεθεί κάποιος που θα επιμείνει ότι «καλά όλα αυτά τα σοβαρά, τα μεγάλα και τα εθνικά», αλλά αφού είμαστε ανίκανοι να κάνουμε κάτι το ουσιαστικό γι’ αυτά, ας ρίξουμε κάναν ψιλοκαβγά για να μη χάνουμε και τη φόρμα μας. Ετσι έγινε και μπερδεύτηκαν το Προσφυγικό με τη διαφθορά, η λίστα Μπόργιανς με τα hotspots και αντί να έχουν ήδη καθίσει στο προεδρικό τραπέζι ψάχνοντας για μέτρα και πρωτοβουλίες που θα καλύψουν τις αδυναμίες και τα κενά μας, επαναβεβαιώνουν τη διαχρονική έλλειψη σοβαρότητας του πολιτικού μας συστήματος και την αδυναμία του να δρα ενιαία και μεθοδικά απέναντι στις εκάστοτε απειλές σε βάρος του λαού και του τόπου.
Δεν έχω αντιληφθεί κανέναν που να προσπαθεί να εμποδίσει την κυβέρνηση να τσακίσει τη διαφθορά. Αλλωστε, δεν βλέπω και ποιος είναι σε θέση να της κόψει τη φόρα. Ας κάνει ό,τι θέλει. Αλλά ας κάνει κι αυτό για το οποίο εκλέχθηκε. Κάποτε θα πρέπει και να κυβερνήσει. Να λύσει έστω και ένα πρόβλημα του λαού που την εμπιστεύτηκε. Και να πάψει επιτέλους να κρύβει την ανικανότητά της πίσω από κωμικές πλέον προσπάθειες μετάθεσης ευθυνών.

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΑΥΓΕΝΑΚΗΣ*

«Η καλύτερη κυβέρνηση όλων των εποχών»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 
«Η μετάδοση είναι αρκετά ισχυρή για να επιβάλει στους ανθρώπους όχι μόνο συγκεκριμένες απόψεις αλλά και συγκεκριμένους τρόπους να αισθάνονται.» (Γκιστάβ Λε Μπον, «Ψυχολογία των μαζών»)

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ενώ έχει χάσει τον έλεγχο σε όλα τα μέτωπα που έχει να διαχειριστεί –η κοινωνία βρίσκεται σε αναβρασμό, δεν κλείνει η αξιολόγηση, η χώρα αντιμετωπίζει ένα γιγαντιαίο ζήτημα για την εθνική της ασφάλεια–, επιλέγει να επιτεθεί στο Σύνταγμα και να δημιουργήσει τις συνθήκες εκείνες που θα της επιτρέψουν να διαμορφώσει τη «μετάδοση» των τηλεοπτικών καναλιών.

Oλα αυτά τα χρόνια το τηλεοπτικό τοπίο λειτουργούσε με όρους αδιαφάνειας. Αδιαφάνειας στη μετοχική σύνθεση, στη δανειοδότησή του, στη συμμετοχή του στην κρατική διαφήμιση, αλλά κυρίως στις σχέσεις εξάρτησης που δημιουργούνταν με τις εκάστοτε κυβερνήσεις.

Γι’ αυτούς και πολλούς άλλους λόγους η κοινωνία δαιμονοποίησε τους καναλάρχες. Ο κ. Τσίπρας όλα τα προηγούμενα χρόνια συνέβαλε τα μέγιστα σε αυτό. «Πάτησε» και καλλιέργησε αυτό το συναίσθημα, μίλησε για «καθεστωτικά media της διαπλοκής» και παρουσίασε τον εαυτό του ως φορέα κάθαρσης.

Το Νοέμβριο του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ εισήγαγε στη Βουλή προς συζήτηση σχέδιο νόμου, με το οποίο θα «έβαζε τάξη» στο τηλεοπτικό τοπίο, και με πύρινους λόγους κήρυξε τη μάχη στους «ολιγάρχες».

Ωστόσο, ο νόμος που ψηφίστηκε δεν είχε καμία σχέση με καταλογισμό οφειλών και καταβολή φόρων που διατυμπάνιζαν, ούτε και με τη διαμόρφωση ενός νέου τηλεοπτικού τοπίου. Στη μάχη αυτή απέναντι στους «ολιγάρχες» των ΜΜΕ, ο κ. Τσίπρας προτίμησε να πειράξει τους κανόνες του παιχνιδιού προς όφελός του και επέβαλε, κατά παράβαση του Συντάγματος, περιορισμένο αριθμό καναλιών και δημοπράτηση τηλεοπτικών αδειών με εξωπραγματικές προϋποθέσεις, μεταφέροντας όλες τις εξουσίες στον υπουργό Επικρατείας και όχι στην ανεξάρτητη αρχή. Ο κ. Τσίπρας επιδιώκει να αντιμετωπίσει την υπάρχουσα διαπλοκή με μια νέα διαπλοκή που θα του επιτρέψει να διατηρηθεί στην εξουσία. Διότι η κυβέρνηση πιστεύει ότι μέσα από τον εκβιασμό των καναλαρχών περνά η πολιτική της επιβίωση.

Δυστυχώς όμως για εκείνη ματαιοπονεί, διότι τα ζητήματα αυτά θα γίνουν αντικείμενο και δικαστικού ελέγχου από τα εθνικά δικαστήρια και διεθνούς δικαστικού ελέγχου, όπως συνέβη και με άλλες χώρες που έκαναν ωμές παρεμβάσεις στο πεδίο των μέσων ενημέρωσης. Οι πολίτες βλέπουν ότι η κυβέρνηση χάνει την ηθική και πολιτική της νομιμοποίηση, βλέπουν ότι η εξουσία που ασκεί είναι ωμή, ότι το πρόγραμμά της είναι χωρίς αφήγηση και στόχευση, χωρίς αξιακό και πολιτικό έρεισμα, και ο κ. Τσίπρας και η κυβέρνησή του σχεδιάζουν πώς θα κάνουν το μαύρο άσπρο, πολεμώντας φαντασιακές συνωμοσίες.

Κλείνουν τις τράπεζες, φταίνε οι Ευρωπαίοι. Υπογράφουν μνημόνια, φταίνε οι προηγούμενοι. Κλείνουν τα σύνορα, φταίει η Ευρώπη. Αποκαλύπτονται τα ψέματά τους, φταίνε τα κανάλια της διαπλοκής. Φθείρεται καθημερινά η αξιοπιστία τους, φταίει η Google.

Και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θέλει να μας πείσει ότι όλα είναι συνωμοσία εναντίον της «καλύτερης κυβέρνησης όλων των εποχών».

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Οι στιγμές που διανύει η χώρα είναι εθνικά κρίσιμες.

Η κυβέρνηση τις τελευταίες ημέρες επαναλαμβάνει με χαρακτηριστική άνεση τη στερεότυπη επωδό της: «Για όλα φταίνε οι άλλοι». Το καλοκαίρι ήταν οι Ευρωπαίοι, μετά το ΔΝΤ, αργότερα το ΝΑΤΟ, οι Τούρκοι, οι Αυστριακοί, οι Ούγγροι, οι Σλοβάκοι, οι άλλες χώρες του –περιβόητου πια– Βίσεγκραντ, η διαπλοκή, οι δημοσιογράφοι, τα «κανάλια», οι «μεγαλοτσιφλικάδες», οι «μεγαλοδικηγόροι», τα άλλα κόμματα κ.ο.κ. Η λίστα είναι τεράστια. Πέρα από τον προφανή πολιτικό κυνισμό που απαιτείται για την τροφοδότηση τόσο ακραία πολωτικού εσωτερικού κλίματος, τη στιγμή που τα βόρεια σύνορα της χώρας είναι κλειστά και τα ανατολικά ορθάνοιχτα, καθιστώντας την ένα τεράστιο γεωπολιτικό καζάνι που βράζει, είναι απολύτως προφανές ότι στον στενό κυβερνητικό κύκλο δεν αντιλαμβάνονται τη βαρύτητα των περιστάσεων. Ή απλά αδιαφορούν, κάτι που, βεβαίως, είναι πολλαπλώς χειρότερο.

Η συνταγή «Κούγκι κι όποιον πάρει ο χάρος» λειτούργησε μία φορά το περασμένο καλοκαίρι και, ενδεχομένως, κάποιοι στο κυβερνητικό στρατόπεδο να μη βρίσκουν άσχημη την ιδέα ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επαναληφθεί, αυτή τη φορά με διαφορετικούς όρους και με αφορμή ένα άλλο θέμα: το προσφυγικό. Το κακό για όλους μας είναι ότι το προσφυγικό δεν είναι ακόμη ένα πρόβλημα που επηρεάζει την τσέπη ή τις συνταξιοδοτικές απολαβές ή τις μελλοντικές οικονομικές προσδοκίες καθενός εξ ημών. Πρόκειται για ένα φαινόμενο με πολλαπλές προεκτάσεις που θα μπορούσε να λειτουργήσει διαβρωτικά για τις συνολικές προοπτικές της χώρας. Είναι προφανές, εδώ και αρκετούς μήνες, ότι στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ενωσης υπάρχει μια μεγάλη μερίδα κρατών η οποία επιθυμεί να περιορίσει το προσφυγικό πρόβλημα στην Ελλάδα. Να την καταστήσει «πάρκινγκ» μεταναστών. Και, δυστυχώς, κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να τους δώσουμε επιχειρήματα. Δεν έχει νόημα να επαναλαμβάνονται οι αυτονόητες ευθύνες της Τασίας Χριστοδουλοπούλου, η πολύμηνη απραξία η οποία ακολούθησε, μέχρι τη στιγμή που η «καυτή πατάτα» αφέθηκε στα χέρια του Γιάννη Μουζάλα και εν τέλει στις Ενοπλες Δυνάμεις. Ο Στρατός μπορεί να «έσωσε τη παρτίδα» σε ό,τι αφορά τα hotspots, ωστόσο –ευτυχώς– δεν μπορεί να κάνει πολιτική. Η Ελλάδα βρέθηκε προ τετελεσμένων στο ζήτημα των περιπολιών του NATO. Η δουλειά κάποιων επαγγελματιών, φιλότιμων υπηρεσιακών παραγόντων (και ελάχιστων πολιτικών προσώπων που λειτουργούν αθόρυβα) έφερε κάποια αποτελέσματα. Ωστόσο το πρόβλημα παραμένει. Η κυβέρνηση έχει χάσει κάθε ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλιών. Εξέλιξη διόλου παράξενη, καθώς το πρώτο εξάμηνο του 2015 η κυβέρνηση σπατάλησε σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο, με αποτέλεσμα οι εκκλήσεις του πρωθυπουργού στον διεθνή παράγοντα να ακούγονται με κάποια συμπόνοια, αλλά δίχως κάποιο αντίκρισμα. Οι στιγμές που διανύει η χώρα είναι εθνικά κρίσιμες. Και γι’ αυτό κάθε σκοτεινή, μικροπολιτική σκοπιμότητα δεν θα αντέξει ούτε για ένα λεπτό στο φως της ημέρας.
Έντυπη