Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

Ενός λαού που είναι εγκλωβισμένος ανάμεσα στα γνωστά πολιτικά προϊόντα και δυσκολεύεται να επιλέξει ή να απορρίψει.

Βολικός ο λαϊκισμός, η ύψιστη μορφή δημοκρατικού φασισμού. Ο εύκολος δρόμος για την κατάκτηση της εξουσίας χωρίς ευθύνες και συνέπεια. Δάνεια αντί παραγωγής. Καταναλωτισμός αντί αποταμίευσης. Ανάλωση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Καμία χρονική περίοδος αλώβητη, για να μην υπάρξει παράπονο. Και όταν το μέλλον γίνεται παρόν, ο άτιμος καιρός που περνά πολύ γρήγορα, όταν πρέπει να αντιμετωπισθεί η πραγματικότητα, όταν πρέπει να γίνουν νέες προσαρμογές σε άγνωστες για το παρελθόν συνθήκες, δημιουργούνται νέα είδη πολιτικού και τηλεοπτικού προϊόντος: ο ρίψασπις, ο υπερβολικά σκληρός, ο υπερβολικά ευαίσθητος, ο επικίνδυνα ακραίος, ο μόνιμα αντιδραστικός, ο κυνικά «ρεαλιστής», ο καταστροφολόγος, ο υβριστής.

Το κάθε πολιτικό προϊόν γίνεται τηλεοπτικό προκειμένου να αυξήσει τις πωλήσεις του. Φαίνεται ότι οι σχεδιαστές πιστεύουν ότι το οτιδήποτε έχει το δικό του κοινό. Και επειδή οι προτιμήσεις του κοινού μεταβάλλονται ανάλογα με τις εξελίξεις, οι νεότεροι κατασκευαστές φαίνεται να πιστεύουν στη λαϊκή αποδοχή ενός προϊόντος, ενός πολιτικού κατασκευάσματος που ταιριάζει απόλυτα με την ηθική και πνευματική ανεπάρκεια του σημερινού πολιτικού μικρόκοσμου.
Το νέο είδος είναι γεμάτο κυνισμό και ωμότητα. Αντιλαμβάνεται τη δημόσια ζωή σαν πεδίο εξάσκησης της αυθαιρεσίας του. Οπλισμένο με την προχειρότητα και τον αυτοσχεδιασμό που αποκαλεί «ειλικρίνεια», εκμεταλλεύεται τις προτιμήσεις ενός τμήματος του τηλεοπτικού κοινού. Ενός λαού που απογοητευμένος από την υποσχεσιολογία και τις καταστροφικές της συνέπειες προτιμά τη σκληρή πραγματικότητα και, αν και θιγόμενος, βλέπει με συμπάθεια τις διαρκείς προσπάθειες για λιτότητα και επαναλαμβανόμενη στέρηση.

Ενός λαού που εκχώρησε τις αρχές της ισονομίας και της ισοπολιτείας σε εκπροσώπους που δεν σέβονται τους θεσμούς που, υποτίθεται, προστατεύουν. Ενός λαού που είναι εγκλωβισμένος ανάμεσα στα γνωστά πολιτικά προϊόντα και δυσκολεύεται να επιλέξει ή να απορρίψει. Ενός λαού που δεν διακρίνει καθαρά τη διαφορά ανάμεσα στην αυστηρότητα και την ωμότητα ή τον κυνισμό.  Ανάμεσα στη νόμιμη διαδικασία και την υπέρβασή της. Ανάμεσα στην πολιτισμένη διαφωνία και τον παροξυσμό. Ανάμεσα στην απόφαση της πλειονότητας και στην καταθλιπτικά επιβαλλόμενη θέληση της ανάλγητης εξουσίας. Διαλέγουν διαδρομές που είναι ανεφάρμοστες στην πράξη και το αποδεικνύουν τα αποτελέσματα. Η εμμονή του κυνισμού: τόσο το χειρότερο για το αποτέλεσμα. Επιμένω στο λάθος μου έστω και αν δεν μπορώ ούτε καν να το εφαρμόσω. Εμμονές σε ό,τι κατέστρεψε την οικονομία: άσκοπη διχόνοια, εντυπώσεις, ψηφοθηρία, λαϊκισμός, κυνισμός, κομματισμός. Με λίγες λέξεις, καθετί που δεν απαιτεί εργατικότητα και παραγωγή. Εμμονή σε όλες τις ικανότητες που «πουλάνε» αλλά δεν έχουν αντίκρισμα. Φαινόμενα των καιρών. 

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Στην πολιτική η οποιαδήποτε αποτυχία ξεπερνιέται. Η γελοιοποίηση όμως σκοτώνει ...

Υποτίθεται πως θα έπρεπε να είχε γίνει απόλυτα κατανοητή από τον πολιτικό κόσμο η ανάγκη αποφυγής συμπεριφορών και πρακτικών που πυκνώνουν τις σκιές οι οποίες βαραίνουν την πολιτική ζωή του τόπου. Και υποτίθεται, επίσης, ότι οι πρώτοι που οφείλουν να ανταποκρίνονται στην υποχρέωση αυτή είναι εκείνοι που είχαν την τύχη να ξεκινήσουν την όποια πορεία τους στην πολιτική πατώντας πάνω στην ασφάλεια μιας βαριάς οικογενειακής παράδοσης.
Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει ο Μιχ. Λιάπης. Ως ανιψιός του Κωνσταντίνου Καραμανλή ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα από τα γραφεία της Προεδρίας της Δημοκρατίας. Εκλέχθηκε βουλευτής χωρίς να ιδρώσει, κατέλαβε υπουργικά αξιώματα χωρίς να χρειαστεί να αποδείξει τίποτα και πραγματικά πίστευε ότι αν είχε το «σωστό» επώνυμο η πολιτική διαδρομή του δεν θα περνούσε μόνο από υπουργικά γραφεία.
Γι΄ αυτό και η χθεσινή σύλληψή του δεν αποτελεί απλώς και μόνο μια πρωτοφανή επιπολαιότητα ή μια απαράδεκτη επίδειξη θράσους, που δυστυχώς χαρακτηρίζει ως νοοτροπία πολλούς εκπροσώπους του πολιτικού κόσμου. Αποτελεί σοβαρό πολιτικό γεγονός. Γιατί για ένα μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης δεν είναι ο Μιχάλης Λιάπης που παρανόμησε αλλά ο ανιψιός του ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας.
Και αυτό που τελικά καταγράφεται δεν είναι ότι κυκλοφορούσε, αν και είχε καταθέσει τις πινακίδες του αυτοκινήτου του, που ήταν και ανασφάλιστο, ούτε φυσικά ότι δεν είχε μαζί του την άδεια οδήγησης ή διέπραξε μια παράβαση. Εκείνο που καταγράφεται είναι ότι είχε κατασκευάσει πλαστές πινακίδες, που σημαίνει ότι δεν υπέπεσε απλώς σε μια επιπολαιότητα της στιγμής, αλλά ενσυνείδητα αποφάσισε και διέπραξε ποινικά κολάσιμες πράξεις. Οι οποίες θα του απέφεραν, μάλιστα, το εξευτελιστικό σε σχέση με το αδίκημα ποσό των περίπου δυόμισι χιλιάδων ευρώ.

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Ολα έχουν τη σημασία τους:

Τα πολιτικά γεγονότα είναι πολλά και πυκνά, δείχνουν ώσμωση μεταξύ χώρων, κινητικότητα προσώπων, κερματισμό και ανασύνθεση. Ολα έχουν τη σημασία τους: η πανηγυρική ανάδειξη του Αλέξη Τσίπρα από την Ευρωπαϊκή Αριστερά σε υποψήφιο πρόεδρο της Κομισιόν, η κίνηση των «58» για αναδιάταξη της Κεντροαριστεράς, η μεγάλη πλειοψηφία που έλαβε ο Φώτης Κουβέλης επανεκλεγόμενος πρόεδρος μιας διχασμένης ΔΗΜΑΡ.
Η σταδιακή αποσάθρωση του ΠΑΣΟΚ, εξαιτίας του Μνημονίου, άφησε κενό χώρο, δηλαδή αδέσποτους εκλογείς και ορφανά κοινωνικά στρώματα. Αυτόν τον πληγωμένο και σαστισμένο μικρομεσαίο κόσμο, την πλειονότητα του εκλογικού σώματος, διεκδικούν ο ΣΥΡΙΖΑ, με όρους μιας νέας ηγεμονίας, αλλά και η ΔΗΜΑΡ, η οποία επανέφερε τον «δημοκρατικό σοσιαλισμό» στη ρητορική της για να διαφοριστεί από την υπό διαμόρφωση Ελιά· και πιο πρόσφατα η Ελιά των «58», με περισσότερα πασοκογενή στοιχεία αυτή, πιο μεταπολιτική και ασαφής ως προς τα κοινωνικά της μηνύματα.
Παρότι όμως οι πολιτικές διεργασίες επιταχύνονται, υστερούν ως προς τις κοινωνικές διεργασίες. Οι πολιτικοί σχηματισμοί κινούνται με εντυπωσιακή βραδύτητα, σε σύγκριση με τις τεκτονικές μετατοπίσεις μέσα στο κοινωνικό σώμα. Δεν καταφέρνουν να στοιχηθούν ευκρινώς με τα νεοπαγή κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα που ανέδειξε η κρίση, κυρίως με την οδυνηρά μετασχηματιζόμενη μεσαία τάξη. Ακόμη και ο παλαιότερος και συμπαγέστερος των προειρηθέντων σχηματισμών, ο ΣΥΡΙΖΑ, αναζητεί ακόμη τον προγραμματικό λόγο που θα καταφέρει να συσπειρώσει την εκλογική κρίσιμη μάζα.
Πέρα από τα εκλογικά ποσοστά: το σημαντικότερο σε αυτήν την ιστορική μετάβαση είναι πώς θα εκφραστούν πολιτικά οι ανάγκες και οι προσδοκίες των πληγέντων από την κρίση. Πώς θα συγκροτηθεί μια συνολική επίγνωση: αφενός μια συνείδηση για τα εγχώρια και διεθνή αίτια, αφετέρου, το κρισιμότερο, μια συνείδηση των αναγκαίων δράσεων για να αναταχθεί η χώρα με όρους συνοχής και δικαιοσύνης.

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Η Ελλάδα είναι αφημένη στη μοίρα όσων δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους ...

Η πολιτική τάξη της Ελλάδας φαίνεται να στερείται το ένστικτο επιβίωσης που θα την οδηγούσε σε μια στοιχειώδη συνεννόηση ώστε να διαφύγουμε από την παγίδα της κρίσης. Οι αδυναμίες και η έλλειψη αυτοπεποίθησης της κυβέρνησης συνασπισμού, καθώς και η εμμονική άρνηση των αντιπολιτευόμενων κομμάτων σε οποιαδήποτε μεταρρύθμιση, απέδειξαν ότι δεν έχουμε κουλτούρα συνεργασίας και συμβιβασμού, ότι ο καθένας επιμένει στις δικές του θέσεις και ας είναι αδιέξοδες. Πώς γίνεται και οι πρωταγωνιστές της δημόσιας ζωής μας να αδυνατούν να αντικρίσουν την πραγματικότητα, ώστε να αντιμετωπίσουν μαζί τους άμεσους κινδύνους, θέτοντας την αντιπαράθεσή τους για λίγο στο περιθώριο;
Για πάνω από τρία χρόνια η πολιτική διαμάχη αφορά το ψευδοδίλημμα «Μνημόνιο ή αντι-Μνημόνιο;». Ετσι αποφύγαμε σοβαρή κουβέντα για το τι σημαίνει η υποστήριξη ή μη των μεταρρυθμίσεων που χρειάζονται ώστε η Ελλάδα να γίνει βιώσιμη, για να δούμε ποιοι είναι πράγματι υπέρ της προόδου και ποιοι επιμένουν να κρατούν τη χώρα στον βάλτο της αποτυχίας. Πέρα από τη σύγχυση περί του Μνημονίου, ουσιαστικότερος παράγοντας του πολιτικού τέλματος είναι η νοοτροπία ότι δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα για να σώσουμε την Ελλάδα –αντιθέτως, μπορούμε να ερωτοτροπούμε με την καταστροφή– επειδή κάποιος άλλος θα το κάνει για εμάς. Παρακολουθώντας την επίμονη άγνοια της πραγματικότητας και την αλαζονεία που επιδεικνύουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, σε συνδυασμό με την αγωνία όσων μελών της κυβέρνησης έχουν επαφή με τους δανειστές, είναι προφανές ότι η Ελλάδα είναι αφημένη στη μοίρα όσων δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους – τις αποφάσεις θα τις πάρουν άλλοι.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Αυτά που βλέπουν το φως τις τελευταίες μέρες για τη φτώχεια και την εξαθλίωση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού.

Το απάνθρωπο, κυριολεκτικά, πρόσωπο των πολιτικών λιτότητας δεν προβάλλει, πλέον, μόνο μέσα από καθημερινές ατομικές, ομαδικές και συλλογικές τραγωδίες. Αποτυπώνεται και σε κάθε είδους στατιστικά στοιχεία. Οπως αυτά που βλέπουν το φως τις τελευταίες μέρες για τη φτώχεια και την εξαθλίωση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού. Επιπλέον, απ' όλα τα σχετικά στοιχεία προκύπτει ότι το τσουνάμι της φτωχοποίησης βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.
Στις συνθήκες αυτές το μέγιστο, φυσικά, είναι ο περιορισμός των καταστροφών, η άμεση αντιμετώπιση των συνεπειών και η αποκατάσταση ενός αξιοπρεπούς κοινωνικού κράτους. Με την ανατροπή των πολιτικών λιτότητας κι όχι με φιλανθρωπίες και ρητορείες για δήθεν μέριμνα υπέρ «ευπαθών και ευάλωτων ομάδων». Θύμα ή υποψήφιο θύμα είναι, πια, η μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας.
Σε ένα άλλο επίπεδο, εξίσου εξοντωτικό με τα προγράμματα λιτότητας, αναπτύσσεται και η «ιδεολογικοποίηση» της φτωχοποίησης. Αρχικώς εκδηλώθηκε με πολλούς τρόπους για την «ασωτία» του παρελθόντος («μαζί τα φάγαμε» και τα συναφή). Κατόπιν διανθίστηκε με κηρύγματα για «ενάρετο βίο» («ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητές μας, με δανεικά κλπ.»).
Τώρα επιχειρείται, μέσα από διάφορους διαύλους χειραγώγησης -συνειδητά ή όχι, αδιάφορο-, να νομιμοποιηθεί η φτώχεια στις αντιλήψεις και τις συνειδήσεις. Να θεωρηθεί ως φυσιολογική και αναγκαία η δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου. Οι αποδοχές πείνας να γίνουν δεκτές ως «φυσιολογικός μισθός», οι συντάξεις - φαντάσματα ως «κανονικότητα», το κοινωνικό κράτος, γενικώς, ως «πολυτέλεια», το δημόσιο αγαθό περίπου ως «αμαρτία» και «απαγορευμένος καρπός».
Η φτωχοποίηση δεν είναι μια ανεπιθύμητη παρενέργεια της εξουσίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ούτε τυχαίο υποπροϊόν των πολιτικών εξόδου από την κρίση. Είναι εργαλείο, όπως ας πούμε αυτό που ονομάζουν «εσωτερική υποτίμηση». Πριν από οτιδήποτε άλλο, πρόκειται για κεντρική επιλογή. Με ζητούμενο την αναδιανομή του πλούτου, παραλλήλως με την «κινεζοποίηση» της εργασίας, που τον παράγει. Μετά την επιβολή της φτώχειας, η αποδοχή, ο μοιρολατρικός συμβιβασμός μαζί της είναι το νέο μεγάλο επίδικο την εποχή της τρέχουσας κρίσης.

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Τι είχες, Γιάννη, τι είχα πάντα!

ΣΤΑ «ΠΑΡΑΘΥΡΑ» θα αναγνωρίσει ο σκεπτόμενος πολίτης αρκετούς και από τις δύο κατηγορίες, αρσενικούς και θηλυκούς… Κάνουν «παράσταση» με τα μάτια γουρλωμένα και τις καρωτίδες πρησμένες. Φλυαρούν ακατάσχετα, ωρύονται εναντίον όλων, χειρονομούν, σκεπάζουν τους συνομιλητές με κραυγές και, αφού ξεθυμάνουν, μπαίνουν στην ουρά για το επόμενο κανάλι… Ολοι τους όμως -θέλουν, δεν θέλουν- σερβίρουν το «πιάτο ημέρας», της επικαιρότητας, δημιουργούν εφήμερες εντυπώσεις, έτσι που η μεν συντριπτική πλειοψηφία των σκεπτόμενων πολιτών να μένει παθητική, η δε των μη σκεπτόμενων να χειραγωγείται κατά τις επιθυμίες του συστήματος, δεόμενη στον Υψιστο «πότε θα κάνει ξαστεριά»!..

ΤΑ ΑΛΛΑ όμως «πιάτα ημέρας», τα πιο οδυνηρά, είναι από τη μια μεριά το κλειστό πανεπιστήμιο με το χαμένο εξάμηνο και με τους γονείς να πληρώνουν για τα γινάτια των καθηγητών και, από την άλλη, η απάνθρωπη καταδίκη χιλιάδων ασθενών να μένουν εγκαταλειμμένοι, χωρίς φάρμακα, χωρίς περίθαλψη, για τα γινάτια των γιατρών. Που σημαίνει ότι στη δημοκρατία μας (ένας Θεός να την κάνει!) αδικούνται οι πολλοί, δηλαδή αυτοί που δεν μπορούν να κάνουν απεργίες, ενώ ασκούν ξέφρενη εξουσία οι λίγοι - πού είσαι, Σωκράτη, να τα ψάλεις στο Σύστημα!

Συμπέρασμα; Τι είχες, Γιάννη, τι είχα πάντα! Και όμως, η λύση δεν είναι μακριά. Σε έξη μήνες ο λαός θα το βροντήξει μια και καλή. Τον Μάιο, με τη διπλή, ίσως και τριπλή προσφυγή στην κάλπη θα κάνει, με το καλό, τη μεγάλη ανατροπή του. Εκτός και αν την αποφασίσει νωρίτερα, με το άγριο!..

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Ενας στους δύο νέους χάνει.

Οι άνθρωποι δεν είχαν δουλειά· δεν είχαν τους λίγους έστω πόρους που προσφέρει μια δουλειά σήμερα ούτε τον αυτοσεβασμό με τον οποίο συνταυτίζεται. Ειδικά στους νέους 15-24 ετών, η ανεργία, 51,9%, επιβεβαιώνει με τον τρόπο του δράματος τη διαφήμιση του λαχείου· «ένας στους δύο κερδίζει»...
Ενας στους δύο νέους χάνει. Ενας στους δύο φρέσκους ανθρώπους, της ηλικίας που τα βιβλία ακόμα την υμνούν ως ηλικία των ονείρων, χάνει εκ προοιμίου σ’ ένα παιχνίδι σημαδεμένο από θεσμούς και μηχανισμούς που δεν μπορεί να τους φτάσει, να τους αγγίξει. Χάνει σε δουλειά, σε όρεξη για ζωή, σε όρεξη για ν’ αλλάξει τη ζωή, τη δική του και των υπολοίπων. Χάνει ακόμα και σε όρεξη να αγαπήσει και να αγαπηθεί, έτσι όπως νιώθει μειωμένος, έκθετος, προσβεβλημένος από την ίδια την πατρίδα του. Με άπραγα τα χέρια και μουδιασμένο το μυαλό, γλιστράει στην αυτολύπηση και στον αρνητισμό, πρώτο θύμα του οποίου είναι ο εαυτός του.
Μια γενιά με σαφώς περισσότερες γνώσεις από τις προηγούμενες, με δύο και τρεις ξένες γλώσσες που κατέχει στ’ αλήθεια (και όχι όπως τις κατείχαν όσοι τα περασμένα χρόνια πλούτιζαν το βιογραφικό τους με τη διαβεβαίωση «ομιλώ απταίστως την Αγγλικήν και την Γαλλικήν» και προσλαμβάνονταν στο Δημόσιο μόνο και μόνο επειδή ομιλούσαν την Κομματικήν), με τα πτυχία, τα διδακτορικά της, τα μάστερ, πάει στράφι. Γιατί στους πλήρως άνεργους πρέπει να προσθέσουμε και όσους ψευτοδουλεύουν ανασφάλιστοι, κάθε δεύτερη ή τρίτη μέρα, και πληρώνονται «έναντι».