Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Κανένα από τα κόμματα δεν εξηγεί στην ελληνική κοινωνία.

Κανένα από τα κόμματα δεν εξηγεί στην ελληνική κοινωνία ούτε γιατί φτάσαμε στην απελπιστική αυτή κατάσταση, ούτε τι πρέπει να κάνουμε για να βγούμε από αυτή. Ο ανταγωνισμός τους για την προσέλκυση ψήφων τα οδηγεί να χαϊδεύουν αυτιά και συντεχνιακά συμφέροντα. Ο ίδιος ανταγωνισμός τα οδηγεί να δημιουργούν έναν τεχνητό διπολισμό μεταξύ «δεξιάς» και «αριστεράς». Τεχνητό, αφού μας σερβίρουν ομόφωνα ότι το Μνημόνιο είναι κατάρα και όχι δίχτυ ασφαλείας για την ανεξέλεγκτη χρεοκοπία μας. Ανταγωνίζονται, μάλιστα, ποιος θα μας βγάλει πρώτος από αυτό. Μας σερβίρουν, επίσης ομόφωνα, ότι μόνη σωτηρία μας είναι η μείωση του χρέους και ανταγωνίζονται ποιος θα το μειώσει περισσότερο. Αποσιωπούν, βέβαια, ότι ακόμα και αν μας χαριστεί όλο το χρέος, σύντομα θα δημιουργηθεί νέο. Διότι νέο χρέος θα δημιουργείται συνέχεια, όσο οι δαπάνες μας υπερβαίνουν τα έσοδά μας.

Αποσιωπούν ότι ο μόνος δρόμος για ανάκαμψη είναι το λιγότερο δαπανηρό κράτος και η περισσότερη παραγωγή. Πώς θα γίνουν αυτά; Μόνο με μεταρρυθμίσεις. Μεταρρυθμίσεις που αφενός εξουδετερώνουν τα πάσης φύσεως τρωκτικά και παράσιτα και αφετέρου μειώνουν το κράτος και προσελκύουν επενδύσεις. Τις μεταρρυθμίσεις, όμως, δεν τις θέλει κανένα κόμμα και ευλόγως. Διότι το πρώτο μέλημά τους είναι η προσέλκυση ψήφων. Και οι ψήφοι ελέγχονται από τα τρωκτικά και τα παράσιτα που είναι οργανωμένα σε συντεχνίες, σε «τοπικές κοινωνίες», σε κομματικούς και άλλους μηχανισμούς. Οι πολίτες που δεν ανήκουν στις προνομιούχες αυτές ομάδες δεν είναι μέλημα των κομμάτων. Αυτός είναι ο ένας πόλος του πραγματικού διπολισμού.

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Κόπωση και εμμονές


Υστερα από τόσα χρόνια που η χώρα κινείται υπό την αυστηρή εποπτεία της τρόικας, παρά τις παλινωδίες και τις ακρότητες, στέκεται όρθια και με αξιώσεις φαίνεται να βγαίνει από την περιπέτεια. Αυτό είναι μια πραγματικότητα που μόνον οι κακόπιστοι και οι γιαλαντζί επαναστάτες αμφισβητούν, καθώς οι πρώτοι πάντα έτσι κάνουν και οι δεύτεροι επειδή διαψεύσθηκαν και πάλι οι προσδοκίες τους για τη μεγάλη ανατροπή που θα ερχόταν από... κάτω. Με πολλές δυσκολίες και θυσίες δυσανάλογες των ευθυνών τους οι πολίτες στην πλειονότητά τους αποδέχθηκαν τη λύση της σωτηρίας και τώρα λογικά αξιώνουν μια άλλη προοπτική.
Οι σώφρονες ασφαλώς και αντιλαμβάνονται πως δεν έχει τελειώσει η προσπάθεια επειδή βαδίζουμε προς την έξοδο από το μνημόνιο και ορθώς θεωρούν ότι μια στραβοτιμονιά στο τέλος της διαδρομής μπορεί να επιφέρει το... μοιραίο που αποφεύχθηκε με τόσο κόπο. Υπάρχουν πάντα όλοι εκείνοι που θεωρούν ότι φταίνε οι... άλλοι και περιμένουν το πατερναλιστικό κράτος να τους βρίσκει τη λύση σε κάθε πρόβλημα, αλλά με αυτούς ποτέ δεν θα συνεννοηθούμε.
Ωστόσο μέσα σε αυτή τη σύγκρουση των προσδοκιών και την εκατέρωθεν αγωνία για το μέλλον υπάρχει η πραγματικότητα που μας θυμίζει ότι μένουν ακόμη πολλά να γίνουν για να μην ξαναπάρουμε τη λάθος κατεύθυνση με όλους τους κινδύνους. Η δυστοκία στην έλευση των εκπροσώπων των δανειστών για την τελευταία έκθεσή τους πέραν των άλλων ενσωματώνει την κόπωση του κυβερνητικού μηχανισμού αλλά και τις εμμονές των τροϊκανών και των προϊσταμένων τους.
Αυτή η τελευταία παράσταση δεν θα είναι εύκολη για κανέναν αλλά δεν μπορεί παρά να ολοκληρωθεί έστω και λίγες εβδομάδες πριν το τέλος του έτους, καθώς δεν υπάρχουν για καμιά πλευρά άλλα χρονικά περιθώρια. Ασφαλώς και το μέγιστο μέρος της πίεσης ασκείται προς την κυβέρνηση και γι' αυτό πρέπει να γίνουν κινήσεις που θα πείθουν ότι δεν πάμε σε νέο πάρτι με τα ξένα λεφτά. Είναι όμως λογικό ότι και οι δανειστές δεν θα ήθελαν ύστερα από τόσα χρόνια να καταστρέψουν ό,τι προηγήθηκε, καθώς έχουν ανάγκη από το αφήγημα της όποιας επιτυχίας ασχέτως του πώς επιτεύχθηκε και ποιος πλήρωσε το μεγαλύτερο τίμημα γι' αυτό. Το ενδιαφέρον πλέον εστιάζεται στην επόμενη μέρα και εκεί θα κριθούν όλοι και όλα.

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Η μάταιη αναζήτηση «ηγετών»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 
Σε περιόδους κρίσεως, αποδιοργανώσεως, κοινωνικής ρευστότητος και δυσπραγίας επανέρχεται με επιμονή το αίτημα της αναδείξεως «ηγέτη», που διαχειριζόμενος μία έκρυθμη κατάσταση θα σώσει τελικώς τη χώρα. Η εκάστοτε πολιτική ηγεσία κρίνεται με τις αντίστοιχες του παρελθόντος, που φυσικά εξωραΐζονται, μεγέθη μέσης τάξεως εξιδανικεύονται, διαπιστώνεται έλλειμμα τραγικό και επακολουθεί κατάθλιψη.

Εν πρώτοις η ανάγκη εξευρέσεως «ηγέτη» είναι δηλωτική μιας αρρυθμίας του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Εκφράζει μία προφανώς ανομολόγητη νοσταλγία για καθεστώτα αυταρχικά της μιας ή της άλλης μορφής. Ο κοινοβουλευτισμός είναι το σύστημα του μέσου ανθρώπου και οι αντιπρόσωποί του θα πρέπει απλώς να διαθέτουν κοινό νου. Είναι ένα πολίτευμα θεσμών και όχι εξεχουσών προσωπικοτήτων.

Εξ ου και η Ελβετία, όπου ο κοινοβουλευτισμός και η άμεση δημοκρατία λειτουργούν αποτελεσματικά και άψογα, δεν έχει αναδείξει καμία πολιτική «προσωπικότητα» άξια μνήμης όχι απλώς στο ευρωπαϊκό περιβάλλον, αλλά και σε αυτήν ακόμη τη συγκεκριμένη χώρα.

Εκ των πραγμάτων, ο «ηγέτης» είναι «λαϊκιστής» διότι ο ρόλος του είναι να οδηγήσει τους πολίτες προς κατευθύνσεις εκτός εκείνης που διαμορφώνει η αδράνεια της καθημερινότητος. Η Ελλάς διαθέτει σήμερα «ηγέτες» –αυτούς που της αρμόζουν– και φυσικά «λαϊκιστές».

Ο πρωθυπουργός κ. Αντώνης Σαμαράς είναι ο «λαϊκιστής του εκσυγχρονισμού» και ο κ. Αλέξης Τσίπρας είναι ο «λαϊκιστής» απροσδιορίστου κατευθύνσεως, όπου μπορεί κανείς να διακρίνει μία πίστη στην αποτελεσματική «δύναμη των μαζών».

Κοινό σημείο των δύο αλληλλοσπαρασσομένων ηγετών είναι ότι αντιμετωπίζουν τη διαμορφωθείσα κατάσταση ως «κρίση οικονομική» και ως εκ τούτου αναστρέψιμη με τη μία ή την άλλη πολιτική. Ισως όμως δεν πρόκειται περί αυτού, αλλά ενδεχομένως περί δημιουργίας μιας νέας τάξεως πραγμάτων σε ένα ομογενοποιημένο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η διασπορά επιχειρήσεων και πλούτου είναι πολύ μεγάλη στην Ελλάδα, ενώ η τάση διεθνώς είναι προς την κατεύθυνση δημιουργίας μεγάλων μεγεθών. Αν πρόκειται περί αυτού, τότε ο «αγώνας» των δύο «λαϊκιστών ηγετών» μας είναι απλούστατα εκτός θέματος.

Σε όλη την Ευρώπη η «ορθολογική» αντιμετώπιση της κρίσεως από τις συντεταγμένες πολιτικές δυνάμεις κατεστημένης ροπής αρχίζει να αμφισβητείται, ακόμη και από πολίτες των πλέον ανεπτυγμένων χωρών, καθώς διαπιστώνεται ότι η κρίση δεν φαίνεται να είναι παροδική, αλλά ότι προωθείται η πλήρης απορρύθμιση του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος που είχε δημιουργηθεί στη μεταπολεμική Ευρώπη. Η άνοδος των κομμάτων της λεγομένης άκρας Δεξιάς και των ευρωσκεπτικιστών είναι συνέπεια της τάσεως αυτής.

Η δικαστική δίωξη της Χρυσής Αυγής ανέστειλε ενδεχομένως την υπερβολική διόγκωση της εκλογικής ισχύος της. Η προσπάθεια περιστολής της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ διά της θεωρίας «των δύο άκρων» κατέπεσε, λόγω αντιδράσεων και εντός της Νέας Δημοκρατίας. Για άλλη μία φορά η χώρα θα περάσει πιθανόν από τη βάσανο της «αριστερής διακυβέρνησης». Αλλά αυτό δεν θα οφείλεται στις ικανότητες του κ. Αλέξη Τσίπρα. Εχει αποφασιστικά συμβάλει για τη συγκεκριμένη εξέλιξη και η συγκυβέρνηση των «αστικών» κομμάτων Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ.

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Ο χρόνος μετράει αντίστροφα


Τα ψέματα τελειώ­νουν. Και γνωρί­ζουμε πλέον και την ημερομηνία λήξης τους. Στις 8 Δεκεμ­βρίου το Eurogroup θα αποφασίσει για τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα εξασφαλίσουμε από το 2015 την πιστωτική στήριξη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Και εξυπακούεται ότι, αν όχι στις 9 ή τις 10, το πολύ ως το τέλος του χρόνου θα πρέπει να έχουμε αποφασίσει τι θα κάνουμε. Οχι ως Σαμαράς και Βενιζέλος, αλλά ως χώρα.
Ο ιδανικός τρόπος για να ληφθεί μια τέτοια απόφαση είναι ένας και μόνος: να συμφωνήσουν όλοι (και οπωσδήποτε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ) σε μια κοινή γραμμή. 'Η αν δεν τα βρουν, αν κρίνουν ότι αποκλείεται να συμπορευτούν, να δείξουν τουλάχιστον τη στοιχειώδη πολιτική εντιμότητα ώστε να γνωστοποιήσουν στον ελληνικό λαό τις αντιρρήσεις τους για τις όποιες αποφάσεις πάρουν οι Ευρωπαίοι και να ανακοινώσουν τις επιλογές τους, και έτσι οι πολίτες να κρίνουν και να αποφασίσουν για το μέλλον τους έχοντας πλήρη γνώση των όσων τους αναμένουν στη μία ή την άλλη περίπτωση.
Είναι βαρύ το τίμημα που έχει καταβάλει ο ελληνικός λαός τα τελευταία χρόνια με την ελπίδα να βγει από την κρίση. Και το λιγότερο που δικαιούται είναι η ειλικρίνεια των πολιτικών. Ολων των πολιτικών. Απέναντι στην απόφαση των Ευρωπαίων για το είδος της στήριξης που μας προσφέρουν θα πρέπει να αντιτάξουμε σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις: ή ναι ή όχι. Και αν η απάντηση είναι «όχι», τότε θα πρέπει να ακούσουμε και την αντιπρόταση.
Η διαβεβαίωση πως «εμείς θα διαπραγματευτούμε σκληρά» δεν είναι απάντηση. Δεν αμφισβητώ ότι έτσι θα γίνει. Αλλά ως πολίτης θέλω να ξέρω τι θα γίνει αν η σκληράδα δεν αποδώσει. Δεν μετράει μόνο τι θέλουμε εμείς, αλλά και τι θέλουν και οι ξένοι. Κι όποιοι με ειλικρίνεια υποστηρίζουν ότι η λήψη της απόφασης θα πρέπει να γίνει από μια νέα κυβέρνηση που θα έχει την έγκριση του ελληνικού λαού, οφείλουν να τον έχουν ενημερώσει για όλες τις ενδεχόμενες κινήσεις τους. Για να μην καταντήσουμε στα γελοία σενάρια «πως θα κάνουμε δημοψήφισμα για να αποφασίσει ο λαός»...

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Πώς είναι δυνατόν οι εκλεγμένες κυβερνήσεις να μην μπορούν να αποφασίσουν.

 Ένα ωραίο μεσημέρι, τον Απρίλη του 2010, ο πρωθυπουργός της χώρας Γιώργος Παπανδρέου από το ακριτικό Καστελόριζο παραδέχτηκε τη χρεοκοπία της χώρας καλώντας για βοήθεια το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Έκτοτε και καθώς το οξύ οικονομικό πρόβλημα άγγιξε μέχρι το μεδούλι της την ελληνική κοινωνία τα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας άρχισαν να εμφανίζονται στο προσκήνιο με έμμεσο, αλλά σαφή τρόπο. Πώς είναι δυνατόν οι υπάλληλοι των δανειστών να ρυθμίζουν και να ορίζουν κάθε λεπτομέρεια στα δημοσιονομικά της χώρας; Πώς είναι δυνατόν οι εκλεγμένες κυβερνήσεις να μην μπορούν να αποφασίσουν ούτε για την τιμή του πετρελαίου θέρμανσης χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των υπαλλήλων της τρόικας;

Τις τελευταίες μέρες, με αφορμή τις βόλτες των Τούρκων στην κυπριακή ΑΟΖ, τα ερωτήματα που αφορούν τη δυνατότητα της κυβέρνησης να προασπίσει τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας αρχίζουν να εμφανίζονται με πιο πιεστικό τρόπο. Πώς μια παραδομένη στους δανειστές κυβέρνηση μιας χρεοκοπημένης χώρας μπορεί να αντιμετωπίσει τις τουρκικές αμφισβητήσεις, οι οποίες εκδηλώνονται έμπρακτα και επίμονα.

Αν λοιπόν η ψευδεπίγραφη ευημερία των εποχών της «ισχυρής Ελλάδας» μπόρεσε να κρύψει τις συνέπειες της οδυνηρής διπλωματικής ήττας των Ιμίων, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτές οι συνέπειες εξαφανίστηκαν. Αντίθετα, αναζητούν την κατάλληλη στιγμή (πολιτική / οικονομική αστάθεια) και τον κατάλληλο τόπο (ελληνική ΑΟΖ;) για να επιβεβαιωθούν…

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

Τα κόμματα είναι αλλού

Τα κόμματα είναι αλλού
Το αποτύπωμα της κρίσης είναι εμφανές παντού. Τα προβλήματα που προκλήθηκαν στην οικονομία, την κοινωνία, την πολιτική άλλαξαν άρδην τα δεδομένα. Ωστόσο, τα κόμματα -παλιά και νέα-, σαν να μην πέρασε μια μέρα, κινούνται στον μικρόκοσμό τους. Αποκομμένα από τη ζώσα πραγματικότητα, δεν αντιλαμβάνονται τις μεταβολές που επήλθαν, ούτε τις υπόγειες διεργασίες που συντελούνται στο εκλογικό σώμα. Βρίσκονται σε διαρκή περιδίνηση, επαναλαμβάνουν τον παλιό κακό εαυτό τους, επιτείνοντας την κρίση εκπροσώπησης.
Κοινά στοιχεία της ατζέντας τους είναι ο λαϊκισμός, οι πελατειακές πολιτικές, η υπεράσπιση των συντεχνιακών συμφερόντων, η λογική των ειδικών διευθετήσεων. Ακόμη κι η περιβόητη διάκριση σε μνημονιακά - αντιμνημονιακά καταλήγει να είναι επίπλαστη. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση επιδεικνύουν την ίδια αποστροφή για αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Με το άγχος του πολιτικού κόστους χαϊδεύουν αυτιά, πιστεύοντας ότι έτσι συντηρούν και διευρύνουν την κυριαρχία ή την επιβίωσή τους. Τα παλιά κόμματα -ΝΔ, ΠΑΣΟΚ-, οργανικά στοιχεία του χρεοκοπημένου συστήματος, είναι παραδομένα στη στασιμότητα και στο τέλμα. Από την άλλη τα αποκαλούμενα νέα -ΣΥΡΙΖΑ, ΔΗΜΑΡ, ΑΝΕΛ- ενσαρκώνουν παλιές πολιτικές. Και στις δύο περιπτώσεις η αναντιστοιχία τους με τις πραγματικές ανάγκες της σύγχρονης εποχής είναι εμφανής. Πολιτευόμενα εκτός οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας, στην ουσία υπόσχονται αναβίωση του παρελθόντος. Η απροθυμία τους για τομές διαιωνίζει το αντιπαραγωγικό και παρηκμασμένο μοντέλο που μας οδήγησε στη χρεοκοπία. Οι θέσεις τους δεν είναι τίποτα άλλο από μερεμέτια.
Η ΝΔ, αδυνατώντας να μετεξελιχθεί σε σύγχρονο κεντροδεξιό κόμμα, καταφεύγει ξανά στην αγκαλιά του λαϊκισμού και του παλαιοκομματισμού. Αποψιλωμένη από ικανά στελέχη, χωρίς εφεδρείες, κινείται με γνώμονα το μικροκομματικό συμφέρον. Το άγχος της κάλπης την οδηγεί σε σπασμωδικές ενέργειες, θέτοντας σε κίνδυνο την ομαλή έξοδο από τα μνημόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο τελευταίος ανασχηματισμός. Το ΠΑΣΟΚ, σε παραζάλη και αναζητώντας διαρκώς το στίγμα του, υποκαθιστά την πολιτική με τη συνδικαλιστική πρακτική. Ο ΣΥΡΙΖΑ, κουβαλώντας τα βαρίδια του παρελθόντος, καθυστερεί το ραντεβού του με τον ρεαλισμό. Προσδοκώντας επιπλέον πολιτικά κέρδη, αποφεύγει να διατυπώσει καθαρές προτάσεις. Βρίσκεται σε διάσταση με τις ανάγκες της εποχής. Το μόνο βέβαιο είναι πως, ενώ τα προβλήματα παραμένουν ζέοντα, τα κόμματα είναι αλλού. Κωφεύουν στη βοή των υπόγειων ρευμάτων. Ετσι εξηγείται και η αναζήτηση νέων εκφράσεων, όπως το Ποτάμι, από σημαντική μερίδα πολιτών.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Δεν έχουν καταφέρει καν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι .

Η αχτίδα φωτός για στοιχειώδη συνεννόηση στα εθνικά θέματα που διαφάνηκε χθες, από την ανταλλαγή δηλώσεων μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης, αποτελεί αναμφίβολα μια θετική εξέλιξη. Την ώρα που οι Τούρκοι κλιμακώνουν τις προκλήσεις τους με τη βόλτα της κορβέτας τους στο Αιγαίο, ενώ παράλληλα συνεχίζουν τις βόλτες στην κυπριακή ΑΟΖ, θα ήταν παράλογο η ελληνική πολιτική ηγεσία να μην μπορεί να διακρίνει τι επιβάλλει το εθνικό συμφέρον. Οι όποιες διαφορές απόψεων για την εσωτερική πολιτική κατάσταση και τη διαχείριση της κρίσης, δεν μπορεί να αποτελούν μονίμως άλλοθι, για να μην μπορεί να διαμορφωθεί μια ελάχιστη κοινή στρατηγική στα κρίσιμα ανοικτά μέτωπα της εξωτερικής πολιτικής.

Πολύ περισσότερο όταν η κατάσταση γύρω μας διαρκώς περιπλέκεται με τις γεωπολιτικές ισορροπίες να αναδιατάσσονται διαρκώς. Η δήλωση του εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ ότι «είμαστε ανοιχτοί να πάμε σε μία συζήτηση για τα εθνικά θέματα» και η άμεση απάντηση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης ότι είναι πρόθυμος οποιαδήποτε στιγμή να ενημερώσει σε βάθος τους αρχηγούς των κομμάτων είναι ένα πρώτο βήμα για να ανοίξει ένας δίαυλος συνεννόησης και συναίνεσης, τουλάχιστον σε αυτό το πεδίο.

Είναι καιρός να αντιληφθούν όλοι ότι δεν έχουμε την πολυτέλεια ως χώρα και ως κοινωνία να συνθλιβόμαστε σε άγονες εσωτερικές αντιπαραθέσεις που δεν οδηγούν πουθενά και επιπλέον διαμορφώνουν ένα διχαστικό κλίμα. Ο κοινός στόχος όλων των συντεταγμένων πολιτικών δυνάμεων, για προάσπιση των εθνικών συμφερόντων, υπηρετείται ουσιαστικά και αποφασιστικά  μόνο μέσα από μια κοινή στρατηγική και συμπόρευση στους βασικούς τουλάχιστον στόχους. Και είναι απαράδεκτο που μέχρι τώρα, για στενά καιροσκοπικούς λόγους, δεν έχουν  καταφέρει καν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι για να συνομιλήσουν και να ανταλλάξουν απόψεις. Ας μην αφήσουν λοιπόν για τους ίδιους λόγους, την ευκαιρία που οι ίδιοι δημιούργησαν, με τις χθεσινές δηλώσεις τους, να πάει χαμένη...