Η λογική του άσπρου-μαύρου που επικρατεί για μια φορά ακόμα στο πολιτικό σκηνικό ,με αιχμή το ασφαλιστικό υπονομεύει το κλίμα σταθερότητας που έχει ανάγκη η χώρα. Σε μια περίοδο μάλιστα μεγάλης αναταραχής στις διεθνείς αγορές, λόγω της Κίνας, με άγνωστες ακόμα επιπτώσεις, το σκηνικό έντασης που διαμορφώνεται επιτείνει την ανησυχία για τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις.
Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016
Η λογική του άσπρου-μαύρου .
Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016
Σήμερα καλείται να πληρώσει το τίμημα της νίκης του.
Το 2015 ήταν η χρονιά του Αλ. Τσίπρα. Το εκλογικό σώμα, επιδεικνύοντας πρωτίστως τιμωρητική διάθεση έναντι των παλαιών, τον αντιμετώπισε ως φορέα του νέου και άφθαρτου. Η φρεσκάδα και το επικοινωνιακό του χάρισμα τον κατέστησαν ισχυρό παίχτη. Ετσι οικοδόμησε και εδραίωσε την πολιτική του κυριαρχία. Οι τρεις νικηφόρες εκλογικές αναμετρήσεις το επιβεβαιώνουν.
Σήμερα καλείται να πληρώσει το τίμημα της νίκης του. Επειτα από έντεκα μήνες διακυβέρνησης γίνεται εμφανές ότι οι πολιτικές που αναγκάζεται να ακολουθήσει βρίσκονται στον αντίποδα των όσων εκπροσωπούσε. Συνεπώς, η μεταστροφή του καθίσταται εγχείρημα σύνθετο και περίπλοκο. Δεν είναι εύκολα αφομοιώσιμη, λόγω των ενδογενών της αντιφάσεων. Ούτε διασφαλίζεται μόνο από τη βούλησή του. Συνδέεται και με άλλες παραμέτρους, που σε μεγάλο βαθμό επικαθορίζουν τη φορά των πολιτικών πραγμάτων.
Η σημαντικότερη είναι αναμφίβολα το ίδιο το κόμμα του. Ο ΣΥΡΙΖΑ, γεμάτος αντιφάσεις, παραμένει εγκλωβισμένος σε ιδεοληψίες. Το κυριότερο, βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τις συμφωνηθείσες προτεραιότητες της κυβέρνησης και την ανάγκη προσαρμογής στα νέα δεδομένα. Προς το παρόν η συνεκτική ουσία της εξουσίας λειτουργεί. Ωστόσο, οι κυβερνητικές δυστοκίες και παλινωδίες είναι υπαρκτές. Παράλληλα, οι εκλογείς του συνέθεταν ένα μωσαϊκό αντιτιθέμενων επιδιώξεων και προσδοκιών. Εύλογα, αρχίζουν σταδιακά να αμφισβητούν τις επιλογές του πρωθυπουργού. Το βέβαιο είναι πως η εμπιστοσύνη τους θα δοκιμαστεί.
Αποδεχόμενος ο Αλ. Τσίπρας τη νέα συμφωνία, επέδειξε πράγματι θάρρος. Ο συμβιβασμός του ενίσχυσε περαιτέρω την κυριαρχία του. Σήμερα, άραγε, έχει την τόλμη να υπερβεί τις παραλυτικές ισορροπίες της κυβέρνησης, διευρύνοντας τις συμμαχίες του; Η σύμπραξη με τους ΑΝΕΛ και το φλερτ με τον Β. Λεβέντη αποδεικνύουν τον εγκλωβισμό του σε έναν άκρατο τακτικισμό. Η έλλειψη πυξίδας τον καθιστά ευάλωτο στον λαϊκισμό, στον κρατισμό και στις πελατειακές τακτικές. Ταυτόχρονα, περιχαρακώνει το ακροατήριό του.
Ο πρωθυπουργός, επιμένοντας σε λογικές συγκερασμού, διακινδυνεύει να εξαντλήσει το πολιτικό του κεφάλαιο. Η διατήρησή του είναι δυνατή, όχι τρώγοντας από τα έτοιμα, αλλά μόνο μέσω της διευρυμένης αναπαραγωγής του. Επομένως, μοναδικός αντίπαλος του Αλ. Τσίπρα είναι ο εαυτός του. Αν θέλει να μείνει πιστός στον εαυτό του, έχει μία δυνατότητα: Να αλλάξει - όχι επειδή απέτυχε, αλλά ακριβώς διότι πέτυχε. Να περάσει από την πολιτική εφηβεία στην πολιτική ωριμότητα. Από τις μεγαλοστομίες και τις ανεδαφικές υποσχέσεις στον πραγματισμό, στις καθαρές θέσεις και προτάσεις. Επενδύοντας στους ιδεοληπτικούς και αυτάρεσκους του κόμματός του ή στους ακροδεξιούς και εθνολαϊκιστές, απομειώνει τη δυναμική του. Οι τακτικισμοί μετατρέπουν τις ευκαιρίες σε βαρίδια. Η απουσία καθαρής στρατηγικής πρότασης ανακυκλώνει τα αδιέξοδα της χώρας, επιβραδύνοντας την έξοδο από την κρίση.
Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016
Σε μια πατρίδα τελειωμένη .
Κραυγάζοντες μεγαλοστομούντες κατά πάντων με αοριστολογίες και ανερμάτιστα επιχειρήματα. Ιδεοληπτικοί, ημιμαθείς και ασυγκρότητοι ανέλαβαν ως ριζοσπαστική απαίτηση της κοινωνίας (τους) να αλλάξουν τη ζωή των ανθρώπων με όσα που ξέρουν (!) και με αυτά που φαντάζονται (!). Η «δυναμική» αρχή έγινε με τους «αγανακτισμένους» που ανέλαβαν να θέσουν τα θεμέλια του σύγχρονου «ριζοσπαστισμού». Ενα ανομοιογενές πλήθος (ανάξιων, επάξιων και διακεκριμένων, ακραίων εθνικιστών και διεθνιστών), που χλεύαζε και προπηλάκιζε... με αρχηγούς φυλών να διεκδικούν την ηγεσία του, με κριτήρια του ισχυρότερου χλευασμού και προπηλακισμού... Σε μια πατρίδα τελειωμένη που αναζητούσε την αναγέννησή της μετά την καταβαράθρωση δομών και θεσμών οι «αγανακτισμένοι», οι φυλές και οι ηγεμονίσκοι τους, προέβαλλαν τη βία της ανατροπής χωρίς προτάσεις και ιδεολογία ανασυγκρότησης.
Σε αυτό το ασαφές έως χαοτικό ιδεολογικό και πολιτικό εφαλτήριο συνθηματολογικού εθνικολαϊκιστικού «ριζοσπαστισμού» στηρίχθηκε όλο το καταστροφικό α' επτάμηνο του 2015. Ευαγγελίστηκε την ανατροπή της Ευρώπης, των αγορών και εντέλει του ίδιου του κράτους προσκαλώντας «μεσσίες» να εφαρμόσουν «ευαγγέλια» με τις δικές τους ερμηνείες και προτάσεις υπό τον όρο της πίστης τους στην ιδεοληψία «μιας» ανατροπής. Ετσι, στη θέση της ανατροπής της Ευρώπης και των αγορών ήρθε η χειραγώγηση από αυτές, αφήνοντας αποκλειστικό πεδίο δράσης του αγανακτισμένου «ριζοσπαστισμού»... το κράτος. Οχι όμως σε επίπεδο προτάσεων για την ανασυγκρότηση των δομών του, καθώς στον τομέα αυτόν ανέλαβε η Ευρώπη και οι αγορές τη μακροσκοπική καθοδήγηση. Αλλά σε επίπεδο μικροσκοπικής στοχοθεσίας. Μόνο που ο εθνικολαϊκιστικός «ριζοσπαστισμός» είναι γνωσιολογικά και τεχνοκρατικά ανίκανος να αλλάξει το κράτος ως δομή εξουσίας και διαμόρφωσης των σχέσεων μεταξύ των πολιτών, των επιχειρήσεων και του Δημοσίου.
Είναι ανίκανος να φορτίσει τους θεσμούς και το εκπαιδευτικό σύστημα με την προοδευτική ιδεολογία που έρχεται ως συνέχεια των κατακτήσεων του ελληνισμού, αρκούμενη σε εθνικιστικές παράτες και πολεμοχαρείς αφηγήσεις της ιστορίας. Είναι επικίνδυνος να διατηρήσει τη χώρα ως υποκείμενο του διεθνούς δικαίου και μέλος της διεθνούς κοινωνίας αποφεύγοντας την αμφισβήτηση της εδαφικής της ακεραιότητας και την περιφερειοποίησή της. Αντίθετα, ο εθνικολαϊκιστικός ριζοσπαστισμός είναι ικανός να διατηρήσει την πελατειακότητα του πολιτικού συστήματος με διορισμούς ημετέρων και έλεγχο της Δημόσιας Διοίκησης. Εκεί θα δώσει τη μάχη του ελπίζοντας μέσω αυτής τη συγκρότηση των δικών του ιεραρχημένων επιχειρηματικών συμφερόντων που θα συνεπικουρούν το έργο της «εθνικοαριστερής» αναπαλαίωσης του παρελθόντος.
Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016
Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
Εκ γενετής συνταξιούχος; Θα ήταν το ιδανικό. Κάτι σαν το τελευταίο γένος του Ησιόδου, που θα γεννιέται ήδη γερασμένο. Επειδή όμως τα ιδανικά δεν είναι για τον κόσμο τούτο, ας αρκεστούμε στην πραγματικότητα. Ακόμη και σήμερα, στη χώρα με το ενάμισι εκατομμύριο ανέργους, ο σαρανταπεντάρης ή ο πενηντάρης συνταξιούχος δεν είναι απαξιωμένος. Το αντίθετο μάλιστα. Είναι αυτός που πέτυχε, υλοποίησε το ελληνικό όνειρο πιο γρήγορα απ’ τους υπόλοιπους. «Δουλεύεις ακόμη;» – ερώτηση που διατυπώνεται με ύφος συμπόνοιας. «Εχω δύο χρόνια για να βγω» – απάντηση σε ύφος κάπως πονεμένο, πλην όμως ελαφρώς αισιόδοξο. Δύο χρόνια περνούν χωρίς να το πάρεις είδηση. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
Κι αν δεν καταφέρεις να «θεμελιώσεις το δικαίωμα» στα πενήντα σου, τουλάχιστον φρόντισε να το εξασφαλίσεις από την ημέρα που θα αρχίσεις να δουλεύεις. Να βρεις μια σταθερή θέση, και να μείνεις σ’ αυτήν τη θέση ώς την ευλογημένη εκείνη ημέρα. Ακόμη και οι λέξεις έχουν τη σημασία τους – όση τους έχουμε αφήσει από τις καταχρήσεις. Δεν λέμε «άνοιξαν διακόσιες χιλιάδες δουλειές στο Δημόσιο». Λέμε «προκηρύσσονται διακόσιες χιλιάδες θέσεις». Οι δουλειές είναι για τον ιδιωτικό τομέα. Οι θέσεις για το Δημόσιο. Από τη μία η δουλειά, μετάφραση στη νέα ελληνική της λέξης δουλεία. Από την άλλη η θέση, με όση ακινησία κι αν αυτή συνεπάγεται.
Η λατρεία για το Δημόσιο, το κοινωνικό αλισβερίσι, είναι η εγκόσμια εκδοχή του ιδανικού, του εκ γενετής συνταξιούχου. Μπορεί να ταλαιπωρείσαι με ωράρια, κάρτες, ημέρες αργίας και πολιτικές αλλαγές, όμως όλ’ αυτά τα υπομένεις επειδή ξέρεις ότι στο τέλος σε περιμένει η σύνταξη. Η κινητικότητα προϋποθέτει συνεχή αξιολόγηση. Κάθε φορά που αλλάζεις δουλειά αξιολογείσαι εξαρχής. Οταν παραμένεις στην ίδια θέση από την πρώτη ημέρα, μετράς ημέρες για τη σύνταξη. Είναι λοιπόν εντελώς φυσιολογικό η ιδέα και μόνον της όποιας αξιολόγησης να σου φέρνει ανατριχίλα.
Το ελληνικό όνειρο είναι όνειρο ακινησίας. Κάθε μεταβολή, κάθε μετατροπή, η παραμικρή κίνηση προκαλεί ανασφάλεια, τρομάζει, φοβίζει. Η πίστη στην ακινησία έχει θρησκευτικά χαρακτηριστικά. Δεν είναι συντηρητισμός· ο συντηρητισμός προϋποθέτει έργο και δυνατότητα επιλογής. Επιλέγεις τι αξίζει να συντηρήσεις και τι πρέπει να αλλάξεις, για να μπορείς να συντηρήσεις αυτό που πρέπει. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ιστορική αδράνεια.
Η κάλπικη αριστερά αυτήν την αδράνεια προσπαθεί να εξασφαλίσει. Αδιαφορεί για το ενάμισι εκατομμύριο ανέργους, όμως παλεύει με νύχια και με δόντια να κρατήσει το ελληνικό όνειρο ζωντανό. Πόσοι παραμένουν εργαζόμενοι; Ενάμισι εκατομμύριο; Πόσοι είναι οι συνταξιούχοι; Ισάριθμοι. Κάθε εργαζόμενος δουλεύει για περίπου ένα συνταξιούχο.
Δεν ξέρω αν υπάρχει πολιτική ηγεσία που μπορεί να βρει τον αλγόριθμο ο οποίος θα αποτρέψει την κοινωνική ενδόρρηξη. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον πως κάποιοι έχουν το θάρρος, τη δύναμη και τις ικανότητες να αναλάβουν τον ρόλο της συλλογικής ψυχανάλυσης. Να εντοπίσουν πού, πώς και πότε δημιουργήθηκε το σύνδρομο της ακινησίας γύρω από το οποίο οικοδομήθηκε το ελληνικό όνειρο. Προς το παρόν, ας συμφωνήσουμε τουλάχιστον πως το όνειρο αυτό έχει γίνει εφιάλτης για όσους ζωντανούς μένουν ακόμη όρθιοι ανάμεσά μας.
Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016
Και η σοβαρότητα είναι αναγκαία.
Σίγουρα ούτε η χρονική συγκυρία είναι η ενδεδειγμένη ούτε οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες είναι οι καταλληλότερες, για να επιχειρηθεί η καλύτερη δυνατή τομή στο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας. Δυστυχώς, όμως, η πραγματικότητα αυτή ισχύει για όλα όσα συμβαίνουν τα τελευταία έξι χρόνια στον τόπο μας και με βάση αυτήν αντιμετωπίζεται το παρόν και προγραμματίζεται το μέλλον. Τουλάχιστον μέχρι να απαλλαγούμε από την κηδεμονία των εταίρων και δανειστών και να επανακτήσουμε τη δυνατότητα να αποφασίζουμε μόνοι μας για τα του οίκου μας.
Δεν θα υποδείξουμε, φυσικά, στην κυβέρνηση αλλά ούτε και στα κόμματα της αντιπολίτευσης τι πρέπει να κάνουν. Αλλωστε ούτε τώρα δημιουργήθηκε το πρόβλημα ούτε και υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που να είναι τελείως ανεύθυνες για τις διαστάσεις και τη σοβαρότητά του. Απλώς τώρα βρισκόμαστε όλοι μπροστά στην υποχρέωση να πάρουμε ακόμη μία οδυνηρή απόφαση για ένα ούτως ή άλλως υπαρκτό θέμα. Και ο μόνος τρόπος για να το επιτύχουμε είναι να το αντιμετωπίσουμε με ρεαλισμό και σοβαρότητα.
Ο ρεαλισμός επιβάλλεται, γιατί η όποια απόφαση θα έχει ευρύτερες συνέπειες για τη χώρα και τον λαό, για το παρόν και το μέλλον. Αυτό είναι ένα δεδομένο που δεν επιδέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση. Γιατί, εκτός των άλλων, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σ' αυτόν τον τόπο επανειλημμένα έχει αποδειχθεί πως κάθε φορά που κρύβουμε κάποιο πρόβλημα κάτω από το χαλί, σύντομα το βλέπουμε να ξαναπροβάλλει εφιαλτικότερο.
Και η σοβαρότητα είναι αναγκαία, γιατί η όποια απόπειρα πολιτικής εκμετάλλευσης είναι προκαταβολικά καταδικασμένη σε αποτυχία. Προφανώς και το πολιτικό κόστος θα καταβληθεί κυρίως από τους κυβερνώντες αλλά όχι για όσα τελικά θα κάνουν, αλλά για όσα επιπόλαια είχαν υποσχεθεί. Οπως είχε συμβεί και με τους προκατόχους τους. Γιατί ούτε οι μεν ούτε οι δε αποφάσιζαν ή αποφασίζουν ελεύθερα. Συναποφάσιζαν οι μεν και θα συναποφασίσουν οι δε με τους εταίρους και δανειστές μας.
Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016
Η επιστήμη σηκώνει τα χέρια με τους Ελληνες.
To 2015 που μόλις έφυγε ήταν - χωρίς αμφιβολία - η χειρότερη χρονιά της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.
Παρά τον αρχικό ενθουσιασμό όσων ψηφίζουν Αριστερά για την ανάληψη της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ, η δραματική συνέχεια με τη χώρα να τρεκλίζει για μήνες στο χείλος του γκρεμού διέψευσε τις προσδοκίες κάθε σώφρονος πολίτη.
Οσα έγιναν κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από την πρώτη φορά Αριστεροακροδεξιά δεν είχαν προηγούμενο.
Από την υιοθέτηση της «νιούσπικ» όπου η τρόικα μετονομάστηκε σε θεσμούς, το Μνημόνιο σε πρόγραμμα και το σβήσιμο του χρέους σε συμφωνία επιμήκυνσης, ως την άρνηση της κυβέρνησης για νέα χρηματοδότηση που οδήγησε στο πλήρες στράγγισμα και του τελευταίου ευρώ της οικονομίας (αποθεματικά Ταμείων, υπουργείων και δημοσίων οργανισμών) για να πληρωθούν οι δόσεις.
Από την αμέριμνη διαπραγμάτευση Βαρουφάκη, ο οποίος μιλούσε περισσότερο στα διεθνή μίντια παρά στους ομολόγους του, ως το κλείσιμο των τραπεζών και τα capital controls που ανάγκασαν εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους να περιμένουν ώρες στα ΑΤΜ μέσα στο λιοπύρι για τις συντάξεις τους.
Από την άρνηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να αποδεχθεί το πακέτο Γιούνκερ ως την αποδοχή από τον κ. Τσίπρα - ύστερα από ένα αλλοπρόσαλλο δημοψήφισμα που έβγαλε «Οχι» αλλά βαφτίστηκε «Ναι» - ενός πολύ σκληρότερου τρίτου Μνημονίου.
Συμπέρασμα πρώτο: αν μια κυβέρνηση δεν έχει σχέδιο και δεν έχει σφυρηλατήσει ισχυρές διεθνείς συμμαχίες, είναι ανόητο να συγκρουστεί με τους ισχυρούς - θα φάει τα μούτρα της και θα ζημιώσει ακόμη περισσότερο τον λαό της.
Συμπέρασμα δεύτερο: αν ο κ. Τσίπρας δεν είχε ρίξει την κυβέρνηση Σαμαρά -Βενιζέλου και είχε ψηφίσει τον - μοιραίο - κ. Κουβέλη για Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η συμφωνία για το χρέος θα είχε ήδη υπογραφεί, η χώρα θα βρισκόταν σε ανάπτυξη έχοντας δημιουργήσει πάνω από 150.000 νέες θέσεις εργασίας και ο «σοβαρός και υπεύθυνος» ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν το φαβορί για τις εκλογές του 2016 - για μια διακυβέρνηση που θα έμοιαζε με βόλτα στο πάρκο.
Συμπέρασμα τρίτο: η επιστήμη σηκώνει τα χέρια με τους Ελληνες - αδυνατούν να συμφωνήσουν ακόμη και στα αυτονόητα, βαφτίζουν εχθρούς αυτούς που τους έδωσαν το μεγαλύτερο δάνειο στην ιστορία του κόσμου, ξοδεύουν περισσότερα χρήματα όταν οι τράπεζες είναι κλειστές με capital controls και ψηφίζουν ξανά κυβέρνηση αυτούς που παραλίγο να οδηγήσουν τη χώρα σε εθνική καταστροφή.
Καλή χρονιά και περισσότερο μυαλό στους κυβερνώντες.
Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016
Η χρονιά της τρέλας
Ψάχνοντας λέξεις για να χαρακτηρίσω τη χρονιά που έφυγε κατέληξα αναγκαστικά στον Καραμανλή. Τον θείο, φυσικά. Που ήταν αδύνατο, βεβαίως, να το φανταστεί πως θα ερχόταν κάποτε εποχή που εκείνο το «η χώρα έχει μεταβληθεί σ’ ένα απέραντο φρενοκομείο» θα ταίριαζε ασύγκριτα περισσότερο απ’ όσο στο «βρώμικο ‘89» για το οποίο εκείνος είχε διατυπώσει την απαξιωτική του αναφορά. Αλλωστε, τότε μόνο οι μετέχοντες στο πολιτικό σύστημα είχαν ψιλοσαλτάρει. Στη χρονιά που έφυγε φτάσαμε συνολικά ως χώρα σε δυσπρόσιτα ύψη παράνοιας.
Και πρώτοι απ’ όλους εμείς, οι αποκαλούμενοι «κυρίαρχος λαός», που έχουμε καλομάθει να επικαλούμαστε τους πολιτικούς ως αποκλειστικά υπεύθυνους για τα δεινά μας και να ξεχνάμε πόσο επιπόλαιες είναι συχνά οι επιλογές μας. Ή μήπως δεν ήταν όταν τον περασμένο Γενάρη γυρίσαμε την πλάτη σε μια προσπάθεια που κάτι είχε αρχίσει ν’ αποδίδει για να ξεκινήσουμε την επανάσταση που θ’ άλλαζε την Ευρώπη, θα κατατρόπωνε τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε και θα μας επέτρεπε να ξεσκίσουμε δύο μνημόνια στην πλατεία Συντάγματος;
Και μετά ήρθαν τα χειρότερα. Γελούσαν οι Ευρωπαίοι με τον Βαρουφάκη κι εμείς καμαρώναμε. Μας προειδοποιούσαν ότι πάμε κατά διαόλου, αλλά εμείς πιστεύαμε ότι «γράφουμε Ιστορία». Κάποια στιγμή, στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, μας ζητήθηκε ν’ αποφανθούμε αν θα συμβιβαστούμε ή όχι κι εμείς αναφωνήσαμε «όχι», αλλά ακούσαμε τον πρωθυπουργό να μας συγχαίρει γιατί μπορεί να είπαμε «όχι», πλην όμως εννοούσαμε «ναι». Και μετά διαπραγματεύτηκε 17 ώρες και το μόνο που κατάφερε ήταν να μας φορτώσει τα διπλά απ’ όσα είχε απορρίψει, αλλά μας είπε ότι αυτό το Μνημόνιο ήταν «καλό» γιατί ήταν? αριστερό.
Ηταν η «χρονιά της τρέλας». Η κυβερνητική παράταξη διασπάστηκε και οι άλλοτε σύντροφοι αλληλοσκυλοβρίστηκαν κι αλληλοκαταγγέλθηκαν ως «προδότες» - οι μεν του κόμματος, οι δε της Αριστεράς. Οι αντιπολιτευόμενοι αυτοαναγορεύθηκαν σε συμπολιτευόμενους χωρίς να διασφαλίσουν με κάποιον τρόπο τη συνεισφορά τους στην κυβερνητική σταθερότητα και μετά το γύρισαν στην γκρίνια επειδή ο Τσίπρας τους την έφερε και ξαναπήγε σε εκλογές. Το ότι τις κέρδισε ήταν το αντάξιο φινάλε μιας παρανοϊκής χρονιάς.
Κι όσο για το 2016 αισιοδοξώ. Για έναν και μόνο λόγο. Επειδή εξαντλήσαμε τις παλαβομάρες. Για τίποτα άλλο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)