Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2015

Καθαρά λόγια


Και πάνω που αρχίζεις να ελπίζεις ότι μπορεί και να το αποφάσισε να σοβαρευτεί επιτέλους ο πρώην αριστερός πρωθυπουργός, σπεύδει εκείνος και σε διαψεύδει, το ξαναγυρίζει στην επιδίωξη της αυτοδυναμίας και σε κουφαίνει διακηρύσσοντας ότι «δύο έδρες παραπάνω από τον Γενάρη θέλω για να μη χρειάζομαι δεκανίκια για να κυβερνήσω».
Κι εδώ είναι που και η επιστήμη σηκώνει τα χέρια. Διότι τι να πρωτοσκεφτείς και τι να υποθέσεις; Πως ο Τσίπρας εξακολουθεί και ζει με την ψευδαίσθηση ότι η αυτοδυναμία είναι ακόμη εφικτή ή πως έτσι και πιάσει τους 151 δεν χρειάζεται συμμαχίες και κυβερνά μόνος κι άνετος; Κι ο Καμμένος γιατί δεν αποτελεί πια «αξιόπιστο δεκανίκι»; Τι έκανε κι απώλεσε τον τίτλο; Να σκέφτηκε μήπως ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ πως ο άνθρωπος που δεν διστάζει να καταγγέλλει σήμερα τους μέχρι και χθες συνοδοιπόρους και συνεργάτες του, δεν είναι το ασφαλές δεκανίκι που νόμιζε;
Μπορεί κάτι απ' όλα, μπορεί και όλα, αλλά μικρή σημασία έχει ποια είναι η αιτία. Εκείνο που μετράει είναι τι σχεδιάζει και πού το πάει ο Αλ. Τσίπρας μόλις μία εβδομάδα πριν ανοίξουν οι κάλπες. Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να το γνωρίζει ο καθένας μας πριν πάει να ψηφίσει. Αλλα περιθώρια για πολιτικές του είδους «βλέποντας και κάνοντας» δεν υπάρχουν. Η κυβερνητική σταθερότητα πρέπει να είναι δεδομένη και διασφαλισμένη και με βάση αυτήν να επιλέξει ο καθένας μας την κυβερνητική συνεργασία της προτίμησής του και έμμεσα αυτήν να στηρίξει.
Δικαίωμα του ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και του οιουδήποτε, είναι να αποφασίζει αν και με ποιον ή ποιους θα συνεργαστεί, αν οι συνθήκες το επιβάλουν. Αλλά και δικό μας δικαίωμα είναι να αξιώνουμε καθαρές λύσεις και καθαρά λόγια. Ιδιαίτερα απ' όσους φροντίζουν πολύ βολικά να λησμονούν ότι αν η χώρα δεν βυθίστηκε στην άβυσσο της χρεοκοπίας δεν οφείλεται στους επί χρόνια «συντρόφους» και «συναγωνιστές» του Τσίπρα, αλλά στους «παλιούς», τους «ξεπερασμένους» ή ό,τι άλλο σκαρφιστεί το επικοινωνιακό θράσος του κάθε λαϊκιστή πολιτικού.

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Ολα παίζουν πλέον.

Βρισκόμαστε τόσο κοντά σε μια καταστροφή που θα μας καθυστερήσει για χρόνια ώστε να μπορούμε, επιτέλους, να αποπλύνουμε τις ιδεοληψίες, τον νοσηρό λαϊκισμό και τον φθόνο για τους καλύτερούς μας. Η ανοησία των κρατούντων υπήρξε ο πρόξενος των νέων δεινών που επισώρευσαν οι Λαφαζάνηδες, οι Στρατούληδες, ο εθνικός Οικονομολόγος και η Πασιονάρια της Βουλής. Ο κ. Λαφαζάνης δηλώνει σύμμαχο της ΛΑΕ τον κ. Σόιμπλε και όσους τόσο πολύ αγωνίστηκαν για την επιστροφή στη δραχμή. Λέτε μετά την εξαφάνιση των ΑΝΕΛ να τα ξαναβρούν μετεκλογικά οι κ. Τσίπρας και Λαφαζάνης; Ολα παίζουν πλέον. Δεν θα έβλαπτε βέβαια αν ο μέσος όρος μπορούσε να κινηθεί σε υψηλότερο επίπεδο από εκείνο της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Αν και το οποιοδήποτε εκλογικό αποτέλεσμα, εφόσον είναι τίμιο, είναι δεσμευτικό, αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα εκλογικά αποτελέσματα εξομοιώνονται ποιοτικά. Τι να πούμε, ότι ο γερμανικός λαός καλώς εξέλεξε τον Χίτλερ; Ως το ευπαθέστερο από τα πολιτεύματα η δημοκρατία χρειάζεται ηγεσίες με ιδιαίτερη αρετή και τόλμη. Εξίσου ενάρετη πρέπει να είναι και η εφεδρεία της αντιπολίτευσης. Αν θυμηθούμε τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης Σαμαρά το καλοκαίρι του 2014, θα καταλάβουμε την αποτυχία της Ν.Δ. στις κάλπες του Ιανουαρίου 2015. Θα ήταν ευχής έργον για το κόμμα του αν ο κ. Μεϊμαράκης επιτρέψει ή μάλλον προκαλέσει την ανανέωση της Ν.Δ., ενθαρρύνοντας άριστους της κοινωνίας να γίνουν μέλη και να περάσουν στις λίστες με την ευκαιρία των εκλογών. Ας μην ξεχνάμε ότι οι παλαιοί βουλευτές του κόμματος εθέρμαναν στον κόρφο τους τούς φωστήρες των ΑΝΕΛ. Και με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να εκφράσω την αποστροφή μου για όσους σκοπεύουν να μετατρέψουν τις εκλογές σε καζούρα κατά του συστήματος, εκλέγοντας άτομα διανοητικά ανεπαρκή.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Ο λαός έχει ανάγκη από κάποια μηνύματα ελπίδας.

Είναι αναμφισβήτητο ότι η εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου περιορίζει δραματικά τα περιθώρια δράσης της όποιας κυβέρνησης αναλάβει να διαχειριστεί τις τύχες της χώρας την επομένη των εκλογών της 20ής Σεπτεμβρίου. Αλλά σε καμία περίπτωση η προβληματική αυτή πραγματικότητα δεν ακυρώνει την υποχρέωση των πολιτικών κομμάτων να αναζητήσουν τις καλύτερες δυνατές παρεμβάσεις για την άμβλυνση έστω των επιμέρους συνεπειών της υπό εξέλιξη κρίσης.
Αναμφισβήτητο είναι, επίσης, ότι ο λαός έχει ανάγκη από κάποια μηνύματα ελπίδας. Αλλά, προς Θεού, όχι ανεδαφικές μεγαλοστομίες και διαβεβαιώσεις που είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα μείνουν ανεκπλήρωτες υποσχέσεις. Το ξέρει, άλλωστε, ότι περιθώρια για θαύματα δεν υπάρχουν. Αλλά θέλει να ακούσει πως κάτι θα αλλάξει προς το καλύτερο. Και θέλει αυτό το «κάτι» να είναι σαφές και συγκεκριμένο.
Δυστυχώς δεν έχει να καταδείξει τέτοιες επιδόσεις τα τελευταία χρόνια ο πολιτικός κόσμος της χώρας. Αυτός είναι και ο λόγος, άλλωστε, της δεδομένης αποστασιοποίησης μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης από την πολιτική και τους πολιτικούς. Μιας κατάστασης, δηλαδή, που δεν μπορεί και δεν πρέπει να συνεχιστεί άλλο. Διότι αν από κοινού δεν προσπαθήσουμε λαός και κόμματα για ένα καλύτερο μέλλον, δεν έχουμε την παραμικρή ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.
Μια τέτοια κοινή προσπάθεια προϋποθέτει τη διαμόρφωση κλίματος εμπιστοσύνης ανάμεσα σε λαό και κόμματα. Αλλά η εμπιστοσύνη μόνο πάνω στην ειλικρίνεια μπορεί να εδραιωθεί. Και αυτή είναι που καλούνται να επιδείξουν κόμματα και υποψήφιοι στο διάστημα που απομένει μέχρι τη μεθεπόμενη Κυριακή. Ο απλός ψηφοφόρος θέλει να εμπιστευτεί και πάλι τους πολιτικούς εκπροσώπους του. Αλλά η εμπιστοσύνη δεν χαρίζεται. Κερδίζεται. Με την ειλικρίνεια και μόνο την ειλικρίνεια.

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

Δεύτερη φορά απάτη;

Δεύτερη φορά απάτη;
Η πανουργία της Ιστορίας εκδηλώνεται συχνά στη μακρά κοινωνικοπολιτική διάρκεια. Μια τέτοια εκδήλωσή της ήταν και η μετεωρική κίνηση του ΣΥΡΙΖΑ στο εγχώριο πολιτικό στερέωμα. Ενα μικρό αριστερό κόμμα εκμεταλλεύτηκε την κρίση και τα πολλαπλά διαλυτικά της αποτελέσματα και εκτοξεύτηκε στην κορυφή της πολιτικής πυραμίδας. Για να το πετύχει αυτό είπε στην παραλογισμένη κοινωνία ό,τι ήθελε να ακούσει. Αντί να μετασχηματίσει την οργή για την ανατροπή των σταθερών της ελληνικής κοινωνίας σε μια πολιτική διεξόδου από την κρίση με δίκαιη λιτότητα και να επαναπροσδιορίσει τις κατεστημένες ιδεολογίες και πρακτικές έπραξε το ακριβώς αντίθετο. Κατάγγειλε με βίαιο τρόπο το Μνημόνιο, τη μόνη υπαρκτή πρόταση για την υπέρβαση της κρίσης, λοιδόρησε και κατασυκοφάντησε όσους είχαν διαφορετική άποψη, αναπαρήγαγε συνωμοσιολογικές ερμηνείες και πλειοδότησε σε υποσχέσεις για επιστροφή στον απολεσθέντα παράδεισο των προηγούμενων ετών. Αρνήθηκε δηλαδή να αναστοχαστεί με μαρξικούς όρους τα αίτια της κρίσης και να συγκροτήσει ένα νέο αξιακό και παραγωγικό παράδειγμα.
Ομως ο φανταστικός υπέροχος κόσμος που κατασκεύασε και υποσχέθηκε προσέκρουσε στην αμείλικτη πραγματικότητα. Αποτέλεσμα δε του επτάμηνου πειράματός του ήταν η διαλυτική κρατική και οικονομική στασιμότητα και βέβαια ένα πολύ πιο βαρύ Μνημόνιο. Η διάσπαση που ακολούθησε ήταν αναμενόμενη. Αρκετοί αποχώρησαν εμμένοντας στις προηγούμενες κυρίαρχες ιδεοληπτικές δοξασίες. Η δε πλειοψηφία ομολογεί, με κυνική αφέλεια, ότι έκανε απλά κάποια λάθη και ζητά ξανά την ψήφο του λαού. Τα λάθη όμως δεν ήταν κάποια μικρά και ασήμαντα. Λάθος ήταν η ίδια η συγκροτητική ουσία της πολιτικής πρακτικής και ρητορικής που τον διόγκωσε και τον έφερε στην εξουσία.
Τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ επιδεικνύει μια ανεύθυνη αμφισημία απέναντι στο δικό του Μνημόνιο και επιχειρεί να αλλάξει ρητορική. Εμφανίζεται ως εκφραστής του νέου και καλεί «να ξεμπερδεύουμε με το παλιό». Ως παλιό θεωρεί και καταγγέλλει τα σαράντα χρόνια της «διαφθοράς και διαπλοκής» όλης της μεταπολίτευσης. Η περίοδος αυτή σαφώς και είχε πολλές παθογένειες και σκοτεινές πλευρές. Ομως ήταν η πλέον δημοκρατική της ελληνικής ιστορίας και οικονομικά και πολιτισμικά η πλέον κοντινή στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ο ΣΥΡΙΖΑ αστόχαστα αναπαράγει τον συνήθη ακροδεξιό λόγο για τη «διεφθαρμένη δημοκρατία» και τεχνηέντως αποσιωπά την ηγεμονία ενός ορισμένου «αριστερού» λόγου όλη αυτήν την περίοδο και των αντίστοιχων διεκδικητικών πρακτικών. Ο ΣΥΡΙΖΑ μεταλλάσσοντας πλέον τον εαυτό του προσπαθεί να συνεχίσει την εξαπάτηση του λαού. Είναι χρέος των δυνάμεων του δημοκρατικού σοσιαλισμού που απέμειναν, να αποκαταστήσουν, κόντρα στον αριστερό αλλά και στον «ουδέτερο» τεχνοκρατικό λαϊκισμό του «νέου», το νόημα των λέξεων και της πολιτικής.

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Λογαριάζουν ιδιοτελώς τους πολίτες μόνο σαν ψηφοφόρους,

Στα αυτονόητα συμπεριλαμβάνεται και η πείρα όλων μας στην Ελλάδα, τα τελευταία έξι τουλάχιστον χρόνια: Μας κυβέρνησαν όλες οι ιδεολογικές ετικέτες και ήταν όλες διαχειριστικές της μιας και μόνης κοινωνικής επιδίωξης: να συντηρηθεί ή να μεγιστοποιηθεί κατά το δυνατό (ή ακόμα και με παρανοϊκό υπερδανεισμό) η καταναλωτική ευχέρεια των ψηφοφόρων. Απέδειξαν όλα τα κόμματα ότι λογαριάζουν ιδιοτελώς τους πολίτες μόνο σαν ψηφοφόρους, απέδειξαν όλοι οι πολιτευόμενοι, μα απολύτως όλοι, ότι το πρώτο (ή το μόνο) που τους ενδιαφέρει είναι η επανεκλογή τους. Να επανεκλεγούν κερδίζοντας τις εντυπώσεις και οι εντυπώσεις κερδίζονται όταν υπόσχεσαι αύξηση εισοδημάτων, όχι θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα αποκαθιστούσαν κράτος λειτουργικό, κράτος δικαίου, κράτος πρόνοιας.
Ολα τα κόμματα, με όποια ιδεολογία κι αν προσπαθούν να ξεγελάσουν τους μειωμένης νοημοσύνης πολίτες, μόλις έγιναν κυβέρνηση μοίρασαν με τους συγκυβερνώντες τα ρουσφέτια (4-3-1), διόρισαν σε όλους τους διοικητικούς κόμβους των κρατικών θεσμών και των δημόσιων οργανισμών κομματικούς κλακαδόρους, ανέβασαν σε υπουργικούς θώκους μικρονοϊκά ή και γελοία άτομα ευρείας τηλεοπτικής «αναγνωρισιμότητας». Και ταυτόχρονα συνεχίζουν να ρητορεύουν τυποποιημένα ιδεολογήματα «σοσιαλιστικά», «φιλελεύθερα», «ριζοσπαστικώς αριστερά», «κεντρώα». Ξέρουν ότι μεγάλη μερίδα τάχα και πολιτών προσδένονται τυφλά και άλογα σε ένα κόμμα όπως και σε μια ποδοσφαιρική ομάδα – η ιδεολογική ετικέτα είναι το ακριβές ανάλογο της τυχαίας ονομασίας των κερδοσκοπικών αθλητικών εταιρειών.
Από τα κόμματα που συγκροτούν το πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένα ανυπότακτο στη διαφημιστική λογική της οδοντόπαστας ή των απορρυπαντικών, λογική του κυνηγητού των εντυπώσεων. Σκεφθείτε τις ονομασίες των κομμάτων που διεκδικούν ή διεκδίκησαν την ψήφο μας: Τι ακριβώς, εκτός από παιχνίδι εντυπώσεων, δηλώνει η ονομασία «Νέα Δημοκρατία» ή «Λαϊκή Ενότητα» ή «Πολιτική Ανοιξη» ή «Ποτάμι» (το ζενίθ της ασυναρτησίας) ή «Χρυσή Αυγή» ή «Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός»; Ποιες κοινωνικές στοχεύσεις εξαγγέλλουν τέτοιοι τίτλοι, ποια ταυτότητα πεποιθήσεων και επιδιώξεων καταθέτουν;

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Το τίμημα του ψεύδους για τον κ. Τσίπρα


Αν προσέξει κανείς τις ανόρεχτες προεκλογικές συγκεντρώσεις των κομμάτων θα διαπιστώσει μια σημαντική λεπτομέρεια που ίσως αποτελεί ένα δείγμα για τις διαθέσεις των πολιτών εν όψει της κάλπης. Στις ομιλίες του κ. Αλέξη Τσίπρα, διότι αυτές έχουν μια σημασία, δεν υπάρχει πια το πλήθος αλλά κυρίως απουσιάζει το πάθος των προηγούμενων αναμετρήσεων, όπως συνέβαινε τον Ιανουάριο και πολύ περισσότερο τον Ιούλιο στην τρέλα του όχι που έγινε ναι. Η διάλυση του κόμματος μετά την αλλαγή πορείας και τη διάσπαση που ακολούθησε φαίνεται πως διατρέχει οριζοντίως και καθέτως το ευρύτερο ακροατήριο του ΣΥΡΙΖΑ. Αποχώρησαν τα πιο δραστήρια στελέχη, αλλά και όσοι έμειναν ιδιωτεύουν ή κινούνται χαλαρά χωρίς διάθεση σύγκρουσης και αναμέτρησης με τους πολιτικούς τους αντιπάλους.
Το έλλειμμα αυτό, ανεξαρτήτως των άμεσων συνεπειών στην καμπάνια του κόμματος, αντανακλά τις διαθέσεις όσων διαψεύσθηκαν τόσο γρήγορα και τόσο ηχηρά από τις υποσχέσεις του κ. Τσίπρα. Η απογοήτευση μεγαλώνει, καθώς έκανε το σκόπιμο λάθος να επιμένει στο ψέμα και πολλούς μήνες μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου και ενώ έβλεπε τη χώρα να καταρρέει μέρα με τη μέρα, εκείνος φλέρταρε με τα σενάρια της δραχμής. Αυτό το χάσμα στη σχέση του κ. Τσίπρα με τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ καταγράφεται σε όλες τις δημοσκοπήσεις με την πλήρη ανατροπή των λεγομένων ποιοτικών χαρακτηριστικών. Η κατάσταση αυτή μάλιστα δείχνει να επηρεάζει ευθέως τον πρώην πρωθυπουργό, ο οποίος μοιάζει σκιά του εαυτού του. Μονίμως απολογείται και αδυνατεί να επιβάλει οιοδήποτε δίλημμα, ενώ δεν έχει βρει ένα σύνθημα που να αντέχει. Επιπροσθέτως η πολιτική αδυναμία τείνει να εξελιχθεί σε καταστροφή από τη στιγμή που έκανε το λάθος να περιορίσει το ενδεχόμενο συμμαχιών για την επόμενη μέρα με τους ΑΝΕΛ που καταρρέουν. Το όψιμο άνοιγμα που επιχειρεί φοβίζει παρά συγκινεί, ενώ εδραιώνει την υποψία ενδεχόμενης ήττας σε πεποίθηση και αυτό δημιουργεί αλυσιδωτές συνέπειες και ανεξέλεγκτες απώλειες. Αλλωστε ουδείς μπορεί να αποκρύψει ένα κλίμα παραίτησης που συνοδεύει τα περισσότερα στελέχη στις δημόσιες τοποθετήσεις τους. Στις δύο εβδομάδες που μένουν θα αποδειχθεί αν ο κ. Τσίπρας είναι σε θέση να αλλάξει τα δεδομένα ή να αποδεχθεί το μοιραίο, πληρώνοντας το τίμημα των επιλογών του.

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

Τι και γιατί θα ψηφίσουμε άραγε .

Οσο πλησιάζουμε προς τις εκλογές και ο χρόνος πυκνώνει, μεγαλώνει ένα αίσθημα αδιεξόδου. Γι’ αυτό και αυξάνεται, από μια, πρώτη, εμπειρική παρατήρηση, ο αριθμός όσων δηλώνουν ότι «δεν θα ψηφίσουν». Αμφιθυμία, κόπωση, ματαιότητα, ματαίωση και ένας διαφορετικός θυμός. Τι και γιατί θα ψηφίσουμε άραγε τώρα που το ψευτοδίλημμα «μνημόνιο - αντιμνημόνιο» κατέρρευσε (μόνο κάποιοι αναχωρητές - σκηνίτες αρνούνται να το δουν), η οργή των δε εναντίον των μεν φαίνεται καθαρά πως δεν ήταν παρά μια βολική (αυτ)απάτη, ενώ οι χρήσιμοι «άλλοι» (ξένοι, δανειστές, μνημονιακοί, κ.ο.κ) αποχρωματίζονται; Για ένα πολιτικό σύστημα και ένα λαό που αρνιόταν να δει την πραγματικότητα ποια μεγαλύτερη τιμωρία από μια εκλογική αναμέτρηση που έχει ένα και μόνο αντικείμενο: τη διαχείριση αυτής ακριβώς της πραγματικότητας που προσπαθούσαμε να αποφύγουμε επαυξημένης μάλιστα, το τελευταίο οκτάμηνο, κατά μερικές δεκάδες δισ. ευρώ! Πίσω λοιπόν από την απαξίωση όσων δηλώνουν πως θα απόσχουν από τη συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση, της 20ής Σεπτεμβρίου, υπάρχει ένα ισχυρό κίνητρο: να μην αναλάβουν το μέρος της ευθύνης που τους αναλογεί για το τέλος των ψεμάτων.

Ασφαλώς και το ίδιο το πολιτικό σύστημα υπεκφεύγει ευσχήμως να κατονομάσει τα προβλήματα και να αναφέρει πιθανές -έστω και με αποκλίσεις- λύσεις που θα εφαρμόσει. Ασχολείται προεκλογικά με αυτό που ξέρει καλύτερα: να υπολογίζει συσχετισμούς δυνάμεων, να «απαντάει» στους εξυπνακισμούς του αντιπάλου, να σκιαμαχεί αντί να μονομαχεί για να εδραιώσει την πορεία της χώρας προς την ανάκαμψη. Είναι, πράγματι, αποκαλυπτική η τραγική ειρωνεία αυτών των εκλογών. Θα μπορούσαν να αποφευχθούν, γίνονται για τους λάθος λόγους, αλλά όσο φεύγει το προπέτασμα καπνού και αναδύονται καθαρές, χωρίς άλλες ψευδαισθήσεις δηλαδή, οι γραμμές του χρεοκοπημένου τοπίου, προβάλλει και το μέγεθος της κρισιμότητάς τους. Η συμμετοχή είναι συνειδησιακά υποχρεωτική. Τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου και του ευρωπαϊκού προσανατολισμού είναι δεδομένα, δοκιμασμένα, με την αποτυχία να βαραίνει στη ζυγαριά. Ομως αυτά υπάρχουν, με αυτά θα πορευτούμε. Κλείνοντας πεισματικά τα μάτια ή γυρίζοντας επιδεικτικά την πλάτη και αναθέτοντας τη διακυβέρνηση της χώρας στην επιλογή των «άλλων», ένα πράγμα μόνο υπερασπιζόμαστε: τον διαρκώς θυματοποιημένο, ανικανοποίητο και ανεύθυνο εαυτούλη.