Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Ήλθαν στην εξουσία το πρώτο μέλημά τους ήταν και παραμένει η άλωση της δημόσιας διοίκησης.

Ομολογουμένως, πολύ καλά τα είπε προχθές ο πρωθυπουργός για τη δημόσια διοίκηση στην ομιλία του στο Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης. Ανέδειξε με γλαφυρό τρόπο όλες τις παθογένειες της κρατικής μηχανής και κυρίως τις πελατειακές σχέσεις πάνω στις οποίες δομήθηκε από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, τόνισε ιδιαίτερα τα δεινά που έχουν επιφέρει με τις πρακτικές τους σ’ αυτήν οι προηγούμενες κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης -προφανώς έχει ακούσει ότι πριν από το 1974 η δημόσια διοίκηση δούλευε σχεδόν σαν ρολόι- και διακήρυξε ότι ο ίδιος και η κυβέρνησή του είναι αποφασισμένοι να αποκομματικοποιήσουν (όχι να αποπολιτικοποιήσουν) το κράτος και να το καταστήσουν αποτελεσματικό και αδιάφθορο με νομοσχέδιο που είναι ήδη έτοιμο να κατατεθεί. Είπε δηλαδή όσα αυτονόητα έπρεπε να πει ως πρωθυπουργός και έχουν πει κατά καιρούς πολλοί προκάτοχοί του, όπως άλλωστε παραδέχθηκε.

Σαν μουσική στ’ αυτιά ακούστηκαν τα εμπνευσμένα λόγια του Αλ. Τσίπρα και δεν υπάρχει πολίτης με «σώας τας φρένας», που δεν θα ήθελε τη μεταρρύθμιση ενός κράτους που τον ταλαιπωρεί ποικιλοτρόπως από τα γεννοφάσκια του μέχρι και μετά θάνατον, λόγω ανικανότητας, αναποτελεσματικότητας, φαυλοκρατίας, γραφειοκρατίας, κομματικής πελατοκρατίας, συνδικαλιστικής συνδιοίκησης (ή και απολυταρχίας), έλλειψης λογικής, αδιαφορίας και σε μεγάλο βαθμό, διαφθοράς. Το κακό είναι ότι όλα αυτά ο πρωθυπουργός δεν τα είπε σε κενό αέρος, όπως πιθανότατα νομίζει, ούτε απευθύνθηκε σε πολίτες, χωρίς ελάχιστη μνήμη, που δεν ακούν, δεν βλέπουν και δεν μιλούν, όπως τα γνωστά τρία πιθηκάκια.

Από την πρώτη στιγμή που ο Αλ. Τσίπρας και το κόμμα του ήλθαν στην εξουσία, το πρώτο μέλημά τους ήταν και παραμένει η άλωση της δημόσιας διοίκησης και η εγκαθίδρυση του δικού τους καθεστωτικού κράτους. Οπου βρίσκουν ευκαιρία και μπορούν, τοποθετούν κομματικούς και σε πολλές, πάρα πολλές περιπτώσεις, συγγενείς και φίλους, λες και έχουν προσβληθεί από μανία νεποτισμού. Το νομοσχέδιο που θα μεταρρυθμίσει τη δημόσια διοίκηση είναι προϊόν πίεσης των δανειστών, συνάντησε πολλές αντιδράσεις από τους κομματικούς και όπως το περιέγραψε περιλαμβάνει και αμφιλεγόμενες διατάξεις στα θέματα αξιολόγησης των υπαλλήλων. Με λίγα λόγια, δεν έχει αποδείξει ότι αυτός και η κυβέρνησή του αντιμετωπίζουν διαφορετικά από τους προηγούμενους το κράτος. Το αντίθετο και προς το χειρότερο μάλιστα!
Έντυπη

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Το στοίχημα του Κυριάκου

Το στοίχημα του Κυριάκου
Οι μεταβατικοί καιροί διεγείρουν το πολιτικό ένστικτο των οπαδών της αλλαγής. Ετσι μπορεί να ερμηνευθεί η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της ΝΔ. Μετά την επικράτηση του Αλέξη Τσίπρα, ο έτερος πόλος του δικομματισμού εύλογα αναζήτησε νέα πολιτική έκφραση στον κεντροδεξιό χώρο. Ο νέος πρόεδρος καρπώθηκε την επιθυμία ενός ευρύτερου εκλογικού σώματος, στο υποσυνείδητο του οποίου εγγράφεται ως εκφραστής του "Ναι" του δημοψηφίσματος. Το ποσοστό του 38,69% συνέθεταν δυνάμεις με διαφορετικές ιδεολογικές και κομματικές καταβολές. Κοινή συνισταμένη τους, ωστόσο, ήταν ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας, ως προϋπόθεση για την υπέρβαση της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτισμικής υστέρησής της.
Το γεγονός αυτό θέτει καίρια ζητήματα ως προς τη δυνατότητα του Κυριάκου Μητσοτάκη να ανταποκριθεί στις πεποιθήσεις και δεσμεύσεις του, ενώ ηγείται ενός ετερόκλητου σχήματος. Η εμφανής διάστασή του με το κόμμα ενέχει κινδύνους: Είτε να αφομοιωθεί είτε να βρεθεί μετέωρος. Ο πολιτικοϊδεολογικός πυρήνας της ΝΔ παραμένει βαθιά δεξιός, διαποτισμένος με συντηρητικές, αναχρονιστικές αντιλήψεις. Η μετάλλαξή της δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός βρίσκονται στο DNA της. Η αποκήρυξή τους από τον νέο πρόεδρο δεν σημαίνει και εξάλειψη. Το εγχείρημά του να μετακινήσει τη ΝΔ στο Κέντρο αποδεικνύεται σύνθετο και απαιτητικό. Θα προσκρούσει στα ιδεολογικά βαρίδια, με ενδεχόμενο την απομείωση και της δικής του δυναμικής. Συνεπώς, η αντινομία Μητσοτάκη-κόμματος δεν αντιμετωπίζεται με προσωπικές διευθετήσεις και διανομή ρόλων. Χρειάζονται πρωτοβουλίες που υπερβαίνουν τα κομματικά όρια, ενισχύοντας έτσι την πολιτική κυριαρχία και την ηγετικότητά του.
Εξάλλου, η εκλογή του δεν υπήρξε αποτέλεσμα φραξιονισμού ή απλώς αλλαγής εσωκομματικών συσχετισμών. Hταν προϊόν έξωθεν πίεσης, καθώς η αποδοχή του από ένα ευρύτερο εκλογικό ακροατήριο επιβλήθηκε στο κόμμα. Η επικράτησή του δεν αποδίδεται μόνο στις ιδέες του αλλά και στη σύνθεση της κοινωνικής και πολιτικής βάσης που τον στήριξε. Δεν συναρτάται με τον κομματικό μικρόκοσμο. Συσχετίζεται με τη μεγάλη εικόνα: την έξοδο από την κρίση. Η κάμψη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Ο θετικός απόηχος της εκλογής του επιβεβαιώνει ότι τα τείχη του παρελθόντος είναι σήμερα διάφανα και ο οριζόντιος άξονας της πολιτικής κυρίαρχος. Οι κάθετοι διαχωρισμοί δεν υφίστανται πλέον. Οι πλειοψηφίες διαμορφώνονται στη βάση θεματικών προσεγγίσεων και όχι παρωχημένων πολιτικών και ιδεολογικών αναφορών. Πρόοδος και συντήρηση ανασυντάσσονται γύρω από νέα πραγματικά δεδομένα, νέες προσδοκίες, χωρίς να ταυτίζονται με τις παλιές διαιρέσεις. Επομένως το στοίχημα του Κυριάκου Μητσοτάκη θα κριθεί από την ικανότητά του να θεμελιώσει μια σύγχρονη στρατηγική και να την επιβάλει στο κόμμα του, αποφεύγοντας συγκερασμούς και παραλυτικές ισορροπίες.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Η χώρα έχει υποφέρει από τους μεσσίες.

Αν το αποτέλεσμα της Κυριακής στην ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης ήταν διαφορετικό, αναρωτιέται κανείς αν θα είχε ανακαλύψει ο ΣΥΡΙΖΑ τις «ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές», αν θα είχε διαπιστώσει την «άβυσσο» η Φώφη Γεννηματά, αν θα προχωρούσε στην αναζήτηση μεταρρυθμιστικών συμμαχιών το Ποτάμι και κυρίως αν οι χαμένοι θα μιλούσαν στη ΝΔ για «ανάγκη συνύπαρξης όλων» όταν ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης είχε δηλώσει προεκλογικά ότι «δεν θα κρατήσει κανέναν με το ζόρι». Η νίκη του Κυριάκου Μητσοτάκη δημιούργησε ελπίδα για καλύτερες εξελίξεις στη χώρα. Δεν είναι η πρώτη ελπίδα που εμφανίζεται στα χρόνια της κρίσης. Oλες ωστόσο σκόνταψαν στον λαϊκισμό, στις προσωπικές φιλοδοξίες και τις άλλες παθογένειες του πολιτικού συστήματος. Η προσπάθεια διακομματικής στήριξης της κυβέρνησης Παπαδήμου κάηκε πολύ νωρίς. Η «πολιτική» επετηρίδα δεν ανέχτηκε για πολύ την παραβίασή της από «τεχνοκρατικές» παρεμβάσεις.
Η «κίνηση των 58» δημιούργησε στη συνέχεια τη νέα -και σοβαρότερη- ελπίδα για τη συγκρότηση ενός κεντροαριστερού-σοσιαλδημοκρατικού πόλου, που θα έπαιρνε την πρωτοβουλία για την έξοδο από την κρίση με αναπτυξιακή κατεύθυνση. Η άρνηση της ΔΗΜΑΡ να αναλάβει τις ευθύνες της που μαζί με την αποχώρηση από την κυβέρνηση οδήγησαν στην εξαφάνισή της, αλλά και προσωπικές φιλοδοξίες για την ηγεσία του εγχειρήματος το ακύρωσαν στην πράξη. Η πιο πρόσφατη και τραυματική εμπειρία είναι αυτή της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Και δεν αναφερόμαστε στην ελπίδα που δημιούργησε στην πλειοψηφία των πολιτών ο ακραίος προεκλογικός λαϊκισμός, αλλά στην ελπίδα για ένα νέο ήθος στην πολιτική που διαψεύδεται καθημερινά από μια αριστεροακροδεξιά συμμαχία που καταργεί κάθε ίχνος αξιοκρατίας και προχωράει στην οικοδόμηση ενός σκληρού κομματικού κράτους.
Η πολύπαθη ελπίδα φαίνεται να περνάει τώρα στα χέρια του νέου προέδρου της ΝΔ. Oχι γιατί μπορεί από μόνος του -η χώρα έχει υποφέρει από τους «μεσσίες»- ούτε γιατί άλλαξε ξαφνικά η Δεξιά. Αλλά γιατί μπορεί να αποτελέσει τον μοχλό που θα κινήσει τα νήματα και θα προκαλέσει τις πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες που θα υλοποιήσουν επιτέλους τις μεταρρυθμίσεις που κιτρίνισαν επί δεκαετίες στα εκάστοτε κυβερνητικά συρτάρια. Απαραίτητη προϋπόθεση φυσικά για όλα αυτά είναι να μην κάνει πίσω από τα «πιστεύω» που πρόσφατα διακήρυξε δημόσια. Συγκρίνοντας τις δύο πολιτικές συγκυρίες -και σε καμιά περίπτωση τις δύο πολιτικές προσωπικότητες- ας ελπίσουμε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα συναντήσει στο κόμμα του αντίδραση ανάλογη με εκείνη που συνάντησε στην περίοδο της διακυβέρνησής του ο Κώστας Σημίτης από το ΠΑΣΟΚ. Να τον ψηφίζουν για την εξουσία και να τον καταριούνται για την πολιτική του!

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Περί εκβιασμών


Δεν με ξάφνιασαν οι δηλώσεις του υπουργού Ενέργειας και της κυβερνητικής εκπροσώπου για την υπόθεση της Χαλκιδικής και τις αποφάσεις των Καναδών επενδυτών της Eldorado Gold. Το επικό «η κυβέρνηση δεν εκβιάζεται» είναι από τα βασικά σλόγκαν της αριστερής διακυβέρνησης και συχνά διακηρύσσεται αν και δεν θυμάμαι να υπήρξε περίπτωση που να επιβεβαιώθηκε. Αλλά αυτό είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία διάψευσης προσδοκιών κι ελπίδων.
Η υπόθεση είναι γνωστή. Οι επενδυτές διατείνονται ότι η κυβέρνηση δεν τηρεί τους όρους της σύμβασης και η κυβέρνηση επικαλείται ότι οι επενδυτές είναι που δεν προστατεύουν το περιβάλλον όσο πρέπει. Αρα πρέπει να βρεθεί λύση. Που ή θα είναι συναινετική και κοινά αποδεκτή ή η διαφωνία θα οδηγήσει σε ρήξη και η σύμβαση ή δεν θα προχωρήσει παραπέρα ή θα ακυρωθεί.
Απλά και λογικά πράγματα δηλαδή, στα οποία δεν έχουν καμία θέση μεγαλοστομίες περί «εκβιασμών» και άλλων ανοησιών που για λαϊκή κατανάλωση καλές είναι αλλά δεν προσφέρονται για λύση προβλημάτων. Σε κάθε είδους διαπραγμάτευση ο καθένας χρησιμοποιεί τα όπλα του. Ο Σκουρλέτης ως κυβέρνηση έχει το μαχαίρι, οι επενδυτές κρατάνε το πεπόνι. Ή και αντίστροφα. Αλλά εκείνο που μετράει είναι η ταυτόχρονη αξιοποίησή τους. Ή θα υπάρξει και θα βγουν και οι δύο πλευρές κερδισμένες ή δεν θα υπάρξει και η κάθε πλευρά θα μετρήσει τις ζημιές της.
Εκείνο που έκαναν οι Καναδοί ήταν να ρίξουν το γάντι και να θυμίσουν τι σημαίνει, ειδικά στις Σκουριές αλλά και συνολικά στην Ελλάδα, η παρουσία τους σε θέσεις εργασίας, εισόδημα εργαζομένων, φόρους και επενδυτικά κεφάλαια. Και δεν περιορίστηκαν στην παράθεση των στοιχείων, αλλά πήραν και σβάρνα τα πολιτικά κόμματα και φυσικά εξασφάλισαν τη συμπαράσταση όσων επισκέφθηκαν.
Σήμερα είναι η σειρά της κυβέρνησης να μιλήσει. Ο υπουργός θα συναντηθεί με τους επενδυτές. Και μένει να ακούσουμε τι το ουσιαστικό θα πει, γιατί βεβαίως δεν είναι επιχείρημα ότι πιέζεται λόγω προγραμματικών δεσμεύσεών τους. Και όχι μόνο προς τους Καναδούς, αλλά εμμέσως και προς τους εταίρους. Που κι αυτοί εμμέσως, διά της Κομισιόν, του διεμήνυσαν ότι βάσει του τρίτου Μνημονίου είναι υποχρεωμένος όχι μόνο να επιδιώκει την προσέλκυση επενδύσεων, αλλά και να προστατεύει τις ήδη υπάρχουσες.

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας δεν διαμορφώνει μόνο νέες προοπτικές για την αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά προκαλεί αλυσιδωτές  παρενέργειες συνολικά στο πολιτικό σύστημα. Η κυβέρνηση του κ.Τσίπρα, αποκτά πλέον ένα αξιόμαχο αντίπαλο δέος, καθώς η ΝΔ  μετά από μια πορεία εσωτερικής καθήλωσης ,απόρροια των χαμένων εκλογικών αναμετρήσεων της περασμένης χρονιάς, μπαίνει σε ένα δρόμο  οργανωτικής και πολιτικής ανασύνταξης με τη δυναμική μάλιστα που της προσδίδει η νέα ηγεσία.

Είναι αξιοσημείωτο επίσης ότι ο κ.Μητσοτάκης εξελέγη με ένα καθαρό πολιτικό πρόγραμμα, με σαφή ευρωπαϊκό και μεταρρυθμιστικό προσανατολισμό. Αν αυτή η πολιτική πρόταση επιβεβαιωθεί και στην πράξη, η κυβέρνηση θα έχει πλέον απέναντι της έναν αντίπαλο που θα ασκεί κριτική επί της ουσίας και δεν θα τις επιτρέπει να εμφανίζεται ως μοναδικός θεματοφύλακας της σταθερότητας και της πορείας εξόδου  από την  κρίση. Παράλληλα και οι ευρωπαϊκές ηγεσίες που ως τώρα δεν έβλεπαν άλλη εναλλακτική λύση για την Ελλάδα, εκτός του κ.Τσίπρα θα αρχίσουν ενδεχομένως να αναθεωρούν τη στάση τους.

Αλλά και για τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης, η επικράτηση Μητσοτάκη δημιουργεί πιέσεις για ανασύνταξη και ανανέωση. Φάνηκε ήδη από τις πρώτες αντιδράσεις τους ότι αισθάνονται ήδη αυτή την πίεση και αυτή την ανάγκη. Αν ο νέος αρχηγός της ΝΔ φανεί συνεπής στις προεκλογικές δεσμεύσεις του, οι δυνάμεις της κοινωνίας που επενδύουν στο σταθερό ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας και δεν είχαν αξιόπιστη πολιτική εκπροσώπηση, πειστούν από την πολιτική Μητσοτάκη,οι επιπτώσεις στην ελάσσονα αντιπολίτευση, θα αρχίσουν να γίνονται ορατές.

όλα αυτά βέβαια  με την προϋπόθεση ότι η νέα ηγεσία της ΝΔ θα αφήσει πίσω της τα βαρίδια, τις εύκολες λαϊκίστικες υποσχέσεις και θα επενδύσει στη  ριζική ανανέωση του κόμματος αλλά και σε συγκεκριμένες μεταρρυθμιστικές θέσεις και προτάσεις. Ο κ.Μητσοτάκης έχει την ευκαιρία να αποδείξει ότι η ανατροπή που πέτυχε στη μάχη για την ηγεσία της παράταξης του ,υποστηρίζοντας όχι ιδιαίτερα δημοφιλείς απόψεις για αρκετά θέματα,έχει συνέχεια και συνέπεια. Οτι δεν θα βάλει «νερό στο κρασί του» για λόγους κομματικών ή πελατειακών ισορροπιών αλλά θα μείνει συνεπής στις υποσχέσεις του, υποστηρίζοντας το γενικότερο συμφέρον της χώρας και της κοινωνίας, αδιαφορώντας για τις σειρήνες του λαϊκισμού.

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Η επόμενη μέρα για τη ΝΔ


Η εκκρεμότητα επιτέλους έληξε. Οι φίλοι και ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας ανέδειξαν αρχηγό της συντηρητικής παράταξης τον Κυριάκο Μητσοτάκη επικροτώντας προφανώς την προεκλογική του διακήρυξη για ένα νέο και ριζικά ανανεωμένο κόμμα, ικανό να ανταποκριθεί στα προβλήματα της εποχής και να επανακτήσει τη δυναμική παλαιότερων εποχών.
Αντικειμενικά η επόμενη μέρα διαμορφώνει ένα νέο πολιτικό τοπίο το οποίο δεν περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στον χώρο της ΝΔ. Εκεί, με δεδομένη και τη στάση του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, ούτε κλυδωνισμοί αναμένεται να υπάρξουν, ούτε αντιδράσεις με αρνητικές παρενέργειες για την ενότητα και τη λειτουργία του κόμματος. Εκείνο που μένει να καταδειχθεί είναι αν και σε ποιον βαθμό η ανανεωτική ατζέντα και η όποια πολιτική στάση και τακτική που θα επιβάλει ο νέος αρχηγός θα κινήσουν το ενδιαφέρον και θα προσελκύσουν δυνάμεις από άλλους χώρους ή και από την τεράστια πλέον δεξαμενή των πολιτικά αποστασιοποιημένων.
Υπό άλλες συνθήκες η πρώτη αξιολόγηση της αρχηγικής παρουσίας του Κυρ. Μητσοτάκη θα γινόταν με βάση το υπό διαμόρφωση πολιτικό πρόγραμμά του και την ανανέωση που θα προωθούσε, αλλά η περίοδος, την οποία διερχόμαστε, δεν επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες.
Σήμερα, αύριο, το συντομότερο δυνατόν, ο νέος αρχηγός είναι υποχρεωμένος να θέσει τα διαχωριστικά όρια του κόμματός του από τον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβερνητική πολιτική αλλά και να προσδιορίσει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης απέναντι στην υπό εξέλιξη διαπραγμάτευση και στα μεγάλα προβλήματα, τα οποία ούτως ή άλλως θα κριθούν μέσω αυτής. Οι εξελίξεις θα είναι πολύ ταχύτερες απ' όσο λογικά θα τις ήθελε και ο ίδιος ο νέος αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Η λύση του ασφαλιστικού δεν θα μπορούσε να είναι εύκολη.

Η λύση του ασφαλιστικού δεν θα μπορούσε να είναι εύκολη. Είναι ένα παλαιό ζήτημα που επιδεινώνεται με τη δυσχερή δημογραφική κατάσταση, αλλά και τη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας. Η γήρανση του πληθυσμού και η ύφεση περιορίζουν ακόμα περισσότερο τα έσοδα του ασφαλιστικού συστήματος, που αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί με ρουσφετολογικές ρυθμίσεις πολλών δεκαετιών. Προφανώς το λογικό είναι να μειωθούν όλες οι συντάξεις και να επιμηκυνθεί ο απαιτούμενος χρόνος εργασίας πριν από τη συνταξιοδότηση… Το πρόβλημα μόνον με μια ευρύτερη συναίνεση και δυσάρεστα μέτρα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί, και μάλιστα σε βάθος χρόνου.

Αντί όμως για μια ρεαλιστική αντιμετώπιση του θέματος, βιώνουμε μια σουρεαλιστική παράσταση. Η κυβέρνηση προσπαθεί να πείσει την κοινωνία ότι οι συντάξεις δεν μειώνονται και όσες μειώνονται θα αυξηθούν από το 2018 επειδή θεωρεί δεδομένο ότι έπειτα από δύο χρόνια θα αυξηθεί το ΑΕΠ!

Το ουσιαστικό πρόβλημα δεν είναι ότι το επικοινωνιακό επιτελείο της κυβέρνησης αισθάνεται την ανάγκη να ονομάσει αύξηση τη μείωση των απολαβών των συνταξιούχων. Αυτό είναι πρόβλημα των κυβερνητικών αξιωματούχων. Ούτε αποτελεί «πραγματικό» πρόβλημα ότι έχουν εξαπατηθεί οι ψηφοφόροι που πίστεψαν ότι θα πάρουν τη 13η σύνταξη. Αυτό είναι πρόβλημα των ψηφοφόρων.

Το ουσιαστικό πρόβλημα, που θα έχει σημαντικές επιπτώσεις, προκύπτει από την «ιδεολογική» αντιμετώπιση του πραγματικού προβλήματος της ανεπάρκειας πόρων στο ασφαλιστικό σύστημα. Η κυβέρνηση, επειδή ακριβώς βάλλεται για την ασυνέπεια των έργων σε σχέση με τις υποσχέσεις της, εφαρμόζει την ισοπέδωση προς τα κάτω, μια σοσιαλιστική –όπως νομίζει– εμμονή. Από τα μέτρα διασώζονται όσοι έχουν πολύ χαμηλές συντάξεις και ευνοούνται όσοι έχουν πολύ χαμηλά εισοδήματα. Οι υπόλοιποι, που έχουν μεγαλύτερο εισόδημα κι όσοι έχουν πληρώσει πολύ υψηλές εισφορές ή έχουν εργαστεί πολλά χρόνια καταβάλλοντας τις ανάλογες εισφορές, θα δουν τις συντάξεις τους να περιορίζονται. Θα διαπιστώσουν ότι δεν άξιζαν οι θυσίες τους, δηλαδή να καταβάλλουν υψηλές εισφορές περιορίζοντας το εισόδημα που έφερναν σπίτι.

Η απογοήτευση αυτή δεν σημαίνει εμπέδωση αισθήματος δικαιοσύνης, επειδή όλοι θα εισπράττουν περίπου την ίδια χαμηλή σύνταξη. Αντίθετα, θα οδηγήσει πολλούς να αναζητήσουν τρόπο βελτίωσης του εισοδήματος, χωρίς να χάνονται τα χρήματά τους στη μαύρη τρύπα του συστήματος, που δεν είναι ανταποδοτικό και δίκαιο. Ετσι όπως διαμορφώνεται η κατάσταση για τα εισοδήματα μεσαίου επιπέδου και πάνω, σχεδόν 55% των εσόδων θα είναι φόροι και ασφαλιστικές εισφορές.

Οσοι είναι επαγγελματίες θα φροντίσουν να έχουν έσοδα σε επιχείρησή τους που βρίσκεται σε κάποια γειτονική ή μακρινή χώρα με μικρή φορολογική επιβάρυνση. Οι μισθωτοί θα φροντίζουν να προσφέρουν αδήλωτη εργασία. Εργοδότες και εργαζόμενοι, επαγγελματίες και πελάτες, όλοι θα έχουν ισχυρό κίνητρο να φοροδιαφεύγουν…

Στην επίσημη σοσιαλιστική οικονομία, δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, θα επικρατούν χαμηλές αποδοχές και υψηλή φορολογία. Στη «μαύρη» οικονομία οι αποδοχές θα είναι υψηλότερες και αφορολόγητες. Σε καμιά από τις δύο δεν θα γίνονται σοβαρές επενδύσεις. Στη βιβλιογραφία θα ασκείται κριτική στο υπόδειγμα του ισοπεδωτικού σοσιαλισμού, που εξισώνει τους φτωχούς, αλλά δεν είναι δίκαιο.
Έντυπη