Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Ο δρόμος που ανεβαίνει και ο δρόμος που κατεβαίνει είναι ένας...

Δεν έλκεται πλέον ο πολίτης από τα εξαχρειωμένα πρότυπα, δεν τέρπεται από τη σήψη, την αποστρέφεται. Ολο και πιο φανερά. Και μια «αξία» χωρίς «ζήτηση», εκπίπτει. Το φάσμα της δίωξης και καταδίκης της διαφθοράς, που κάποτε ήταν αδιανόητο, επανατοποθετεί τους συντελεστές της ζωής σε μια νέα τάξη. Βέβαια ο κύκλος δεν κλείνει με λίγους. Θα πρέπει να αποσυρθεί μαζικά το ενδιαφέρον από την αρπαχτή και να υπάρξει σταθερή άνωθεν βούληση για κάθαρση προκειμένου να σταματήσει η διαρκής παλινδρόμηση της «μηχανής».
Η κοινωνία ακμάζει ή παρακμάζει μαζί με τις αξίες της. Το επίπεδο ζωής μας επιδεινώνεται, κατεβαίνει, και μετά ανεβαίνει και πάλι σπρωγμένο από τις κοινωνικές δυνάμεις. Ο Ηράκλειτος έλεγε ότι ο δρόμος που ανεβαίνει και ο δρόμος που κατεβαίνει είναι ένας... Ενας λαός είμαστε. Και τζογαδόροι, κομπιναδόροι, διαπλεκόμενοι, ευτελείς, αχρείοι, αλλά και αυτοδημιούργητοι μπροστάρηδες - σκυλιά στη δουλειά, γρήγοροι στο μυαλό, ανθεκτικοί στις αντιξοότητες. Το ζήτημα είναι πώς κοιτάζουμε το «νόμισμα». Αν βλέπουμε «κορώνα» ή «γράμματα». Και αν θα σταματήσουμε σ’ αυτόν τον τόπο να κρατάμε ό,τι μας βολεύει, τη μια μέρα να στρογγυλοκαθόμαστε στη μια όψη και την επόμενη να οχυρωνόμαστε πίσω από τη δεύτερη, φωνασκώντας ως θύματα ή εφορμώντας ως θύτες.
Ολη η ιστορία της νεότερης Ελλάδας είναι υποδόρια και μια φλογισμένη ταλάντευση από τον βόρβορο στην κορυφή, από το γήτεμα στο ανάθεμα. Ο κύκλος έπαρση-αναδίπλωση-έπαρση κρατάει χρόνια. Τώρα, ο όποιος ναρκισσισμός μας, σκουληκοφαγωμένος από την κρίση, τη διαπόμπευση, καταρρέει. Πλέον, η νέα εικόνα μας ανασυντίθεται πάνω σε μια βάση με περισσότερο πνεύμα, που ενισχύει -απ’ ό,τι φαίνεται- τη γέφυρα η οποία συνδέει το εγώ με το απέναντι πρόσωπο, με τον άλλο. Γνωρίζουμε, ο καθένας κλεισμένος στο γραφείο του, στο μαγαζί του, στο διαμέρισμά του, ότι δεν είμαστε πραγματικά μόνοι, ότι μοιραζόμαστε την έμφυτη ανθρώπινη ανάγκη να βάλουμε τέλος στην προβληματική κοινωνική μας κατάσταση. Ομως αυτό δεν αρκεί, χρειάζεται ειλικρινής πολιτική βούληση για ξεσκέπασμα των φαύλων και μαζί αντίσταση στο προμελετημένο «λάθος», στο κεκαλυμμένο ή απροκάλυπτο πλιάτσικο, χρειάζεται ένα απρόσβλητο «μύγδαλο» πολιτικής λογικής, ευαισθησίας και ανδρείας.

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Τουλάχιστον να έλειπε το ...δούλεμα!

Όταν  διάφοροι υπουργοί  βγαίνουν και υποστηρίζουν ότι έχουν γίνει σημαντικότατες αλλαγές στο κράτος. Αλήθεια ποιες αλλαγές;  Έγιναν απολύσεις; Μειώθηκε η γραφειοκρατία; Έγινε το δημόσιο αποτελεσματικό; Άλλαξαν οι σαθρές δομές του; Ή απλώς εμείς κάνουμε ότι αλλάζουμε και οι Ευρωπαίοι κάνουν πως μας πιστεύουν;
Μέχρι σήμερα  κάποιοι μέσα στην κυβέρνηση ορκίζονται στο μνημόνιο ( κάποιος μάλιστα έφθασε να πει ότι είναι το σοβαρότερο κείμενο των τελευταίων ετών για τη χώρα!) και δεν βλέπουν πως το  μόνο που επιτυγχάνει η άκριτη εφαρμογή του, είναι η συνεχής μείωση των εισοδημάτων με παράλληλη αύξηση των  φόρων.

Ο δε ιδιωτικός τομέας, από τον οποίο περιμένουμε όλοι να πάρει κάποια στιγμή μπροστά και να επανεκκινήσει η οικονομία, επί του παρόντος απλώς πληρώνει τα σπασμένα που δημοσίου ενώ ο  τραπεζικός τομέας  από τον οποίο προσδοκά ο ιδιώτης  ρευστότητα, βρίσκεται ακόμα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και ελάχιστα έχουμε να προσδοκούμε  ως συνεισφορά στην ανασυγκρότηση της οικονομίας στο άμεσο μέλλον.

Από την άλλη το 1,5 εκατομμύρια των ανέργων και ο διαλυμένος κοινωνικός αλλά και παραγωγικός ιστός της χώρας αποτελούν μια ωρολογιακή βόμβα στο  success story  για το οποίο επιχειρούν να μας πείσουν. Όλο θεωρίες και ωραία ανέξοδα λόγια για φανταστικές επιτυχίες  και στην πράξη η κατάσταση στα μη περαιτέρω. Τουλάχιστον να έλειπε το ...δούλεμα!

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Πρακτικές που ωφελούσαν τους λίγους σε βάρος των πολλών...

 Η χρεοκοπία της οικονομίας και της πολιτικής, η ολιγωρία των θεσμών  γεννούν την ανάγκη να αρχίσει από κάπου η ανοικοδόμηση της χώρας. Εάν οι εισαγγελείς, ανακριτές και δικαστές μπορούν να αποδείξουν ότι λειτουργούν ανεξαρτήτως απ’ οποιαδήποτε εξωθεσμική πίεση, ότι έχουν την επαγγελματική αρτιότητα, το πνευματικό και φυσικό σθένος για να πετύχουν στο έργο τους, θα αποτελέσουν ένα σταθερό σημείο μέσα στη ρευστότητα της εποχής και θα δώσουν την ευκαιρία και σε άλλους να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Εδώ μπορεί να φανεί ότι κάτι αλλάζει, ώστε να αισθάνονται οι πολίτες ότι κάποια στιγμή ίσως βρεθούμε σε ευνομούμενη χώρα χωρίς να αναγκαζόμαστε να μεταναστεύσουμε.
Υπάρχει, όμως, ο κίνδυνος ότι εάν οι υποθέσεις δεν είναι «δεμένες» επαρκώς θα φανούν φρούδες οι ελπίδες για κάθαρση, κάτι που θα μπορούσε να ενισχύσει τον κυνισμό και την απελπισία των πολιτών. Από την άλλη, το μέγεθος της διαφθοράς που θα αποκαλυφθεί ίσως ενισχύσει τη δυσπιστία και κλονίσει το πολιτικό και οικονομικό σύστημα. Κανείς δεν γνωρίζει πού μπορούν να οδηγήσουν οι έρευνες· το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν πρέπει να τις εμποδίσει τίποτα. Το πολιτικό σύστημα –η κυβέρνηση, κυρίως– έχει την υποχρέωση να παρέχει κάθε στήριξη στους δικαστικούς λειτουργούς, όπου και αν οδηγούν οι έρευνες. Το οικονομικό σύστημα, από τη δική του πλευρά, πρέπει να απαλλαγεί από παλιές αμαρτίες, να αποφύγει το πάγωμα, οι τράπεζες να συνδράμουν στην ανάπτυξη, οι διαδικασίες να απλοποιηθούν ώστε να είναι πιο διαφανείς και αποτελεσματικές.
Πολλά είναι αυτά που πρέπει να γίνουν για να πάρει μπρος η χώρα. Το γεγονός, όμως, ότι το απόστημα της διαφθοράς έσπασε μας επιτρέπει μια συγκρατημένη αισιοδοξία ότι ίσως μπορέσουμε να απαλλαγούμε από νοοτροπίες και πρακτικές που ωφελούσαν τους λίγους σε βάρος των πολλών, που καλλιεργούσαν την καχυποψία, που υπονόμευαν την ηθική των πολιτών και την έννοια της κοινωνίας.

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Η πλειονότητα των αγροτών να στέναζε στα χωράφια βυθισμένη στα χρέη.

ΤΟ ΥΠΕΡΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΠΑΡΤΙ των αγροτοσυνδικαλιστών, με τις προκλητικές σπατάλες, τα επιδόματα καφενείου και τα ταξίδια αναψυχής στο εξωτερικό, αποκαλύπτει την ασυδοσία που κυριαρχούσε επί ολόκληρες δεκαετίες όχι μόνο στα υπουργικά γραφεία, αλλά σε όλο το νοσηρό σύστημα της εξουσίας. Μπορεί η αγροτική παραγωγή της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες να έφθινε συνεχώς. Μπορεί η πλειονότητα των αγροτών να στέναζε στα χωράφια βυθισμένη στα χρέη, όμως οι «άρχοντες του κάμπου» το μόνο για το οποίο ενδιαφέρονταν ήταν η προσωπική τους καλοπέραση και η εξασφάλιση φίλων και ημετέρων. Τα θλιβερά αυτά συμπτώματα της σήψης και της παρακμής, όπως καταγράφονται στην έρευνα του οικονομικού εισαγγελέα, αποδεικνύουν περίτρανα γιατί η χώρα οδηγήθηκε στη χρεωκοπία. Ομως οι έρευνες και τα πορίσματα δεν αρκούν. Οι πολίτες, που άλλωστε πλήρωναν τον λογαριασμό όλα αυτά τα χρόνια, απαιτούν κάτι περισσότερο από διαπιστώσεις και αφορισμούς. Αξιώνουν την παραδειγματική τιμωρία όλων όσοι έβαλαν το δάχτυλο στο μέλι και παράλληλα την επιστροφή των χρημάτων που κατασπαταλήθηκαν, συνήθως με τις «ευλογίες» των εκάστοτε κυβερνώντων.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Μένουμε τελευταίοι γιατί ο λαϊκισμός καταστρέφει την επιχειρηματικότητα.

Τα τέσσερα τελευταία χρόνια, που συντελείται -εκτός των άλλων- μια μεγάλη ιδεολογική αναδιάρθρωση, η επιχειρηματικότητα, αποτελεί μια έννοια-πασπαρτού με την οποία μπορεί κανείς να διαχειρίζεται τα αδιέξοδα του ελληνικού καπιταλισμού αλλά και τις πολιτικές ποταπότητες.
Οπως ακριβώς η επίσης ασαφής έννοια «λαϊκισμός», ανέλαβε την πολιτική άμυνα αυτού του καπιταλισμού: «Μένουμε τελευταίοι γιατί ο λαϊκισμός καταστρέφει την επιχειρηματικότητα». Εύκολο, ασαφές, επικοινωνιακά λειτουργικό. Οι έννοιες αναδύονται μέσα από το γκρίζο τοπίο που κομματικού καριερισμού και της οικονομικής καχεξίας που αυτός παρήγαγε. Η ελληνική εκδοχή της επιχειρηματικότητας είναι αυτό που ξέρουμε. Κουμπαριές, κρατική επιχορήγηση, φυγάδευση χρημάτων, όχι επένδυση. Ενα διαρκές σύνδρομο κατοχής. Ιδρύουν μια μαϊμού, για να σφετεριστούν ευρωπαϊκά ή κρατικά χρήματα, που στη συνέχεια διασπείρονται έξυπνα με offshore εξάχνωση.
Ειδικότερα, πολλοί νεοφώτιστοι τέως αριστεροί δεν λένε καν αυτό που καταλαβαίνει και ο τελευταίος φιλελεύθερος: ότι το ζητούμενο είναι η παραγωγική επινοητικότητα και όχι η επιχειρηματικότητα. Μια διαφορετική επενδυτική κουλτούρα κι όχι μια αντίληψη μαυραγορίτη που αρπάζει το κόσμημα κι εξαφανίζεται. Τι σημαίνει παραγωγική επινοητικότητα; Οχι μόνο να δεις τι σπανίζει στη διεθνή αγορά, ώστε να το παράγεις, αλλά να δεις τις δυνάμει ποιότητες αυτού που ζητάει η αγορά, ακόμα κι αν η τελευταία δεν τις αντιλαμβάνεται.

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Γιατί όχι προδοσία;

Γιατί όχι προδοσία;

Γιατί όχι προδοσία;
Πολλοί άντρες της ηλικίας μου περάσαμε άγρια στρατιωτική θητεία. Υπηρέτησα 30 μήνες συνοριακή θητεία στο κρίσιμο διάστημα '74-'77, μέσα στο οποίο συνέβη η καρναβαλική επιστράτευση για το άμεσο ενδεχόμενο ελληνοτουρκικού πολέμου, εξαιτίας της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο. Για την ίδια αυτή απειλή γίνονται οι εξοπλισμοί ως σήμερα και έως τους αιώνες των αιώνων! Με τα χρόνια καμαρώνω για κάποιες στρατιωτικές φωτογραφίες μία από τις οποίες δείχνει τη μονάδα τεθωρακισμένων στρατοπεδευμένη Δεκέμβριο μήνα του 1974 στα χωράφια της Θράκης και οι φαντάροι μαζί και με τους αξιωματικούς ζούσαμε σαν τους αρουραίους μέσα σε σκηνούλες 50 πόντους ύψος και από κάτω για στρώμα χόρτα και κλαδιά, κανένα άλλο κατάλυμα, κανένας στεγασμένος χώρος να βάζει κάποιος το κεφάλι του την ώρα των ανέμων και των βροχών.
Δεν καυχόμαστε για ηρωισμό διότι θητεία υπηρετούσαμε, δεν ήμασταν εθελοντές, έτσι μας... έκατσε κατά το κοινώς λεγόμενο, άλλων δυστυχώς τους έκατσε να βρεθούν στην Κύπρο και να σκοτωθούν. Ομως έχουμε το δικαίωμα να νιώθουμε κάτι περισσότερο από οργή, δηλαδή βαθιά πίκρα για τις αποκαλύψεις των τελευταίων ημερών που αφορούν μίζες εξοπλιστικών προγραμμάτων. Η οργή είναι δεδομένη προς τους πολιτικούς και τους επιχειρηματίες που έπεσαν σαν αρπακτικά στη λεία των εξοπλισμών με κριτήριο την κατακύρωση των διαγωνισμών για τα όπλα όχι με βάση την αναγκαιότητά τους και το αξιόμαχο, αλλά το ύψος της μίζας. Ομως πέρα από την οργή υπάρχει η βαθιά θλίψη ότι συνέργησαν ανώτατοι αξιωματικοί, στρατηγοί, με τα ίδια ακριβώς κριτήρια αξιολόγησης και δωροδοκίας.
Είναι αδιανόητο να φανταστεί κάποιος αρχηγό Στρατού και αρχηγό Ναυτικού να δωροδοκούνται στα πλαίσια εξοπλιστικών προγραμμάτων και μάλιστα οι δωροδοκηθέντες (μακάρι να αποδειχθεί αβάσιμο) είχαν τα εύσημα ικανών και ακέραιων αξιωματικών. Δεν το πιστεύουμε, όπως δεν το πίστευαν και οι αρχαίοι Σπαρτιάτες ότι ο βασιλιάς τους Παυσανίας, νικητής των Περσών, άρχισε να δωροδοκείται από τους Πέρσες και το αντιλήφθηκαν με τα μάτια τους όταν οι έφοροι της Σπάρτης κρύφτηκαν στο ιερό κάποιου ναού στο Ταίναρο, όπου κατά τις πληροφορίες της κατασκοπείας τους θα γινόταν δωροδοκία, και δυστυχώς είδαν το αδιανόητο, τον ένδοξο βασιλιά τους να τα... παίρνει από τους εχθρούς! Αυτές οι ατιμωτικές πράξεις της μίζας τουλάχιστον για τους στρατιωτικούς θα πρέπει να δικαστούν με τα σχετικά άρθρα του νόμου που αφορούν την προδοσία της χώρας και όχι με τις διατάξεις περί δωροδοκίας και ξεπλύματος μαύρου χρήματος.

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Ρεμούλα τη ρεμούλα γεμίζεις τη σακούλα...

Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να αναζητήσουμε στα σχολικά αρχεία τις εκθέσεις που έγραφαν μικροί οι κατηγορούμενοι για το σκάνδαλο του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Για να δούμε τι έγραφαν την Ημέρα της Αποταμιεύσεως. Αν είχαν μπει από νωρίς στο πνεύμα. Αν συμπλήρωναν το παραδοσιακό «φασούλι το φασούλι γεμίζεις το σακούλι» με το αποτελεσματικότερο «ρεμούλα τη ρεμούλα γεμίζεις τη σακούλα». Κι αν αντικαθιστούσαν το υδροχαρές πλην μετριοπαθές «σταλαματιά σταλαματιά γεμίζει η στάμνα η πλατιά» με κάτι φρέσκο, λ.χ. «η αποταμίευση δίχως όρια έχει ανάγκη μια εξωχώρια».
Το δεύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να ανανεώσουμε τη διαφημιστική καμπάνια του Τ.Τ. Να μην τη διακόψουμε άρον άρον, όπως θα προτείνουν οι ευαίσθητοι, αλλά να την εμπλουτίσουμε. Να βομβαρδίσουμε το κοινό με αποταμιευτικές συμβουλές. Και επειδή το κοινό αυτό δεν έχει ευρώ να αποταμιεύσει, ας αποταμιεύσει την οργή, τη θλίψη, την ντροπή του – ό,τι προαιρείται. Και τον Μάιο ας καταθέσει το αποταμίευμά του στον μεγάλο κουμπαρά της κάλπης. Φανταζόμαστε πώς νιώθουν από προχθές όσοι πήραν δάνειο όχι για να πάνε διακοπές ή για να κάνουν «χαρούμενες γιορτές», αλλά για να μοιραστούν το κεραμιδένιο όνειρο. Και τώρα τρέμουν. Τρέμουν ότι δεν θα τους πάρουν μόνο το σπίτι (κι ας λένε οι κυβερνητικοί ότι προστατεύονται, τα λόγια δεν είναι ποτέ ακριβά), αλλά θα τους κατασχέσουν και το παπάκι ή το προικώον αγροτεμάχιο ένα δεκάλεπτο με το τηλέφωνο από τη θάλασσα. Και βέβαια δεν φοβούνται μόνο. Εξανίστανται. Ακούνε για τα εκατομμύρια που έφευγαν από τον διαβόητο κορβανά του Δημοσίου και ταξίδευαν στο εξωτερικό, για να μπουν σε λογαριασμούς ευπατριδών ή να μεταποιηθούν σε ακίνητα, και συνειδητοποιούν ότι τίποτα δεν είναι αδύνατο ή εξωφρενικό. Συνειδητοποιούν ότι ο εμπαιγμός είναι άνευ ορίων και η δανειοδότηση άνευ όρων αν ανήκεις στους στύλους του έθνους.