Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Λάθη επί λαθών.

Η ανεπάρκεια του πολιτικού στερεώματος και τα κενά του συστήματος σε σχέση με τις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας είναι πασιφανή και έκδηλα. Λάθη επί λαθών, απλουστεύσεις έναντι σύνθετων προβλημάτων, ημιμάθεια έναντι σεμνότητας και γνώσης, αναχρονισμοί έναντι εκσυγχρονισμών, αποσπασματικότητα έναντι του ολοκληρωμένου, ιδεοληψίες και μεσσιανισμοί έναντι της ιδεολογίας και της προσπάθειας. Η χώρα χρειάζεται ρευστότητα και μεταρρυθμίσεις με στόχευση τη φερέγγυα αλλαγή του συστήματος. Χρήμα για να κινηθεί η αγορά, να δημιουργηθεί ζήτηση, να ανασάνουν τα νοικοκυριά, να ζωντανέψουν οι επιχειρήσεις. Ρευστότητα από τις τράπεζες με φθηνό και προσβάσιμο χρήμα, αλλά και από τη μείωση της φορολογίας και των εισφορών που μέχρι τώρα επιβαρύνουν κυρίως τους οικονομικά ανίσχυρους. Μεταρρυθμίσεις που θα αλλάζουν πραγματικά τη ζωή των πολιτών σε ένα πλαίσιο κοινωνικής συνοχής και συναίνεσης. Κατεύθυνση αλλαγής που θα πείθει ότι οι θυσίες δεν γίνονται για να ενισχυθούν οι εξουσίες των εξουσιαζόντων και ο πλούτος των πλουσίων? ότι το αύριο της χώρας δεν επιστρέφει στο χθες αλλά περιγράφεται από κοινωνική δικαιοσύνη, με ίσες ευκαιρίες για όλους, με επιχειρηματικότητα, ενίσχυση της πρωτοβουλίας και της δημιουργικότητας που απελευθερώνει και ενισχύει τις προσπάθειες αυτών που ονειρεύονται και διεκδικούν να κάνουν τη ζωή τους ολοένα και καλύτερη.
Λοιπόν, κυρίες και κύριοι επαγγελματίες της πολιτικής, μην υπόσχεστε, μην αερολογείτε, μην επενδύετε στις παροχές που δεν θα ανταποδώσετε ποντάροντας στο ότι θα δικαιολογηθείτε στο όνομα των κακών ξένων δανειστών που απλώς δεν εμπιστεύονται την κοινά διαπιστωμένη ανικανότητά σας να διοικήσετε αποτελεσματικά και με όραμα. Με ή χωρίς μνημόνιο, κάθε υπόσχεση που απογοητεύει, κάθε όνειρο που προδίδεται τροφοδοτεί την κρίση που υποτίθεται ότι αντιπαλεύετε... Επιτέλους, σοβαρότητα! Μην παρασύρεστε. Δεν τελείωσε!

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

 ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Πολιτική αδυναμία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 
Η σημερινή κατάσταση στον ΣΥΡΙΖΑ, συγκρινόμενη με εκείνη του ΠΑΣΟΚ το 1980, διαφέρει σε λίγα, αλλά πολύ σημαντικά.  Πρώτον, στη φυσιογνωμία,  το ιστορικό  ανάστημα και τη λαϊκή  αποδοχή  του ηγέτη. Δεύτερον, στην ομοιογένεια των βασικών στελεχών. Τρίτον, στις ιστορικές και ιδεολογικές ρίζες τους.

Είναι καλό να τα σκεφτούμε κι αυτά, γιατί πολλοί, εκεί έξω, κάνουν υπολογισμούς με εντελώς «μπακάλικο» τρόπο. Και δεν το λέω παρά μόνον με τον νόστο εκείνης της εποχής που πολλές καταστάσεις έπρεπε να τις ζυγίσεις «με το μάτι», όχι πάντοτε για το συμφέρον σου, σίγουρα όμως χωρίς σοβαρές επιπτώσεις.

Η χώρα ήταν μικρότερη, απειλούμενη και βορείως και ανατολικά. Ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός κρατούσε «φρόνιμα» τα μικρά κράτη. Η οικονομία απλοϊκή και περίκλειστη. Ο λαός φτωχός και λιτοδίαιτος σε σύγκριση με τους πληθυσμούς των ολίγων βιομηχανικών εθνών. Οι άμεσοι σύμμαχοι και εμπορικοί συνεργάτες αντιμετώπιζαν βαθιά κρίση, για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο.

Τώρα, καθώς στο κέντρο των Αθηνών οι ειδήσεις και τα «νέα» διαδίδονται ανεξέλεγκτα, η συζήτηση για τις επερχόμενες εκλογές αποτελεί το πρώτο, άντε το δεύτερο πιάτο κάθε μιας συνάντησης. Μοιραία, από τις εκλογές περνούν στον προβληματισμό για όσα μπορεί να κάνει ο Τσίπρας. Αν και το ενδιαφέρον βρίσκεται σε όσα ελπίζουν οι πολλοί ότι δεν θα αποτολμήσει να κάνει. Υπάρχουν βεβαίως και οι ρεαλιστές που έχουν καταλάβει ότι στο περιβάλλον του αρχηγού της αντιπολίτευσης κυριαρχεί παρόμοιος πανικός με εκείνο που διοχετεύουν βουλευτές της συμπολίτευσης.

Το ειδικότερο πρόβλημα με τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ είναι η πολιτική του αδυναμία. Κάποιοι στην Κουμουνδούρου διηγούνται για τον κ. Τσίπρα ιστοριούλες προσωπολατρίας και ίσως κάποιου «ήπιου αυταρχισμού». Δεν είναι αυτά αρκετά για να φιλοτεχνηθεί πορτρέτο αρχηγού, ικανού μάλιστα να κυβερνήσει τη χώρα. Ούτε αμβλύνεται η υποψία ότι όσοι διαφωνούν δεν θα επιχειρήσουν, αν τους δοθεί η ευκαιρία, να πραγματοποιήσουν τις πιο μύχιες «επαναστατικές» σκέψεις τους. Η ανησυχία των πολλών, η οποία διαδίδεται με ταχύ ρυθμό, αφορά την ικανότητα του πολιτικού κόσμου να τα βγάλει πέρα με μια Ελλάδα που δεν μπορεί να δανειστεί και δεν την δανείζει κανείς για να κλείνει τις τρύπες που δημιουργούν η χαμηλή ανταγωνιστικότητα και η κρατική σπατάλη. Η ανησυχία για τη συμπολίτευση προκύπτει από τη διαπίστωση ότι δεν συνεννοείται για όσα πρέπει να γίνουν προκειμένου να τελειώσουμε με το μνημόνιο. Κυρίως επειδή ο κ. Βενιζέλος δεν θέλει να υιοθετήσει το σχέδιο Σαμαρά, επειδή δεν πιστεύει ότι μπορεί να το εξαργυρώσει στην κάλπη. Κατανοεί τώρα τα κίνητρα της δυσθυμίας Κουβέλη.

Η ανησυχία για την αντιπολίτευση προκαλείται από την απόσταση που έχουν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ για οτιδήποτε μοιάζει με κυβερνητική ευθύνη. Φαντασθείτε να γίνουν εκλογές στις 9 Νοεμβρίου, όπως έλεγαν όλοι χθες το μεσημέρι στο κέντρο των Αθηνών.

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Τα όμορφα λόγια, λοιπόν, γρήγορα καίγονται.

Το άγχος της επόμενης μέρας, της μετεκλογικής δηλαδή, πνίγει και τις καλύτερες και ειλικρινέστερες των προθέσεων. Οι εκάστοτε κυβερνώντες επιστρέφουν σε ό,τι μόλις χθες κατήγγελλαν ως αντιδημοκρατικό και απέρριπταν ως παλαιοκομματικό. Η συμπεριφορά αυτή θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως σπασμωδική αντίδραση σε ένα άλλο έθιμο: την απαίτηση της εκάστοτε αξιωματικής αντιπολίτευσης να διεξαχθούν «εδώ και τώρα» εκλογές, ενώ ακόμα δεν έχουν αποθηκευτεί οι κάλπες της προηγούμενης αναμέτρησης.

Τα όμορφα λόγια, λοιπόν, γρήγορα καίγονται. Και καίγονται πάνω σε μια φωτιά που την ανάβει το ατιθάσευτο ένστικτο της πολιτικής επιβίωσης του κόμματος, της διατήρησής του στην εξουσία, και τη συνδαυλίζει η αγωνία κάθε βουλευτή ή στελέχους ξεχωριστά. Το κομματικό και το προσωπικό συμφέρον δεν ταυτίζονται πάντοτε. Γι’ αυτό και το φαινόμενο των τριβών ανάμεσα σε βουλευτές της πλειοψηφίας, καθώς και της έριδας μεταξύ συστεγαζόμενων υπουργών, έχει τη φυσικότητα της φθινοπωρινής βροχής.

Στην παρούσα κυβέρνηση τα μέτωπα είναι περισσότερα και οι αντιδικίες σφοδρότερες και λόγω του δυαδικού της χαρακτήρα. Δύο κόμματα που η υψηλότονη πάντοτε σύγκρουσή τους σφράγισε τη μεταπολίτευση, και στη διάρκεια της οποίας εξαπολύθηκαν οξύτατοι χαρακτηρισμοί, πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να συνυπάρξουν σε κλίμα αμφίπλευρης εμπιστοσύνης και ειλικρίνειας. Τα αποθέματα καχυποψίας είναι μεγάλα. Και δεν τα μειώνουν βέβαια οι βολές γαλάζιων εναντίον πράσινων συγκυβερνώντων και αντιστρόφως, κάθε άλλο παρά σποραδικές, το «παράπονο» του ΠΑΣΟΚ για την ηγεμονική συμπεριφορά της Ν.Δ., που επιχειρεί να καρπωθεί ό,τι θεωρεί καλό, καθώς και το νεοδημοκρατικό «παράπονο» για τις πασοκικές τάσεις δημόσιας αποστασιοποίησης από τα πλέον επώδυνα μέτρα. Αν το άγχος της επόμενης μέρας επιδεινωθεί από τις αρνητικές για τους συγκυβερνώντες δημοσκοπήσεις, ενδέχεται να επικρατήσει το δόγμα «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Και σ’ αυτές τις περιπτώσεις συνήθως δεν σώζεται κανείς.

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Εδώ που έχουμε φτάσει ίσως είναι η μόνη μας ελπίδα.

Η πολιτική αντιπαράθεση εξελίσσεται σε ένα παιχνίδι ακραίων δηλώσεων φτωχού εντυπωσιασμού, σε μια κοκορομαχία τηλεοπτικών παραθύρων, που δεν έχει καμία σχέση με τον πραγματικό αντιπαραθετικό, αλλά εποικοδομητικό, διάλογο που χρειάζεται η χώρα. Η αδυναμία διαλόγου με επιχειρήματα και αντ' αυτού το άναρθρο αναμάσημα χοντροκομμένων κλισέ συνιστά δομικό χαρακτηριστικό της νεοελληνικής πολιτικής υπανάπτυξης. Στη ρίζα της κακοδαιμονίας βρίσκονται η ανυπαρξία πολιτικών προγραμμάτων και οι αλόγιστες υποσχέσεις παροχών που χαρακτηρίζουν όλες τις παρατάξεις. Ακόμα και όταν υπάρχει κάποιο έλλογο πρόγραμμα καταγγέλλεται εξ υπαρχής ως αντιλαϊκό και ανεφάρμοστο, με αποτέλεσμα το καράβι που λέγεται Ελλάδα να αρμενίζει ακυβέρνητο. Αυτό συνέβη και με το μνημόνιο. Μήπως υπήρξε κανείς που είχε προβλέψει την κρίση και έδειχνε την παραμικρή διάθεση να πει την αλήθεια στον κόσμο και να δείξει έναν εφικτό δρόμο για την υπέρβασή της; Το μνημόνιο υπήρξε το μοναδικό πολιτικό πρόγραμμα σταθεροποίησης και ανάκαμψης της χώρας όταν βρέθηκε ουσιαστικά χρεοκοπημένη στις αρχές του 2010. Και όμως, διαβλήθηκε και διασύρθηκε ακόμα και από εκείνους που προσπαθούν σήμερα να το εφαρμόσουν, κάνοντάς τους ελάχιστα πειστικούς.
Αντί να καθίσουν, τουλάχιστον οι υπεύθυνες δυνάμεις του τόπου, να δουν κατάματα την πραγματικότητα και να την αντιμετωπίσουν έλλογα, εξαντληθήκαμε σε ανταλλαγή καταγγελιών, οι οποίες είχαν αποτέλεσμα την ενίσχυση των άκρων και την αποδυνάμωση της αναγκαίας μεταρρυθμιστικής προσπάθειας. Με πολύ κόπο, θυσίες, πρωτοφανή στα παγκόσμια χρονικά χρηματοοικονομική στήριξη και αρκετή τύχη, φτάσαμε σε ένα σημείο ισορροπίας απ' όπου αρχίζει να αχνοφαίνεται μια ευοίωνη προοπτική. Θα έχουμε άραγε, έστω και αυτή την υστάτη ώρα, την ελάχιστη ωριμότητα να συνδιαλλαγούμε πολιτισμένα και να επιταχύνουμε την πορεία εξόδου της χώρας από την κρίση; Η ποιότητα του πολιτικού διαλόγου δεν δείχνει, και πολύ περισσότερο δεν εγγυάται καθόλου, κάτι τέτοιο. Και αν πισωγυρίσουμε, ούτε ο Μεγαλέξανδρος δεν θα μπορέσει να μας σώσει. Ομως, όπως είπε κάποτε κάποιος φίλος, η Ελλάδα πηδάει πάντοτε την τελευταία στιγμή στο τελευταίο βαγόνι του σωστού τρένου. Μακάρι να επιβεβαιωθεί η ρήση του για μία ακόμα φορά. Εδώ που έχουμε φτάσει, ίσως είναι η μόνη μας ελπίδα.

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014

Και δυστυχώς το τραβάει η όρεξή μας.

Μετά τον γερο-Καραμανλή ελπίσαμε στον Παπανδρέου, μετά στον Μητσοτάκη, μετά στον νεότερο Καραμανλή, μετά στον νεότερο Παπανδρέου, μετά στον Σαμαρά και τώρα ελπίζουμε στον Τσίπρα.
Ελπίζουμε άραγε γιατί δεν έχουμε επίγνωση ότι η κοινωνία και η οικονομία λειτουργούν αυτόματα από μόνες τους χωρίς μηχανοδηγό, που όμως κάθεται στο τιμόνι κυρίως για λόγους αυταπάτης, ότι μπορεί δήθεν να φρενάρει, δήθεν να επιταχύνει σε κάθε κίνδυνο και απρόοπτο ή ελπίζουμε γιατί στην ανθρώπινη φύση υπάρχει ελπίδα; Πιστεύω το δεύτερο.
Η μακροχρόνια κοινοβουλευτική εμπειρία διδάσκει ότι δεν πρέπει να ψηφίζουμε με κριτήριο τις υποσχέσεις, εφόσον νομοτελειακά αυτές δεν τηρούνται.  κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν πρέπει να το έχει ως κριτήριο επιλογής, εφόσον σέβεται τη νοημοσύνη του και την αξιοπρέπειά του, ούτε να το έχει ως κριτήριο καταψήφισης, εφόσον αυτός που υποσχέθηκε κάτι και ανέβηκε στην εξουσία δεν έπραξε αυτά που υποσχέθηκε και επομένως πρέπει να τον τιμωρήσουμε και να τον ξαναφέρουμε πάλι στην εξουσία ύστερα από κάποια χρόνια, όταν έχουμε ξεχάσει τις διαψευσθείσες υποσχέσεις του.
Θα έπρεπε να απαγορεύονται οι προεκλογικές υποσχέσεις με ποινή εκπτώσεως από το αξίωμα που επιδιώκει ο κάθε πολιτικός και αυτό θα διασφαλίσει τουλάχιστον την αξιοπρέπεια του πολίτη να μην εξαπατάται και κυρίως να μην αυταπατάται.
Αν όμως το τραβάει η όρεξή του με γεια του με χαρά του. Και δυστυχώς το τραβάει η όρεξή μας.

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014


Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

«Γεια σου, Ελλάντα»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:ΣTAΣEIΣ
Είναι τόσο κλονισμένη άραγε η εθνική μας αυτοπεποίθηση που για να στυλωθεί έχει ανάγκη ν’ ακούσει διάσημους ξένους -του μουσικού, του αθλητικού ή του πολιτικού θεάματος- να συλλαβίζουν αντί χαιρετισμού πέντε ή και δεκαπέντε ελληνικές λέξεις; Είναι τόσο δυνατά αναβολικά το «Ευκαριστώ, Ελληνες» και το «Γεια σου, Ελλάντα»; Και είναι τόσο πληγωμένη η αυτοεκτίμηση και η περηφάνια μας που για να συνέλθουν κάπως χρειάζεται να δούμε την ελληνική σημαία να περιτυλίγει το σώμα μιας ξακουστής τραγουδίστριας, η οποία ταυτίζει τη σκηνική παρουσία της, αν όχι την ίδια την καλλιτεχνική της υπόσταση, με τη γύμνια της και την καλά σχεδιασμένη επίδειξή της;

Φαίνεται πως είναι. Οχι για όλο τον πληθυσμό βέβαια, αλλά για μια μερίδα του. Ενα πολύ μεγάλο κοινωνικό τμήμα («οπισθοδρομικό» θα το αποκαλούσαν οι λαϊφστυλίστες και οι ομοϊδεάτες τους) είναι, ευτυχώς, «βαθιά νυχτωμένο»: Δεν ξέρει τίποτα για τη λέιντι Γκάγκα, ξέρει κάτι ελάχιστα για τη λαίδη Αντζελα, από τα ράδια και τα πανηγύρια, και θυμάται επίσης κάτι λίγα για τη λέιντι Ντι, την επαρχιακή μας «Νταγιάνα». Δεν θα πάει λοιπόν από το πρωί στην Καλογρέζα, για να εξασφαλίσει τη θέση που θα του επιτρέψει όχι ν’ ακούει καλύτερα την άδουσα αλλά να τη βλέπει. Και δεν θα ουρλιάξει από ευτυχία και περηφάνια ακούγοντας την καλλιτέχνιδα να λέει (αυθόρμητα ή με μια σκηνοθετημένη δημαγωγική διάθεση που την περιφέρει από χώρα σε χώρα) πως η Ελλάδα θα αντέξει, όπως άντεξε ο Παρθενώνας. Δεν θα βγάλει σέλφι στο Καλλιπλάστικο ή Καλατράβειο για να ενημερώσει πάραυτα συγγενείς και φίλους ότι συναριθμείται στους τυχερούς και εκλεκτούς: σ’ αυτούς που «ήταν εκεί», αυτόπτες μάρτυρες, που κάποια στιγμή, δεν μπορεί, θα ζητήσουν τη γνώμη τους και τα φιλοπερίεργα κανάλια. Ούτε θα χάσει έπειτα ώρες επί ωρών στο Ιντερνετ, μαχόμενος υπέρ λαίδης, με αντιπάλους τους χλευαστές της.

Υποθέτω πως, ακόμα κι αν βρισκόμαστε σε μηδενιστική φάση και απαξιώνουμε τα πάντα με συνοπτικές διαδικασίες, έχουμε ή μπορούμε να βρούμε σοβαρότερους λόγους από τα δοξαστικά οποιασδήποτε διάσημης λαίδης για να εκτιμούμε τον τόπο μας και να τον πονούμε. Οχι για να ξαναπιάσουμε τα γνωστά τροπάρια, πως είναι ο ομορφότερος του κόσμου και τα συναφή αποκοιμιστικά, αλλά για να μην τον μεταχειριζόμαστε απλώς σαν υποδοχέα των πάσης φύσεως απορριμμάτων μας. Για να νιώθουμε κομμάτι του, και όχι άπληστος χρήστης του ή εξωτερικός παρατηρητής του.

Να νιώθουμε δηλαδή πως η μοίρα του, η ώς τώρα πορεία του και αυτή που του μέλλεται, εξαρτήθηκε και εξαρτάται και από μας. Από τον καθέναν προσωπικά, μικρόν ή μεγάλο. Λιγουλάκι; Σε μια αναλογία που δεν επιτρέπει πολλές προσδοκίες; Εστω. Αλλα ας πολεμήσουμε για να μεγαλώσουμε το «λιγουλάκι» που μας πέφτει, να του δώσουμε νόημα. Οχι να το απορρίπτουμε και αυτό. Γιατί τότε από την περιφρόνησή μας για τον τόπο μας, καταλήγουμε σε μια καταθλιπτική αυτοπεριφρόνηση.

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

Πριν ή μετά;


Οι εκλογές του 2012 κρίθηκαν -και για πολλούς χάθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ- από δύο λόγους. Ο ένας ήταν η έλλειψη πιθανού συμμάχου για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας και ο άλλος η αδυναμία του Α. Τσίπρα και των συνεργατών του να εξηγήσουν πώς θα κάλυπταν τις δημοσιονομικές ανάγκες της χώρας από τη στιγμή που θα «έσκιζαν» το μνημόνιο.
Ολα δείχνουν ότι στην περίπτωση που οδηγηθούμε σε πρόωρη εκλογική αναμέτρηση παρόμοιοι θα είναι οι προβληματισμοί του εκλογικού σώματος τους οποίους θα πρέπει να υπερβεί ο ΣΥΡΙΖΑ.
Πιθανός κυβερνητικός εταίρος δεν διαφαίνεται. Η ΔΗΜΑΡ προσφέρεται αλλά δεν δείχνει να μπαίνει στη Βουλή, οι ΑΝΕΛ φλερτάρουν και φλερτάρονται αλλά συγκυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ μόνο ως κακόγουστο αστείο θα μπορούσε να εκληφθεί, το Ποτάμι είναι καλή περίπτωση αλλά δείχνει υπερβολικά απαιτητικό, το ΚΚΕ δεν θέλει τον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ δεν τους θέλει εκείνο.
Αλλά εκεί που θα κριθεί η αναμέτρηση, ας μη γελιόμαστε, θα είναι στην αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να απαντήσει αξιόπιστα στον ήδη προβαλλόμενο προβληματισμό ως προς το τι μέλλει γενέσθαι έτσι και οι εταίροι και δανειστές μας δεν τρομάξουν από τη διαπραγματευτική δεξιοτεχνία και την αποφασιστικότητα των συριζαίων.
Plan B δεν υπάρχει, το έχουν ξεκόψει από την Κουμουνδούρου, χθες το είπε και ο Δ. Μητρόπουλος, οπότε αυτά που ήδη ακούσαμε για τράπεζες, καταθέσεις και άλλα σχετικά από Σαμαρά και Γεωργιάδη είναι απλώς «μερικές σκηνές από το έργο» έτσι και πάμε σε εκλογές.
Χώρια που όσοι έχουν χρήματα δεν χρειάζονται υποδείξεις του ενός ή του άλλου για να κρίνουν αν και πότε θα ανησυχήσουν και χώρια που υπάρχουν και μερικοί συριζαίοι τύπου Στρατούλη που θέλοντας να δείξουν ότι για όλα έχουν άποψη προσφέρουν πολύτιμο υλικό για όποιον θέλει να προβοκάρει τον ΣΥΡΙΖΑ.
Ας μην τρέφουν αυταπάτες στην Κουμουνδούρου. Πριν ή μετά τις εκλογές την κωλοτούμπα θα χρειαστεί να την κάνουν. Και καλό θα είναι να την κάνουν πριν, γιατί μπορεί να βρεθούν προ εκπλήξεων και να μην υπάρξει «μετά», οπότε θα το φυσάνε και δεν θα κρυώνει.