Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

Εκ γενετής συνταξιούχος; Θα ήταν το ιδανικό. Κάτι σαν το τελευταίο γένος του Ησιόδου, που θα γεννιέται ήδη γερασμένο. Επειδή όμως τα ιδανικά δεν είναι για τον κόσμο τούτο, ας αρκεστούμε στην πραγματικότητα. Ακόμη και σήμερα, στη χώρα με το ενάμισι εκατομμύριο ανέργους, ο σαρανταπεντάρης ή ο πενηντάρης συνταξιούχος δεν είναι απαξιωμένος. Το αντίθετο μάλιστα. Είναι αυτός που πέτυχε, υλοποίησε το ελληνικό όνειρο πιο γρήγορα απ’ τους υπόλοιπους. «Δουλεύεις ακόμη;» – ερώτηση που διατυπώνεται με ύφος συμπόνοιας. «Εχω δύο χρόνια για να βγω» – απάντηση σε ύφος κάπως πονεμένο, πλην όμως ελαφρώς αισιόδοξο. Δύο χρόνια περνούν χωρίς να το πάρεις είδηση. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
Κι αν δεν καταφέρεις να «θεμελιώσεις το δικαίωμα» στα πενήντα σου, τουλάχιστον φρόντισε να το εξασφαλίσεις από την ημέρα που θα αρχίσεις να δουλεύεις. Να βρεις μια σταθερή θέση, και να μείνεις σ’ αυτήν τη θέση ώς την ευλογημένη εκείνη ημέρα. Ακόμη και οι λέξεις έχουν τη σημασία τους – όση τους έχουμε αφήσει από τις καταχρήσεις. Δεν λέμε «άνοιξαν διακόσιες χιλιάδες δουλειές στο Δημόσιο». Λέμε «προκηρύσσονται διακόσιες χιλιάδες θέσεις». Οι δουλειές είναι για τον ιδιωτικό τομέα. Οι θέσεις για το Δημόσιο. Από τη μία η δουλειά, μετάφραση στη νέα ελληνική της λέξης δουλεία. Από την άλλη η θέση, με όση ακινησία κι αν αυτή συνεπάγεται.
Η λατρεία για το Δημόσιο, το κοινωνικό αλισβερίσι, είναι η εγκόσμια εκδοχή του ιδανικού, του εκ γενετής συνταξιούχου. Μπορεί να ταλαιπωρείσαι με ωράρια, κάρτες, ημέρες αργίας και πολιτικές αλλαγές, όμως όλ’ αυτά τα υπομένεις επειδή ξέρεις ότι στο τέλος σε περιμένει η σύνταξη. Η κινητικότητα προϋποθέτει συνεχή αξιολόγηση. Κάθε φορά που αλλάζεις δουλειά αξιολογείσαι εξαρχής. Οταν παραμένεις στην ίδια θέση από την πρώτη ημέρα, μετράς ημέρες για τη σύνταξη. Είναι λοιπόν εντελώς φυσιολογικό η ιδέα και μόνον της όποιας αξιολόγησης να σου φέρνει ανατριχίλα.
Το ελληνικό όνειρο είναι όνειρο ακινησίας. Κάθε μεταβολή, κάθε μετατροπή, η παραμικρή κίνηση προκαλεί ανασφάλεια, τρομάζει, φοβίζει. Η πίστη στην ακινησία έχει θρησκευτικά χαρακτηριστικά. Δεν είναι συντηρητισμός· ο συντηρητισμός προϋποθέτει έργο και δυνατότητα επιλογής. Επιλέγεις τι αξίζει να συντηρήσεις και τι πρέπει να αλλάξεις, για να μπορείς να συντηρήσεις αυτό που πρέπει. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ιστορική αδράνεια.
Η κάλπικη αριστερά αυτήν την αδράνεια προσπαθεί να εξασφαλίσει. Αδιαφορεί για το ενάμισι εκατομμύριο ανέργους, όμως παλεύει με νύχια και με δόντια να κρατήσει το ελληνικό όνειρο ζωντανό. Πόσοι παραμένουν εργαζόμενοι; Ενάμισι εκατομμύριο; Πόσοι είναι οι συνταξιούχοι; Ισάριθμοι. Κάθε εργαζόμενος δουλεύει για περίπου ένα συνταξιούχο.
Δεν ξέρω αν υπάρχει πολιτική ηγεσία που μπορεί να βρει τον αλγόριθμο ο οποίος θα αποτρέψει την κοινωνική ενδόρρηξη. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον πως κάποιοι έχουν το θάρρος, τη δύναμη και τις ικανότητες να αναλάβουν τον ρόλο της συλλογικής ψυχανάλυσης. Να εντοπίσουν πού, πώς και πότε δημιουργήθηκε το σύνδρομο της ακινησίας γύρω από το οποίο οικοδομήθηκε το ελληνικό όνειρο. Προς το παρόν, ας συμφωνήσουμε τουλάχιστον πως το όνειρο αυτό έχει γίνει εφιάλτης για όσους ζωντανούς μένουν ακόμη όρθιοι ανάμεσά μας.
Έντυπη

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Και η σοβαρότητα είναι αναγκαία.

Σίγουρα ούτε η χρονική συγκυρία είναι η ενδεδειγμένη ούτε οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες είναι οι καταλληλότερες, για να επιχειρηθεί η καλύτερη δυνατή τομή στο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας. Δυστυχώς, όμως, η πραγματικότητα αυτή ισχύει για όλα όσα συμβαίνουν τα τελευταία έξι χρόνια στον τόπο μας και με βάση αυτήν αντιμετωπίζεται το παρόν και προγραμματίζεται το μέλλον. Τουλάχιστον μέχρι να απαλλαγούμε από την κηδεμονία των εταίρων και δανειστών και να επανακτήσουμε τη δυνατότητα να αποφασίζουμε μόνοι μας για τα του οίκου μας.
Δεν θα υποδείξουμε, φυσικά, στην κυβέρνηση αλλά ούτε και στα κόμματα της αντιπολίτευσης τι πρέπει να κάνουν. Αλλωστε ούτε τώρα δημιουργήθηκε το πρόβλημα ούτε και υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που να είναι τελείως ανεύθυνες για τις διαστάσεις και τη σοβαρότητά του. Απλώς τώρα βρισκόμαστε όλοι μπροστά στην υποχρέωση να πάρουμε ακόμη μία οδυνηρή απόφαση για ένα ούτως ή άλλως υπαρκτό θέμα. Και ο μόνος τρόπος για να το επιτύχουμε είναι να το αντιμετωπίσουμε με ρεαλισμό και σοβαρότητα.
Ο ρεαλισμός επιβάλλεται, γιατί η όποια απόφαση θα έχει ευρύτερες συνέπειες για τη χώρα και τον λαό, για το παρόν και το μέλλον. Αυτό είναι ένα δεδομένο που δεν επιδέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση. Γιατί, εκτός των άλλων, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σ' αυτόν τον τόπο επανειλημμένα έχει αποδειχθεί πως κάθε φορά που κρύβουμε κάποιο πρόβλημα κάτω από το χαλί, σύντομα το βλέπουμε να ξαναπροβάλλει εφιαλτικότερο.
Και η σοβαρότητα είναι αναγκαία, γιατί η όποια απόπειρα πολιτικής εκμετάλλευσης είναι προκαταβολικά καταδικασμένη σε αποτυχία. Προφανώς και το πολιτικό κόστος θα καταβληθεί κυρίως από τους κυβερνώντες αλλά όχι για όσα τελικά θα κάνουν, αλλά για όσα επιπόλαια είχαν υποσχεθεί. Οπως είχε συμβεί και με τους προκατόχους τους. Γιατί ούτε οι μεν ούτε οι δε αποφάσιζαν ή αποφασίζουν ελεύθερα. Συναποφάσιζαν οι μεν και θα συναποφασίσουν οι δε με τους εταίρους και δανειστές μας.

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Η επιστήμη σηκώνει τα χέρια με τους Ελληνες.

To 2015 που μόλις έφυγε ήταν - χωρίς αμφιβολία - η χειρότερη χρονιά της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

Παρά τον αρχικό ενθουσιασμό όσων ψηφίζουν Αριστερά για την ανάληψη της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ, η δραματική συνέχεια με τη χώρα να τρεκλίζει για μήνες στο χείλος του γκρεμού διέψευσε τις προσδοκίες κάθε σώφρονος πολίτη.

Οσα έγιναν κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από την πρώτη φορά Αριστεροακροδεξιά δεν είχαν προηγούμενο.

Από την υιοθέτηση της «νιούσπικ» όπου η τρόικα μετονομάστηκε σε θεσμούς, το Μνημόνιο σε πρόγραμμα και το σβήσιμο του χρέους σε συμφωνία επιμήκυνσης, ως την άρνηση της κυβέρνησης για νέα χρηματοδότηση που οδήγησε στο πλήρες στράγγισμα και του τελευταίου ευρώ της οικονομίας (αποθεματικά Ταμείων, υπουργείων και δημοσίων οργανισμών) για να πληρωθούν οι δόσεις.

Από την αμέριμνη διαπραγμάτευση Βαρουφάκη, ο οποίος μιλούσε περισσότερο στα διεθνή μίντια παρά στους ομολόγους του, ως το κλείσιμο των τραπεζών και τα capital controls που ανάγκασαν εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους να περιμένουν ώρες στα ΑΤΜ μέσα στο λιοπύρι για τις συντάξεις τους.

Από την άρνηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να αποδεχθεί το πακέτο Γιούνκερ ως την αποδοχή από τον κ. Τσίπρα - ύστερα από ένα αλλοπρόσαλλο δημοψήφισμα που έβγαλε «Οχι» αλλά βαφτίστηκε «Ναι» - ενός πολύ σκληρότερου τρίτου Μνημονίου.

Συμπέρασμα πρώτο: αν μια κυβέρνηση δεν έχει σχέδιο και δεν έχει σφυρηλατήσει ισχυρές διεθνείς συμμαχίες, είναι ανόητο να συγκρουστεί με τους ισχυρούς - θα φάει τα μούτρα της και θα ζημιώσει ακόμη περισσότερο τον λαό της.

Συμπέρασμα δεύτερο: αν ο κ. Τσίπρας δεν είχε ρίξει την κυβέρνηση Σαμαρά -Βενιζέλου και είχε ψηφίσει τον - μοιραίο - κ. Κουβέλη για Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η συμφωνία για το χρέος θα είχε ήδη υπογραφεί, η χώρα θα βρισκόταν σε ανάπτυξη έχοντας δημιουργήσει πάνω από 150.000 νέες θέσεις εργασίας και ο «σοβαρός και υπεύθυνος» ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν το φαβορί για τις εκλογές του 2016 - για μια διακυβέρνηση που θα έμοιαζε με βόλτα στο πάρκο.

Συμπέρασμα τρίτο: η επιστήμη σηκώνει τα χέρια με τους Ελληνες - αδυνατούν να συμφωνήσουν ακόμη και στα αυτονόητα, βαφτίζουν εχθρούς αυτούς που τους έδωσαν το μεγαλύτερο δάνειο στην ιστορία του κόσμου, ξοδεύουν περισσότερα χρήματα όταν οι τράπεζες είναι κλειστές με capital controls και ψηφίζουν ξανά κυβέρνηση αυτούς που παραλίγο να οδηγήσουν τη χώρα σε εθνική καταστροφή.

Καλή χρονιά και περισσότερο μυαλό στους κυβερνώντες.

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Η χρονιά της τρέλας


Ψάχνοντας λέξεις για να χαρακτηρίσω τη χρονιά που έφυγε κατέληξα αναγκαστικά στον Καραμανλή. Τον θείο, φυσικά. Που ήταν αδύνατο, βεβαίως, να το φανταστεί πως θα ερχόταν κάποτε εποχή που εκείνο το «η χώρα έχει μεταβληθεί σ’ ένα απέραντο φρενοκομείο» θα ταίριαζε ασύγκριτα περισσότερο απ’ όσο στο «βρώμικο ‘89» για το οποίο εκείνος είχε διατυπώσει την απαξιωτική του αναφορά. Αλλωστε, τότε μόνο οι μετέχοντες στο πολιτικό σύστημα είχαν ψιλοσαλτάρει. Στη χρονιά που έφυγε φτάσαμε συνολικά ως χώρα σε δυσπρόσιτα ύψη παράνοιας.
Και πρώτοι απ’ όλους εμείς, οι αποκαλούμενοι «κυρίαρχος λαός», που έχουμε καλομάθει να επικαλούμαστε τους πολιτικούς ως αποκλειστικά υπεύθυνους για τα δεινά μας και να ξεχνάμε πόσο επιπόλαιες είναι συχνά οι επιλογές μας. Ή μήπως δεν ήταν όταν τον περασμένο Γενάρη γυρίσαμε την πλάτη σε μια προσπάθεια που κάτι είχε αρχίσει ν’ αποδίδει για να ξεκινήσουμε την επανάσταση που θ’ άλλαζε την Ευρώπη, θα κατατρόπωνε τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε και θα μας επέτρεπε να ξεσκίσουμε δύο μνημόνια στην πλατεία Συντάγματος;
Και μετά ήρθαν τα χειρότερα. Γελούσαν οι Ευρωπαίοι με τον Βαρουφάκη κι εμείς καμαρώναμε. Μας προειδοποιούσαν ότι πάμε κατά διαόλου, αλλά εμείς πιστεύαμε ότι «γράφουμε Ιστορία». Κάποια στιγμή, στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, μας ζητήθηκε ν’ αποφανθούμε αν θα συμβιβαστούμε ή όχι κι εμείς αναφωνήσαμε «όχι», αλλά ακούσαμε τον πρωθυπουργό να μας συγχαίρει γιατί μπορεί να είπαμε «όχι», πλην όμως εννοούσαμε «ναι». Και μετά διαπραγματεύτηκε 17 ώρες και το μόνο που κατάφερε ήταν να μας φορτώσει τα διπλά απ’ όσα είχε απορρίψει, αλλά μας είπε ότι αυτό το Μνημόνιο ήταν «καλό» γιατί ήταν? αριστερό.
Ηταν η «χρονιά της τρέλας». Η κυβερνητική παράταξη διασπάστηκε και οι άλλοτε σύντροφοι αλληλοσκυλοβρίστηκαν κι αλληλοκαταγγέλθηκαν ως «προδότες» - οι μεν του κόμματος, οι δε της Αριστεράς. Οι αντιπολιτευόμενοι αυτοαναγορεύθηκαν σε συμπολιτευόμενους χωρίς να διασφαλίσουν με κάποιον τρόπο τη συνεισφορά τους στην κυβερνητική σταθερότητα και μετά το γύρισαν στην γκρίνια επειδή ο Τσίπρας τους την έφερε και ξαναπήγε σε εκλογές. Το ότι τις κέρδισε ήταν το αντάξιο φινάλε μιας παρανοϊκής χρονιάς.
Κι όσο για το 2016 αισιοδοξώ. Για έναν και μόνο λόγο. Επειδή εξαντλήσαμε τις παλαβομάρες. Για τίποτα άλλο.

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Ας μην ξεχνάμε ότι καμιά ευχή δεν θα πιάσει τόπο, αν την αφήσουμε μόνο στα χέρια των άλλων...

Οχι πως οι προηγούμενες χρονιές ήταν τίποτα καταπληκτικές. Οι εξελίξεις στη χώρα μας και στον κόσμο δεν επιτρέπουν, εδώ και πολύ καιρό, ούτε ιδιαίτερο ενθουσιασμό ούτε υπερβολική αισιοδοξία. Η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα περιορίζονται όλο και περισσότερο από τα μέτρα ασφαλείας για την αντιμετώπιση των κάθε λογής εξτρεμισμών. Το βιοτικό επίπεδο υποχωρεί συνεχώς και η οικονομική ανάπτυξη θυσιάζεται στον βωμό μιας ασταμάτητης λιτότητας. Η χρονιά που τελειώνει σήμερα σφραγίστηκε, ωστόσο, με τον χειρότερο τρόπο από γεγονότα και εικόνες που χαράχτηκαν βαθιά στην ψυχή και στο μυαλό μας και που πολύ δύσκολα θα διαγραφούν από το συλλογικό μας υποσυνείδητο.
Ποιος Ελληνας πολίτης μπορεί να συμβιβαστεί με τις ντροπιαστικές εικόνες των αστέγων που στόλισαν χριστουγεννιάτικο δένδρο στο πεζοδρόμιο, με τις ατέλειωτες ουρές στα κοινωνικά συσσίτια αλλά και μπροστά στα τραπεζικά μηχανήματα που μοίραζαν με δόσεις ακόμα και τα πιο πενιχρά εισοδήματα;
Μια ολόκληρη κοινωνία πληρώνει τις συνέπειες της πεισματικής άρνησής της να κοιταχτεί στον καθρέφτη της κρίσης, ν' αλλάξει τη σκέψη και τις συνήθειές της. Ποιος πολίτης μπορεί να συμβιβαστεί με τις φρικιαστικές εικόνες των τζιχαντιστών που αποκεφαλίζουν δημόσια αιχμαλώτους ή με τις εκατόμβες των νεκρών του Παρισιού που εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από τους τρελούς του Θεού; Ποιος άνθρωπος μπορεί να συμβιβαστεί με το δράμα των προσφύγων του εμφυλίου πολέμου στη Συρία, μπορεί να ανεχθεί τις εικόνες συνανθρώπων του να θαλασσοπνίγονται ή να μάχονται σώμα με σώμα να περάσουν τα σύνορα του πολιτισμένου κόσμου, να υπερασπίζονται το δικαίωμά τους σε μια αξιοπρεπή ζωή;
Το άψυχο κορμάκι του Αϊλάν είναι η εικόνα του 2015, η εικόνα της ντροπής και της φρίκης μιας χρονιάς που όσο κι αν κλείνουμε συγκλονισμένοι τα μάτια μας μπροστά στο φοβερό θέαμα θα κυνηγάει για πολλά χρόνια έναν κόσμο που ύψωσε τείχη για να προστατεύσει την ευημερία του. Δεν ξέρω από πού μπορούμε να πιαστούμε για να στείλουμε μερικές ευχές κι ένα αισιόδοξο μήνυμα για τη νέα χρονιά. Να ευχηθούμε να καρποφορήσουν οι ειλικρινείς, απ' όσο φαίνεται, προσπάθειες του Αναστασιάδη και του Ακιντζί για μια ενωμένη και ειρηνική Κύπρο. Και να ελπίσουμε ότι οι μεγάλοι του πλανήτη θα προχωρήσουν αποφασιστικά στην εφαρμογή της συμφωνίας του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή. Ας μην ξεχνάμε ότι καμιά ευχή δεν θα πιάσει τόπο, αν την αφήσουμε μόνο στα χέρια των άλλων...

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Εδώ που τα λέμε, τα θέλαμε και τα πάθαμε...

Τι θα λέγατε για μερικούς απολογισμούς; Συνηθίζονται τέτοιες μέρες. Και είναι και χρήσιμο να ξέρουμε πώς τα πήγαμε, πού βρισκόμαστε και τι πρέπει να περιμένουμε σε τομείς και δραστηριότητες που καθορίζουν το παρόν και το μέλλον μας. Οπως στην Ευρωπαϊκή Ενωση, για παράδειγμα. Που δυστυχώς δεν ήταν στα καλύτερά της το 2015 και δεν φαίνεται να υπάρχουν πολλά περιθώρια να βελτιωθεί μέσα στο 2016. Κάπου έχει χαθεί ο μπούσουλας και για αλλού τραβούσαμε οι Ευρωπαίοι κι αλλού πάμε.
 Εδώ που τα λέμε, τα θέλαμε και τα πάθαμε, γιατί ούτε στα εύκολα αποδειχθήκαμε σοβαροί, ούτε στα δύσκολα δείξαμε ή δείχνουμε την απαραίτητη ψυχραιμία και σύνεση. Εθνικό μας σπορ έχει καταντήσει η μανία να «πουλάμε τρέλα». Σε μικρότερο ή και σε μεγαλύτερο βαθμό, όμως, είναι κι άλλοι που δεν καλοβλέπουν τη ρότα που έχει χαράξει κι ακολουθεί το σκάφος.
Οπως οι Πορτογάλοι. Και οι Ισπανοί. Και οι Ιταλοί. Και οι Γάλλοι. Και, φυσικά, να μην ξεχνάμε και τους Βρετανούς, που είναι διατεθειμένοι ακόμη και να εγκαταλείψουν ανά πάσα στιγμή το πλοίο. Και που αν όλους αυτούς μας αθροίσουν, όχι μόνο ως άτομα, αλλά ως οικονομίες, ως ιστορική παρουσία, ως παράγοντες εξέλιξης και διαμόρφωσης του ευρωπαϊκού αλλά και του παγκόσμιου πολιτισμού, δεν νομίζω να μένουν και πολλά που να δικαιολογούν ακόμη και την επωνυμία που πολυεθνικού οργανισμού που φιλοδοξεί (ισχύει ακόμη;) να εξελιχθεί σε μια ενιαία ευρωπαϊκή πατρίδα.
Είναι πολλοί, ασφαλώς, οι λόγοι που η πορεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχει φτάσει να θεωρείται από κάποιους μέχρι και αδιέξοδη. Και είναι άλλοι και καταλληλότεροι εκείνοι που είναι σε θέση να τους επισημάνουν και να τους αναλύσουν. Αλλά υπάρχει κάτι κοινό στα όποια αίτια κι αν επισημανθούν. Που δεν είναι άλλο από την επιβεβαίωση της γνωστής παροιμίας ότι «από το κεφάλι βρωμάει το ψάρι». Γιατί αυτή είναι η αχίλλειος πτέρνα της ΕΕ. Στήθηκε και εξελίχθηκε από σπουδαίους πολιτικούς, από ηγέτες με στόχους και οράματα που ξεπερνούσαν τα στενά όρια των χωρών τους. Αλλά άλλες εποχές εκείνες και άλλες δυστυχώς οι τωρινές. Σήμερα τους ηγέτες δεν τους αναδεικνύει το προσωπικό όραμα και η διεθνής απήχηση, αλλά το συγκυριακό αποτέλεσμα της κάλπης και μόνο.

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Ο θρίαμβος της γελοιότητας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 
Η χρονιά που μας αφήνει ήταν επεισοδιακή, γεμάτη σασπένς. Με μια εκκίνηση, τέλη του περασμένου Ιανουαρίου, οπότε και οι βουλευτικές εκλογές, γεμάτη προσδοκίες και ηχηρά, γεμάτα συναίσθημα, συνθήματα από σημαντική μερίδα του κόσμου («πρώτη φορά Αριστερά»)· με ένα άκρως αγωνιώδες καλοκαίρι, οπότε η χώρα έφτασε στα πρόθυρα νευρικής κρίσης· με τράπεζες σε αργία και κεφαλαιακούς ελέγχους που θα μας ακολουθούν για κάμποσο ακόμα· με απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις (δημοψήφισμα, εκλογές Σεπτεμβρίου), έντονους τριγμούς εντός του ΣΥΡΙΖΑ (βλέπε ΛΑΕ, Βαρουφάκη)· με μακρόσυρτες εκλογές και ένα μεγαλοπρεπές φιάσκο στους κόλπους της αξιωματικής αντιπολίτευσης· με την είσοδο στο ελληνικό Κοινοβούλιο κομμάτων και προσώπων που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν απλώς γραφικά, μα και με ένα κλείσιμο που, ενώ ουδεμία σχέση είχε με την οικονομία και τη σκληρή πολιτική, συζητήθηκε πολύ, έντονα και με πάθος: την πολύ πρόσφατη ψήφιση στη Βουλή του συμφώνου συμβίωσης.

Η χρονιά που μας αφήνει όμως είχε, πάνω απ’ όλα, μιαν απίστευτη τραγωδία που μοιάζει να μην έχει τέλος: τα μαζικά κύματα των κατατρεγμένων από τη Συρία καθώς και από άλλες δοκιμαζόμενες χώρες της Ανατολής, πολλοί από τους οποίους χάθηκαν κάτω από τα αγριεμένα θαλασσινά κύματα της Μεσογείου. Είδαμε όλοι παιδιά, ολόκληρες οικογένειες να ξεβράζονται στα τουρκικά και τα ελληνικά παράλια τη στιγμή που τα τεράστια νούμερα των ανθρώπων που επιμένουν να αναζητούν ένα καλύτερο αύριο στη Δύση (στην Ευρώπη πρωτίστως μα και σε ΗΠΑ, Καναδά) προκαλούν ζητήματα γεωπολιτικής και πολιτισμικής φύσης εντός της εύθραυστης πλέον Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Σε άμεση συνάρτηση με την τραγωδία μεταναστών και προσφύγων, το 2015 είχε τα μεγάλα τρομοκρατικά χτυπήματα στη Γαλλία και ένα αδιανόητο «τρενάκι του τρόμου» με τις φρικωδίες του «Ισλαμικού Κράτους», στη σκιά των γεωπολιτικών ισορροπιών τρόμου ανάμεσα σε Ρωσία και ΗΠΑ-Ευρώπη με φόντο τον εμφύλιο της Συρίας. Μέσα σε αυτό το ταραγμένο διεθνές πλαίσιο, η χώρα μας μοιάζει να βρίσκεται κοντά στο επίκεντρο της σεισμογενούς, πολιτικά και ιστορικά μιλώντας, αυτής περιοχής του πλανήτη. Είναι μια ιστορική στιγμή που οφείλει να υψώσει ανάστημα, κι ωστόσο είναι αυτή η στιγμή που η Ελλάδα μοιάζει περισσότερο απαξιωμένη και απομονωμένη διεθνώς από ποτέ.

Παρά τις απίστευτες ανθρώπινες τραγωδίες όμως, αν μπορούσα να συνοψίσω μέσα σε μία φράση το ελληνικό 2015, αυτή θα ήταν: ο θρίαμβος της γελοιότητας. Οι προσωπικές επιλογές του κ. Τσίπρα για συγκυβέρνηση, συμμαχία, υπουργεία κτλ. αναδεικνύει, εν μέσω μιας οξύτατης εσωτερικής οικονομικής κρίσης και ενός διεθνούς θανατικού, αυτό το στοιχείο της γελοιότητας με έναν τρόπο που δεν τον έχουμε ξαναδεί. Πέρα από τις βαρουφακειάδες και τις χλαμύδες στη Σαλαμίνα, τα γαβγίσματα αξύριστων υπουργών, τα «πνιγμένα» οικονομικά σκάνδαλα μεγαλοϋπουργών ή το φρέσκο πολιτικό φλερτ με άλλοτε γραφικές τηλεπερσόνες, υπάρχει κάτι ακόμα πιο γελοίο: ο τρόπος που έχουμε αποδεχθεί εμείς, ως λαός, τη μεγαλειωδέστερη υποκρισία στην ιστορία των ελληνικών κυβερνήσεων: ο πύρινα αντιμνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ της ριζοσπαστικής αριστεράς και οι εξίσου οργισμένοι «στα-τέσσερα» ΑΝΕΛ της λαϊκής ακροδεξιάς ψηφίζουν μνημόνια (με... «πόνο ψυχής», όπως λένε – αντί να παραιτούνται, στοιχείο που τους καθιστά όλους ακόμα πιο φαιδρούς) χωρίς πλατείες με αγανακτισμένους και, ως διά μαγείας, δίχως δελτία αυτοκτονιών εξαιτίας των μνημονίων.

Δεν γνωρίζω πόσο γελοίοι μπορούμε ακόμα να γίνουμε μέσα στο 2016, σίγουρα μπορούμε περισσότερο, και όλα αυτά θα ήταν πολύ διασκεδαστικά αν ο θρίαμβος της γελοιότητας δεν φλέρταρε συνέχεια με την πανωλεθρία που φέρνει η τραγωδία.
Έντυπη