Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2014

Πόσο ακόμη θα αντέξουμε .

Πόσο ακόμη θα αντέξουμε εμείς οι ίδιοι να μιλάμε για χρέος, για επιτόκια δανεισμού, για δωσίλογους, προδότες και λοιπά ζαρζαβατικά της καθημερινότητάς μας; Οι συζητήσεις αυτές έχουν γίνει κάτι σαν επαγγελματική διαστροφή. Επάγγελμα Ελλην; Ναι, αυτός που είναι ικανός να μετατρέψει μια σημαντική αρχαιολογική ανακάλυψη, όπως αυτή της Αμφίπολης, σε καβγά καφενείου μεταξύ αρχαιολόγων και σεισμολόγων – έχουμε φτάσει να τους μπερδεύουμε, τόσο γρήγορα που εναλλάσσονται στην τηλεόραση. Και αν ακόμη δεν έχουμε καταφέρει να βγούμε μέσα από τον βάλτο που μας έριξαν τα επιτόκια δανεισμού από το 2009 είναι γιατί δεν φτιάξαμε τίποτε στην κοινή μας ζωή που θα μας έδινε τη δύναμη να βγούμε.  Φτιάξαμε καφετέριες, όσο μπορείς πιο άφθονες καφετέριες, για να μπορούμε να συζητάμε με όλη μας την άνεση την κρίση. Και αν δεν δείξεις τους θεούς χαλκομανία τι θα δείξεις;

Ηταν κάποτε ένας Ελληνας που δεν ήταν Ελληνας και τον έλεγαν Ζορμπά. Αυτός δεν γεννήθηκε με κρατική επιχορήγηση. Τον έπλασε ένας συγγραφέας, ο Καζαντζάκης, και τον έκανε παγκοσμίως γνωστό ένας σκηνοθέτης, ο Κακογιάννης. Οι Ελληνες βάπτισαν τις ταβέρνες τους στα πιο μακρινά μέρη της οικουμένης και η μορφή του προγραμμάτισε την τουριστική πολιτική της χώρας τους. Ηταν τότε που το «επάγγελμα Ελλην» συνεπαγόταν έναν ολόκληρο τρόπο ζωής. Ηταν τότε που η Ελλάδα ενδιέφερε τους Ελληνες, συνηθισμένους να κακοποιούν ό,τι αγαπούν. Ο Ζορμπάς ανήκει σε μιαν άλλη εποχή, και δεν έχει κανένα νόημα να τον νεκραναστήσουμε. Ομως δεν βρήκαμε τίποτε για να τον αντικαταστήσουμε. Και το επαναλαμβάνω: πρώτα εμείς πρέπει να ξαναζωντανέψουμε το ενδιαφέρον μας για τον τόπο πριν πείσουμε τους άλλους. Η Ελλάδα θα συνεχίσει να πλήττει τους Ελληνες όσο τη δημόσια ζωή μονοπωλούν τα ακυρωμένα πρότυπα της πολιτικής μας ζωής.

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

Η όμορφη συναίνεση όμορφα καίγεται...


Η συναίνεση είναι μια λέξη που ηχεί όμορφα, ειδικά μάλιστα όταν αφορά την πολιτική ζωή της χώρας. Ωστόσο, εάν αυτή η λέξη δεν εμπεριέχει ουσία από όσους την προβάλλουν, τότε δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια λέξη χωρίς κανένα απολύτως περιεχόμενο. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην Ελλάδα τώρα. Ολες οι πολιτικές δυνάμεις, όλοι οι εκπρόσωποι των κομμάτων μιλούν καθημερινά για την ανάγκη συναίνεσης, προκειμένου η χώρα να ξεπεράσει την κρίση και να βγει πάλι στο ξέφωτο. Ατελείωτες συζητήσεις στα τηλεπαράθυρα γίνονται με αυτό το αντικείμενο. Οταν όμως έρθει η ώρα του συγκεκριμένου, τότε αρχίζουν οι όροι και προϋποθέσεις. Τότε αρχίζουν και τα προαπαιτούμενα που θέτει η καθεμία πλευρά, που είναι τέτοιας μορφής που καθιστούν αδύνατη την όποια συναίνεση και την οποία συνεννόηση. Αρα, το αποτέλεσμα είναι και πάλι μηδενικό και όλοι γυρνούν εκεί από όπου ξεκίνησαν...
Εάν δει κανείς ψυχρά την κατάσταση έτσι όπως έχει διαμορφωθεί τους τελευταίους μήνες, εύκολα θα αντιληφθεί ότι μια συνάντηση των πολιτικών αρχηγών δεν θα είχε κανένα απολύτως νόημα. Εκτός κι αν κάποιοι θεωρούν ότι έχει σημασία οι ηγέτες των κομμάτων να... συμφωνήσουν ότι διαφωνούν. Πώς αλλιώς μπορεί να φανταστεί κανείς το αποτέλεσμα μιας συνάντησης κορυφής μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης; Οταν ο ένας ζητά από τον άλλον την παραίτησή του, για να εισπράξει την απάντηση ότι είναι επικίνδυνος για τη χώρα, ποιο θα ήταν άραγε το νόημα μιας τέτοιας σύσκεψης;
Δυστυχώς, σε αυτό το ευχολόγιο έχουν εμπλακεί το τελευταίο διάστημα και ορισμένα ΜΜΕ που μεταφέρουν πληροφορίες και εισηγήσεις... Ωστόσο, επειδή ακριβώς δεν υπάρχει το υπέδαφος για κάτι τέτοιο, τα σχετικά ρεπορτάζ διαψεύδονται άμεσα και το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο με τους παράλληλους μονολόγους να συνεχίζονται.
Είναι μάλλον πολύ αργά, σε αυτήν τη χρονική στιγμή, για πρωτοβουλίες συναίνεσης. Το πολιτικό κλίμα έχει επιβαρυνθεί σημαντικά και μόνον εάν βρεθούν οι «180», είναι πιθανόν την επομένη της τρίτης ψηφοφορίας η κυβέρνηση (με ανανεωμένο πολιτικό χρόνο πια) να αναζητήσει τον δρόμο της συνεννόησης. Σε διαφορετική περίπτωση, οι εκλογές θα εκτονώσουν την υπάρχουσα πολιτική ένταση.

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Γιατί η Σαντορίνη , η Πάρος και η Μύκονος να έχουν μικρότερο ΦΠΑ από το Διδυμότειχο.

Η αύξηση του ΦΠΑ σε κάποια νησιά του Αιγαίου . Γιατί η Σαντορίνη , η Πάρος και η Μύκονος να έχουν μικρότερο ΦΠΑ από το Διδυμότειχο, την Αλεξανδρούπολη ή τα χωριά της Πίνδου; Ορισμένες ευνοϊκές ρυθμίσεις που έγιναν στο παρελθόν για να ενισχύσουν τους κατοίκους κάποιων περιοχών ως προς το κόστος μεταφοράς προϊόντων θα πρέπει να επικαιροποιηθούν. Δεν μπορούν να ισχύουν ακόμη εκπτώσεις  για περιοχές  έχουν γίνει πλέον  -λόγω τουρισμού - χρυσοφόρες για τους κατοίκους τους.
         
Είναι αλήθεια , ότι παραμονές ενδεχόμενων εκλογών - λόγω της αδυναμίας συμφωνίας των κομμάτων στο πρόσωπο του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας - είναι πολιτικά δύσκολο για τους κυβερνητικούς εταίρους  να προχωρήσουν σε επώδυνες μεταρρυθμίσεις ,ιδιαίτερα μάλιστα όταν απέναντί τους έχουν μία αντιπολίτευση που ποντάρει στον λαϊκισμό , τις ανεύθυνες υποσχέσεις και στο "λεφτά υπάρχουν".
          
Μια  μετωπική της κυβέρνησης ,όμως, με την τρόικα  για εσωτερική κατανάλωση ενδεχομένως  να είχε κάποια  πολιτικά οφέλη για τον κυβερνητικό συνασπισμό ακόμη και να έβγαζε Πρόεδρο Δημοκρατίας - ποιος βουλευτής θα είχε δικαιολογία να ρίξει μία κυβέρνηση η οποία έρχεται σε σύγκρουση με τους μεγάλους της ΕΕ για το καλό της χώρας; 
          
Ωστόσο  μία τέτοια σύγκρουση θα απομόνωνε  την Ελλάδα και θα εξάλειφε κάθε πιθανότητα συμφωνίας για την απομείωση του ελληνικού χρέους .Μακροπρόθεσμα κανείς δεν μπορεί βγει κερδισμένος εάν οι εταίροι στην ΕΕ τον θεωρούν καιροσκόπο και οι αγορές επικίνδυνο.
           

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Η καταθλιπτική Δημοκρατία μας


Πριν από αρκετά χρόνια κυκλοφόρησε στη Γαλλία ένα βιβλίο που πολύ γρήγορα έγινε «μπεστ-σέλερ». Ισως γιατί είχε επιτυχημένο τίτλο. Η «μελαγχολική Δημοκρατία» του Πασκάλ Μπρυκνέρ. Αν εκφράζω σωστά το κλίμα των συζητήσεων σε ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά περιβάλλοντα σήμερα, ο αντίστοιχος τίτλος θα έπρεπε να είναι η «καταθλιπτική Δημοκρατία».
Δυστυχώς το ρεύμα των πολιτών που βλέπουν ελπίδα και προοπτική στα δημόσια πράγματα δεν ξεπερνά τους «σκληρούς πυρήνες» των δύο ισχυρότερων κομμάτων, του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ. Μόλις και μετά βίας δηλαδή ένα ποσοστό κοντά στο 25% του εκλογικού σώματος. Οι υπόλοιποι απλώς εκβιάζονται να τοποθετηθούν χωρίς όρεξη και με μύριες επιφυλάξεις, εντελώς καταθλιπτικά, στο στρατόπεδο του ενός ή του άλλου μονομάχου.
Οι περισσότεροι πολίτες φαίνεται ότι ανήκουν στο ρεύμα του «ούτε-ούτε». Ούτε η ρητορεία του success story και της Ελλάδας που βγαίνει στην ανάπτυξη τους πείθει. Ούτε η ρητορεία του ΣΥΡΙΖΑ ότι διαθέτει κυβερνητικό πρόγραμμα και λύσεις για τα προβλήματα. Απλώς επιλέγουν το «μη χείρον» σύμφωνα με το αξιολογικό τους σύστημα και τις ατομικές τους προτεραιότητες.
Στη μια «Ορθοδοξία» στρέφονται εκείνοι που φοβούνται το ρίσκο μιας πολιτικής αλλαγής. Στην άλλη όσοι βαρέθηκαν να πληρώνουν το κόστος και τα λάθη της ισχύουσας πολιτικής.
Τι κάνουν λοιπόν οι υπόλοιποι, οι πιο πολλοί και σίγουρα οι πιο ενδιαφέροντες πολίτες της «καταθλιπτικής Δημοκρατίας»; Απλώς περιφέρουν την αδιαφορία τους. Ορισμένοι παραμυθιάζονται για λίγο με διάφορους προφήτες ενός «Τρίτου Δρόμου» και μετά επιστρέφουν στην περιφορά της αδιαφορίας τους. Ο πραγματικός «Τρίτος Δρόμος», μια σύγχρονη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, μοιάζει όνειρο απατηλό. Σίγουρα δεν εμφανίζεται πουθενά στις ρεαλιστικές επιλογές του σήμερα και του «εγγύς αύριο».
Το αποτέλεσμα είναι η «σιωπηλή πλειοψηφία» των πολιτών να διαπιστώνει ότι βιώνουμε την πιο άνυδρη και φτωχή πολιτική ζωή που έχει γνωρίσει ο τόπος. Μια ψυχροπολεμική σύγκρουση μεταξύ δύο «Ορθοδοξιών», η μια με Μητρόπολη το Μαξίμου και η άλλη την Κουμουνδούρου, θεμελιωμένες σε δόγματα σαθρά και αδιέξοδα.
Δεν κάνω τη δουλειά του ψυχαναλυτή, αλλά είμαι βέβαιος ότι και οι δύο «Πατριάρχες» νιώθουν παρόμοια ασφυξία και ανασφάλεια. Τόσο ο Σαμαράς όσο και ο Τσίπρας φαντάζομαι ότι θα καταλαβαίνουν πόσο στενός, αφιλόξενος και γλιστερός είναι ο πολιτικός χρόνος και χώρος στον οποίο κινούνται.
Και επειδή είναι και οι δύο έξυπνοι πολιτικοί φαντάζομαι ότι θα επιθυμούσαν να υπερβούν τα στενά παραταξιακά όρια και να καταφέρουν να συνομιλήσουν δημιουργικά με την ευρύτερη κοινωνία των πολιτών, αυτούς δηλαδή που δεν πολυπιστεύουν στις «Ορθοδοξίες» τους. Μπορούν όμως;

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

Ζούμε την απόλυτη παράνοια.

Ζούμε την απόλυτη παράνοια. Η αντιπολίτευση ρητορεύει ωσάν η Ελλάδα να μην έχει χρεοκοπήσει και άρα όλα όσα περνάμε θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί. Αυτό που μένει είναι η γενική καταγγελία των Μνημονίων και όλων των πολιτικών που εφαρμόστηκαν. Στην πολιτική ανάλυση του ΣΥΡΙΖΑ, το κολοσσιαίο χρέος που δημιούργησαν οι ελληνικές κυβερνήσεις και το δημοσιονομικό χάος με τα δυσθεώρητα ελλείμματα, η ζοφερή κατάσταση της αντιπαραγωγικής οικονομίας της πατρίδας, εξαφανίζονται εμπρός στις επιλογές των... ξένων. Με τα γνωστά απλουστευτικά αναλυτικά εργαλεία, η Ελλάδα θυματοποιείται, οι δανειστές δαιμονοποιούνται, σ’ ένα μαξιμαλιστικό αντιπολιτευτικό λόγο, στον οποίο περισσεύει η γενική καταγγελία.

Από την απέναντι πλευρά, η κυβέρνηση τα βλέπει όλα σχεδόν ρόδινα. Εχει υποφέρει βεβαίως ο ελληνικός λαός, αλλά η ανάπτυξη φτάνει, το Μνημόνιο τελειώνει, η τρόικα φεύγει, παρ’ ολίγον να φύγει και το ΔΝΤ, αλλά πού θα πάει κάποτε θα φύγει, όσο για το χρέος, το μεγαλύτερο ως προς την αναλογία του σε σχέση με το ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ενωση, δεν υπάρχει πρόβλημα, είναι βιώσιμο! Ετσι δηλώνει κατ’ επανάληψη ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ενόσω η κυβέρνηση αγωνίζεται να αποσπάσει από τους πιστωτές μας μια έστω γενικόλογη υπόσχεση ρυθμίσεως. Ούτε μία αυτοκριτική κουβέντα δεν αρθρώνει το κυβερνητικό μπλοκ για τα λάθη, τις αδικίες, τις αδυναμίες. Ούτε μία νύξη για τα σφάλματα του προγράμματος, που οδήγησε σε απώλεια τουλάχιστον του 25% του εισοδήματός μας, έφτασε την ανεργία στο 26%, διέλυσε τη μεσαία τάξη, φτωχοποίησε τα χαμηλότερα στρώματα. Και όμως τις επώδυνες αυτές αστοχίες που έχουν οδηγήσει σε απόγνωση μέγα τμήμα του ελληνικού πληθυσμού, οι ξένοι τις έχουν παραδεχτεί. Εδώ, ο κ. Βενιζέλος, κάθε τρεις και λίγο, μας εξηγεί γιατί το ΠΑΣΟΚ μάς έσωσε το 2010, απορεί πώς δεν το έχουμε καταλάβει και επιμένει ότι το κόμμα του θυσιάστηκε για την πατρίδα.

Και όμως, αντί του θλιβερού αυτού «εμφυλίου» των μισών αληθειών, θα μπορούσε κάλλιστα να μας σώσει μια ελάχιστη συνεννόηση επί ενός ρεαλιστικού εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης. Με δίκαιη κατανομή των βαρών πρωτίστως, σαρωτικές μεταρρυθμίσεις, περισσότερη δημοκρατία.
Έντυπη

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Δυστοκία συγχρονισμού

Δυστοκία συγχρονισμού
Η δημοσκοπική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει τη διεύρυνση της απήχησής του. Θέτει, ωστόσο, καίρια ερωτήματα ως προς τη δυνατότητά του να μετεξελιχθεί σε δύναμη κυβερνητικής ευθύνης. Στην κρίσιμη περίοδο του 2012, η αξιωματική αντιπολίτευση προκαλούσε φόβο και ανασφάλεια σε ένα σημαντικό κομμάτι του εκλογικού σώματος. Σήμερα, όμως, που η Ελλάδα σταθεροποίησε τη θέση της στην Ευρωζώνη, το μείζον ζήτημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι η έλλειψη πειστικότητας. Δεν πείθει ότι οι θέσεις του είναι ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες. Παράλληλα, προκαλεί αμφιβολίες για την ικανότητά του να διαχειριστεί επαρκώς τα καυτά προβλήματα της χώρας.
Πριν από δύο χρόνια εξέφρασε τη δυσαρέσκεια και την αγανάκτηση των πολιτών με την αντιμνημονιακή ρητορική. Μολονότι τα δεδομένα άλλαξαν, η πολιτική του παραμένει στατική. Η βίαιη ωρίμανση του Γ. Δραγασάκη έμεινε μετέωρη. Το ίδιο και η δειλή στροφή του Α. Τσίπρα προς τον ορθολογισμό. Οι έντεχνες λειάνσεις του, όπως και η μετριοπάθεια του Γ. Σταθάκη δεν συνιστούν ουσιαστική αναπροσαρμογή. Η έξοδος από τα μνημόνια δημιουργεί νέες ανάγκες, που δεν αντιμετωπίζονται με άσφαιρες πολιτικές, ιδεοληψίες και άγνοια κινδύνου. Με την επιθετική διαπραγμάτευση που διακηρύσσει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μεταβάλλεται το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, ακόμη κι αν βελτιωθούν κάποιες πλευρές και όροι. Με την άρνησή του να αποδεχθεί συμφωνίες που θα υπογράψει η χώρα θα βρεθεί μπροστά σε αδιέξοδα. Με τη δημοκρατική ανατροπή που επαγγέλλεται, δεν θα αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας των αγορών, ούτε θα ευαισθητοποιηθούν οι δανειστές μας. Με την εμμονή του να «κουρευτεί» το χρέος δεν πείθονται οι πιστωτές και τα εθνικά τους κοινοβούλια.
Η Ελλάδα, προκειμένου να αποφύγει δυσάρεστες εκπλήξεις, είναι αναγκασμένη να αποδεχθεί την προληπτική πιστωτική γραμμή. Η αυστηρή επιτήρηση από τους εταίρους της είναι δεδομένη. Την υπαγορεύουν οι νέες συνθήκες της Ευρωζώνης. Οι δημοσιονομικές δυνατότητες περιορισμένες. Το γεγονός ότι Γαλλία και Ιταλία αναγκάστηκαν να αναπροσαρμόσουν τους προϋπολογισμούς τους στους ευρωπαϊκούς κανόνες είναι αποκαλυπτικό. Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη και η δυστοκία του ΣΥΡΙΖΑ να συγχρονιστεί με αυτήν επιτείνει το πρόβλημα πειστικότητάς του, περιορίζει τη δυναμική, θολώνει την κυβερνησιμότητά του. Ο προσφιλής στον αρχηγό του Λένιν έλεγε: «Νέα κατάσταση νέα καθήκοντα». Το βέβαιο, πάντως, είναι πως ο συγχρονισμός δεν επιτυγχάνεται, κάνοντας δημόσιες σχέσεις με συστημικούς και «αντισυστημικούς» παράγοντες.

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Αυτήν τη φορά ο λαός μας θα πρέπει να ρίξει όλο το βάρος του σε όποια πλευρά θεωρεί ότι μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα.

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΑΜΦΙΒΑΛΛΕΙ ότι ο τόπος έχει ανάγκη από νέους ηγέτες, από νέο πολιτικό αίμα, από νέα μυαλά. Και ότι είναι ευκαιρία να τα αποκτήσει με τις εκλογές, όποτε και αν γίνουν, για να διώξει τη «μούχλα». Νέους όλων των ηλικιών (αλλά και γέρους όλων των ηλικιών) διαθέτουν και οι δύο πλευρές. Ο Δένδιας άφησε πίσω τους δύο σαραντάρηδες υπουργούς, τον Κικίλια και τον Σκρέκα (αν και ο αρχηγός του βιάστηκε να διώξει μάνι-μάνι τον υφυπουργό του Στύλιο, χάριν του Περισσού). Ο Τσίπρας είναι ο ίδιος σαραντάρης (αν και πίσω του γκρινιάζουν 5-6 ενενηντάρηδες, με... νεαρότερο όμως στα μυαλά τον Μανώλη Γλέζο). Νέες ιδέες έχουν σίγουρα αμφότεροι οι αρχηγοί. Αυτές τις μέρες στέκονται στο σταυροδρόμι που οδηγεί στο να γίνουν σωτήρες ή ολετήρες του έθνους. Σωτήρες αν θέσουν υπεράνω όλων το συμφέρον της πατρίδας. Ολετήρες αν συνεχίσουν το μαλλιοτράβηγμα, την ώρα που μύριοι κίνδυνοι απειλούν την πατρίδα...

Ότι αυτήν τη φορά ο λαός μας θα πρέπει να ρίξει όλο το βάρος του σε όποια πλευρά θεωρεί ότι μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα. Να αποφύγει τις μεσοβέζικες επιλογές, τις ρουσφετολογικές εξαρτήσεις, το κομματικό σκορποχώρι. Οχι πια σε μια Ελλάδα των εκατό αρχηγών, όπως θα την ήθελε η ξενοκρατία. Φρονώ ότι και οι δύο αρχηγοί είναι εξίσου καλοί πατριώτες. Ο «αποδώ» διαθέτει μεγαλύτερη πείρα, αρκετά νεαρά στελέχη και ευρωπαϊκή κάλυψη. Ο «αποκεί» φλογερά νιάτα, καθαρό παρελθόν μεγάλες φιλοδοξίες, πιστούς ψηφοφόρους και… ίσως υπερατλαντική προοπτική. Αμφότεροι όμως είναι έντιμοι, εργατικοί, καλοί οικογενειάρχες και όχι δούλοι του χρήματος. Αλλά… δυστυχώς, αρκετά πεισματάρηδες ώστε να μην εννοούν να χαμηλώσουν τον «τουπέ» τους και να δώσουν τα χέρια τους, σε μέρες μεγάλης εθνικής δοκιμασίας όπως οι σημερινές. Αυτό θα έκαναν οι προκάτοχοί τους Κωνσταντίνος Καραμανλής και Ανδρέας Παπανδρέου.