Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Γιατί η Σαντορίνη , η Πάρος και η Μύκονος να έχουν μικρότερο ΦΠΑ από το Διδυμότειχο.

Η αύξηση του ΦΠΑ σε κάποια νησιά του Αιγαίου . Γιατί η Σαντορίνη , η Πάρος και η Μύκονος να έχουν μικρότερο ΦΠΑ από το Διδυμότειχο, την Αλεξανδρούπολη ή τα χωριά της Πίνδου; Ορισμένες ευνοϊκές ρυθμίσεις που έγιναν στο παρελθόν για να ενισχύσουν τους κατοίκους κάποιων περιοχών ως προς το κόστος μεταφοράς προϊόντων θα πρέπει να επικαιροποιηθούν. Δεν μπορούν να ισχύουν ακόμη εκπτώσεις  για περιοχές  έχουν γίνει πλέον  -λόγω τουρισμού - χρυσοφόρες για τους κατοίκους τους.
         
Είναι αλήθεια , ότι παραμονές ενδεχόμενων εκλογών - λόγω της αδυναμίας συμφωνίας των κομμάτων στο πρόσωπο του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας - είναι πολιτικά δύσκολο για τους κυβερνητικούς εταίρους  να προχωρήσουν σε επώδυνες μεταρρυθμίσεις ,ιδιαίτερα μάλιστα όταν απέναντί τους έχουν μία αντιπολίτευση που ποντάρει στον λαϊκισμό , τις ανεύθυνες υποσχέσεις και στο "λεφτά υπάρχουν".
          
Μια  μετωπική της κυβέρνησης ,όμως, με την τρόικα  για εσωτερική κατανάλωση ενδεχομένως  να είχε κάποια  πολιτικά οφέλη για τον κυβερνητικό συνασπισμό ακόμη και να έβγαζε Πρόεδρο Δημοκρατίας - ποιος βουλευτής θα είχε δικαιολογία να ρίξει μία κυβέρνηση η οποία έρχεται σε σύγκρουση με τους μεγάλους της ΕΕ για το καλό της χώρας; 
          
Ωστόσο  μία τέτοια σύγκρουση θα απομόνωνε  την Ελλάδα και θα εξάλειφε κάθε πιθανότητα συμφωνίας για την απομείωση του ελληνικού χρέους .Μακροπρόθεσμα κανείς δεν μπορεί βγει κερδισμένος εάν οι εταίροι στην ΕΕ τον θεωρούν καιροσκόπο και οι αγορές επικίνδυνο.
           

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Η καταθλιπτική Δημοκρατία μας


Πριν από αρκετά χρόνια κυκλοφόρησε στη Γαλλία ένα βιβλίο που πολύ γρήγορα έγινε «μπεστ-σέλερ». Ισως γιατί είχε επιτυχημένο τίτλο. Η «μελαγχολική Δημοκρατία» του Πασκάλ Μπρυκνέρ. Αν εκφράζω σωστά το κλίμα των συζητήσεων σε ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά περιβάλλοντα σήμερα, ο αντίστοιχος τίτλος θα έπρεπε να είναι η «καταθλιπτική Δημοκρατία».
Δυστυχώς το ρεύμα των πολιτών που βλέπουν ελπίδα και προοπτική στα δημόσια πράγματα δεν ξεπερνά τους «σκληρούς πυρήνες» των δύο ισχυρότερων κομμάτων, του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ. Μόλις και μετά βίας δηλαδή ένα ποσοστό κοντά στο 25% του εκλογικού σώματος. Οι υπόλοιποι απλώς εκβιάζονται να τοποθετηθούν χωρίς όρεξη και με μύριες επιφυλάξεις, εντελώς καταθλιπτικά, στο στρατόπεδο του ενός ή του άλλου μονομάχου.
Οι περισσότεροι πολίτες φαίνεται ότι ανήκουν στο ρεύμα του «ούτε-ούτε». Ούτε η ρητορεία του success story και της Ελλάδας που βγαίνει στην ανάπτυξη τους πείθει. Ούτε η ρητορεία του ΣΥΡΙΖΑ ότι διαθέτει κυβερνητικό πρόγραμμα και λύσεις για τα προβλήματα. Απλώς επιλέγουν το «μη χείρον» σύμφωνα με το αξιολογικό τους σύστημα και τις ατομικές τους προτεραιότητες.
Στη μια «Ορθοδοξία» στρέφονται εκείνοι που φοβούνται το ρίσκο μιας πολιτικής αλλαγής. Στην άλλη όσοι βαρέθηκαν να πληρώνουν το κόστος και τα λάθη της ισχύουσας πολιτικής.
Τι κάνουν λοιπόν οι υπόλοιποι, οι πιο πολλοί και σίγουρα οι πιο ενδιαφέροντες πολίτες της «καταθλιπτικής Δημοκρατίας»; Απλώς περιφέρουν την αδιαφορία τους. Ορισμένοι παραμυθιάζονται για λίγο με διάφορους προφήτες ενός «Τρίτου Δρόμου» και μετά επιστρέφουν στην περιφορά της αδιαφορίας τους. Ο πραγματικός «Τρίτος Δρόμος», μια σύγχρονη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, μοιάζει όνειρο απατηλό. Σίγουρα δεν εμφανίζεται πουθενά στις ρεαλιστικές επιλογές του σήμερα και του «εγγύς αύριο».
Το αποτέλεσμα είναι η «σιωπηλή πλειοψηφία» των πολιτών να διαπιστώνει ότι βιώνουμε την πιο άνυδρη και φτωχή πολιτική ζωή που έχει γνωρίσει ο τόπος. Μια ψυχροπολεμική σύγκρουση μεταξύ δύο «Ορθοδοξιών», η μια με Μητρόπολη το Μαξίμου και η άλλη την Κουμουνδούρου, θεμελιωμένες σε δόγματα σαθρά και αδιέξοδα.
Δεν κάνω τη δουλειά του ψυχαναλυτή, αλλά είμαι βέβαιος ότι και οι δύο «Πατριάρχες» νιώθουν παρόμοια ασφυξία και ανασφάλεια. Τόσο ο Σαμαράς όσο και ο Τσίπρας φαντάζομαι ότι θα καταλαβαίνουν πόσο στενός, αφιλόξενος και γλιστερός είναι ο πολιτικός χρόνος και χώρος στον οποίο κινούνται.
Και επειδή είναι και οι δύο έξυπνοι πολιτικοί φαντάζομαι ότι θα επιθυμούσαν να υπερβούν τα στενά παραταξιακά όρια και να καταφέρουν να συνομιλήσουν δημιουργικά με την ευρύτερη κοινωνία των πολιτών, αυτούς δηλαδή που δεν πολυπιστεύουν στις «Ορθοδοξίες» τους. Μπορούν όμως;

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

Ζούμε την απόλυτη παράνοια.

Ζούμε την απόλυτη παράνοια. Η αντιπολίτευση ρητορεύει ωσάν η Ελλάδα να μην έχει χρεοκοπήσει και άρα όλα όσα περνάμε θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί. Αυτό που μένει είναι η γενική καταγγελία των Μνημονίων και όλων των πολιτικών που εφαρμόστηκαν. Στην πολιτική ανάλυση του ΣΥΡΙΖΑ, το κολοσσιαίο χρέος που δημιούργησαν οι ελληνικές κυβερνήσεις και το δημοσιονομικό χάος με τα δυσθεώρητα ελλείμματα, η ζοφερή κατάσταση της αντιπαραγωγικής οικονομίας της πατρίδας, εξαφανίζονται εμπρός στις επιλογές των... ξένων. Με τα γνωστά απλουστευτικά αναλυτικά εργαλεία, η Ελλάδα θυματοποιείται, οι δανειστές δαιμονοποιούνται, σ’ ένα μαξιμαλιστικό αντιπολιτευτικό λόγο, στον οποίο περισσεύει η γενική καταγγελία.

Από την απέναντι πλευρά, η κυβέρνηση τα βλέπει όλα σχεδόν ρόδινα. Εχει υποφέρει βεβαίως ο ελληνικός λαός, αλλά η ανάπτυξη φτάνει, το Μνημόνιο τελειώνει, η τρόικα φεύγει, παρ’ ολίγον να φύγει και το ΔΝΤ, αλλά πού θα πάει κάποτε θα φύγει, όσο για το χρέος, το μεγαλύτερο ως προς την αναλογία του σε σχέση με το ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ενωση, δεν υπάρχει πρόβλημα, είναι βιώσιμο! Ετσι δηλώνει κατ’ επανάληψη ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ενόσω η κυβέρνηση αγωνίζεται να αποσπάσει από τους πιστωτές μας μια έστω γενικόλογη υπόσχεση ρυθμίσεως. Ούτε μία αυτοκριτική κουβέντα δεν αρθρώνει το κυβερνητικό μπλοκ για τα λάθη, τις αδικίες, τις αδυναμίες. Ούτε μία νύξη για τα σφάλματα του προγράμματος, που οδήγησε σε απώλεια τουλάχιστον του 25% του εισοδήματός μας, έφτασε την ανεργία στο 26%, διέλυσε τη μεσαία τάξη, φτωχοποίησε τα χαμηλότερα στρώματα. Και όμως τις επώδυνες αυτές αστοχίες που έχουν οδηγήσει σε απόγνωση μέγα τμήμα του ελληνικού πληθυσμού, οι ξένοι τις έχουν παραδεχτεί. Εδώ, ο κ. Βενιζέλος, κάθε τρεις και λίγο, μας εξηγεί γιατί το ΠΑΣΟΚ μάς έσωσε το 2010, απορεί πώς δεν το έχουμε καταλάβει και επιμένει ότι το κόμμα του θυσιάστηκε για την πατρίδα.

Και όμως, αντί του θλιβερού αυτού «εμφυλίου» των μισών αληθειών, θα μπορούσε κάλλιστα να μας σώσει μια ελάχιστη συνεννόηση επί ενός ρεαλιστικού εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης. Με δίκαιη κατανομή των βαρών πρωτίστως, σαρωτικές μεταρρυθμίσεις, περισσότερη δημοκρατία.
Έντυπη

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Δυστοκία συγχρονισμού

Δυστοκία συγχρονισμού
Η δημοσκοπική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει τη διεύρυνση της απήχησής του. Θέτει, ωστόσο, καίρια ερωτήματα ως προς τη δυνατότητά του να μετεξελιχθεί σε δύναμη κυβερνητικής ευθύνης. Στην κρίσιμη περίοδο του 2012, η αξιωματική αντιπολίτευση προκαλούσε φόβο και ανασφάλεια σε ένα σημαντικό κομμάτι του εκλογικού σώματος. Σήμερα, όμως, που η Ελλάδα σταθεροποίησε τη θέση της στην Ευρωζώνη, το μείζον ζήτημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι η έλλειψη πειστικότητας. Δεν πείθει ότι οι θέσεις του είναι ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες. Παράλληλα, προκαλεί αμφιβολίες για την ικανότητά του να διαχειριστεί επαρκώς τα καυτά προβλήματα της χώρας.
Πριν από δύο χρόνια εξέφρασε τη δυσαρέσκεια και την αγανάκτηση των πολιτών με την αντιμνημονιακή ρητορική. Μολονότι τα δεδομένα άλλαξαν, η πολιτική του παραμένει στατική. Η βίαιη ωρίμανση του Γ. Δραγασάκη έμεινε μετέωρη. Το ίδιο και η δειλή στροφή του Α. Τσίπρα προς τον ορθολογισμό. Οι έντεχνες λειάνσεις του, όπως και η μετριοπάθεια του Γ. Σταθάκη δεν συνιστούν ουσιαστική αναπροσαρμογή. Η έξοδος από τα μνημόνια δημιουργεί νέες ανάγκες, που δεν αντιμετωπίζονται με άσφαιρες πολιτικές, ιδεοληψίες και άγνοια κινδύνου. Με την επιθετική διαπραγμάτευση που διακηρύσσει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μεταβάλλεται το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, ακόμη κι αν βελτιωθούν κάποιες πλευρές και όροι. Με την άρνησή του να αποδεχθεί συμφωνίες που θα υπογράψει η χώρα θα βρεθεί μπροστά σε αδιέξοδα. Με τη δημοκρατική ανατροπή που επαγγέλλεται, δεν θα αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας των αγορών, ούτε θα ευαισθητοποιηθούν οι δανειστές μας. Με την εμμονή του να «κουρευτεί» το χρέος δεν πείθονται οι πιστωτές και τα εθνικά τους κοινοβούλια.
Η Ελλάδα, προκειμένου να αποφύγει δυσάρεστες εκπλήξεις, είναι αναγκασμένη να αποδεχθεί την προληπτική πιστωτική γραμμή. Η αυστηρή επιτήρηση από τους εταίρους της είναι δεδομένη. Την υπαγορεύουν οι νέες συνθήκες της Ευρωζώνης. Οι δημοσιονομικές δυνατότητες περιορισμένες. Το γεγονός ότι Γαλλία και Ιταλία αναγκάστηκαν να αναπροσαρμόσουν τους προϋπολογισμούς τους στους ευρωπαϊκούς κανόνες είναι αποκαλυπτικό. Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη και η δυστοκία του ΣΥΡΙΖΑ να συγχρονιστεί με αυτήν επιτείνει το πρόβλημα πειστικότητάς του, περιορίζει τη δυναμική, θολώνει την κυβερνησιμότητά του. Ο προσφιλής στον αρχηγό του Λένιν έλεγε: «Νέα κατάσταση νέα καθήκοντα». Το βέβαιο, πάντως, είναι πως ο συγχρονισμός δεν επιτυγχάνεται, κάνοντας δημόσιες σχέσεις με συστημικούς και «αντισυστημικούς» παράγοντες.

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Αυτήν τη φορά ο λαός μας θα πρέπει να ρίξει όλο το βάρος του σε όποια πλευρά θεωρεί ότι μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα.

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΑΜΦΙΒΑΛΛΕΙ ότι ο τόπος έχει ανάγκη από νέους ηγέτες, από νέο πολιτικό αίμα, από νέα μυαλά. Και ότι είναι ευκαιρία να τα αποκτήσει με τις εκλογές, όποτε και αν γίνουν, για να διώξει τη «μούχλα». Νέους όλων των ηλικιών (αλλά και γέρους όλων των ηλικιών) διαθέτουν και οι δύο πλευρές. Ο Δένδιας άφησε πίσω τους δύο σαραντάρηδες υπουργούς, τον Κικίλια και τον Σκρέκα (αν και ο αρχηγός του βιάστηκε να διώξει μάνι-μάνι τον υφυπουργό του Στύλιο, χάριν του Περισσού). Ο Τσίπρας είναι ο ίδιος σαραντάρης (αν και πίσω του γκρινιάζουν 5-6 ενενηντάρηδες, με... νεαρότερο όμως στα μυαλά τον Μανώλη Γλέζο). Νέες ιδέες έχουν σίγουρα αμφότεροι οι αρχηγοί. Αυτές τις μέρες στέκονται στο σταυροδρόμι που οδηγεί στο να γίνουν σωτήρες ή ολετήρες του έθνους. Σωτήρες αν θέσουν υπεράνω όλων το συμφέρον της πατρίδας. Ολετήρες αν συνεχίσουν το μαλλιοτράβηγμα, την ώρα που μύριοι κίνδυνοι απειλούν την πατρίδα...

Ότι αυτήν τη φορά ο λαός μας θα πρέπει να ρίξει όλο το βάρος του σε όποια πλευρά θεωρεί ότι μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα. Να αποφύγει τις μεσοβέζικες επιλογές, τις ρουσφετολογικές εξαρτήσεις, το κομματικό σκορποχώρι. Οχι πια σε μια Ελλάδα των εκατό αρχηγών, όπως θα την ήθελε η ξενοκρατία. Φρονώ ότι και οι δύο αρχηγοί είναι εξίσου καλοί πατριώτες. Ο «αποδώ» διαθέτει μεγαλύτερη πείρα, αρκετά νεαρά στελέχη και ευρωπαϊκή κάλυψη. Ο «αποκεί» φλογερά νιάτα, καθαρό παρελθόν μεγάλες φιλοδοξίες, πιστούς ψηφοφόρους και… ίσως υπερατλαντική προοπτική. Αμφότεροι όμως είναι έντιμοι, εργατικοί, καλοί οικογενειάρχες και όχι δούλοι του χρήματος. Αλλά… δυστυχώς, αρκετά πεισματάρηδες ώστε να μην εννοούν να χαμηλώσουν τον «τουπέ» τους και να δώσουν τα χέρια τους, σε μέρες μεγάλης εθνικής δοκιμασίας όπως οι σημερινές. Αυτό θα έκαναν οι προκάτοχοί τους Κωνσταντίνος Καραμανλής και Ανδρέας Παπανδρέου. 

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Κανένα από τα κόμματα δεν εξηγεί στην ελληνική κοινωνία.

Κανένα από τα κόμματα δεν εξηγεί στην ελληνική κοινωνία ούτε γιατί φτάσαμε στην απελπιστική αυτή κατάσταση, ούτε τι πρέπει να κάνουμε για να βγούμε από αυτή. Ο ανταγωνισμός τους για την προσέλκυση ψήφων τα οδηγεί να χαϊδεύουν αυτιά και συντεχνιακά συμφέροντα. Ο ίδιος ανταγωνισμός τα οδηγεί να δημιουργούν έναν τεχνητό διπολισμό μεταξύ «δεξιάς» και «αριστεράς». Τεχνητό, αφού μας σερβίρουν ομόφωνα ότι το Μνημόνιο είναι κατάρα και όχι δίχτυ ασφαλείας για την ανεξέλεγκτη χρεοκοπία μας. Ανταγωνίζονται, μάλιστα, ποιος θα μας βγάλει πρώτος από αυτό. Μας σερβίρουν, επίσης ομόφωνα, ότι μόνη σωτηρία μας είναι η μείωση του χρέους και ανταγωνίζονται ποιος θα το μειώσει περισσότερο. Αποσιωπούν, βέβαια, ότι ακόμα και αν μας χαριστεί όλο το χρέος, σύντομα θα δημιουργηθεί νέο. Διότι νέο χρέος θα δημιουργείται συνέχεια, όσο οι δαπάνες μας υπερβαίνουν τα έσοδά μας.

Αποσιωπούν ότι ο μόνος δρόμος για ανάκαμψη είναι το λιγότερο δαπανηρό κράτος και η περισσότερη παραγωγή. Πώς θα γίνουν αυτά; Μόνο με μεταρρυθμίσεις. Μεταρρυθμίσεις που αφενός εξουδετερώνουν τα πάσης φύσεως τρωκτικά και παράσιτα και αφετέρου μειώνουν το κράτος και προσελκύουν επενδύσεις. Τις μεταρρυθμίσεις, όμως, δεν τις θέλει κανένα κόμμα και ευλόγως. Διότι το πρώτο μέλημά τους είναι η προσέλκυση ψήφων. Και οι ψήφοι ελέγχονται από τα τρωκτικά και τα παράσιτα που είναι οργανωμένα σε συντεχνίες, σε «τοπικές κοινωνίες», σε κομματικούς και άλλους μηχανισμούς. Οι πολίτες που δεν ανήκουν στις προνομιούχες αυτές ομάδες δεν είναι μέλημα των κομμάτων. Αυτός είναι ο ένας πόλος του πραγματικού διπολισμού.

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Κόπωση και εμμονές


Υστερα από τόσα χρόνια που η χώρα κινείται υπό την αυστηρή εποπτεία της τρόικας, παρά τις παλινωδίες και τις ακρότητες, στέκεται όρθια και με αξιώσεις φαίνεται να βγαίνει από την περιπέτεια. Αυτό είναι μια πραγματικότητα που μόνον οι κακόπιστοι και οι γιαλαντζί επαναστάτες αμφισβητούν, καθώς οι πρώτοι πάντα έτσι κάνουν και οι δεύτεροι επειδή διαψεύσθηκαν και πάλι οι προσδοκίες τους για τη μεγάλη ανατροπή που θα ερχόταν από... κάτω. Με πολλές δυσκολίες και θυσίες δυσανάλογες των ευθυνών τους οι πολίτες στην πλειονότητά τους αποδέχθηκαν τη λύση της σωτηρίας και τώρα λογικά αξιώνουν μια άλλη προοπτική.
Οι σώφρονες ασφαλώς και αντιλαμβάνονται πως δεν έχει τελειώσει η προσπάθεια επειδή βαδίζουμε προς την έξοδο από το μνημόνιο και ορθώς θεωρούν ότι μια στραβοτιμονιά στο τέλος της διαδρομής μπορεί να επιφέρει το... μοιραίο που αποφεύχθηκε με τόσο κόπο. Υπάρχουν πάντα όλοι εκείνοι που θεωρούν ότι φταίνε οι... άλλοι και περιμένουν το πατερναλιστικό κράτος να τους βρίσκει τη λύση σε κάθε πρόβλημα, αλλά με αυτούς ποτέ δεν θα συνεννοηθούμε.
Ωστόσο μέσα σε αυτή τη σύγκρουση των προσδοκιών και την εκατέρωθεν αγωνία για το μέλλον υπάρχει η πραγματικότητα που μας θυμίζει ότι μένουν ακόμη πολλά να γίνουν για να μην ξαναπάρουμε τη λάθος κατεύθυνση με όλους τους κινδύνους. Η δυστοκία στην έλευση των εκπροσώπων των δανειστών για την τελευταία έκθεσή τους πέραν των άλλων ενσωματώνει την κόπωση του κυβερνητικού μηχανισμού αλλά και τις εμμονές των τροϊκανών και των προϊσταμένων τους.
Αυτή η τελευταία παράσταση δεν θα είναι εύκολη για κανέναν αλλά δεν μπορεί παρά να ολοκληρωθεί έστω και λίγες εβδομάδες πριν το τέλος του έτους, καθώς δεν υπάρχουν για καμιά πλευρά άλλα χρονικά περιθώρια. Ασφαλώς και το μέγιστο μέρος της πίεσης ασκείται προς την κυβέρνηση και γι' αυτό πρέπει να γίνουν κινήσεις που θα πείθουν ότι δεν πάμε σε νέο πάρτι με τα ξένα λεφτά. Είναι όμως λογικό ότι και οι δανειστές δεν θα ήθελαν ύστερα από τόσα χρόνια να καταστρέψουν ό,τι προηγήθηκε, καθώς έχουν ανάγκη από το αφήγημα της όποιας επιτυχίας ασχέτως του πώς επιτεύχθηκε και ποιος πλήρωσε το μεγαλύτερο τίμημα γι' αυτό. Το ενδιαφέρον πλέον εστιάζεται στην επόμενη μέρα και εκεί θα κριθούν όλοι και όλα.