Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Η συγκυβέρνηση έδωσε τα ρέστα της για να εισπρά­ξει άλλο ένα μεγαλοπρεπές… φτύσιμο.

Η συγκυβέρνηση έδωσε τα ρέστα της για να εισπρά­ξει άλλο ένα μεγαλοπρεπές… φτύσιμο. Δεν δίστα­σε να εκβιάσει και να περιπαίξει τους ίδιους της τους βουλευτές (διαβεβαιώνοντάς τους ότι χρεο­κοπούμε στις 16 Νοεμβρίου), να γελοιοποιήσει το Σύνταγμα (ερμηνεύοντας τις από καιρού διατυπω­μένες απαιτήσεις των πιστωτών ως έκτακτη και, άκουσον άκουσον, απρόβλεπτη κατάσταση), να ξεφτιλίσει το Κοινοβούλιο (περιλαμβάνοντας στις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου ακόμη και ρυθμίσεις που είχαν απορριφθεί λίγα μόλις 24ωρα πριν από την Ολομέλεια). Κυρίως, όμως, δεν δίστα­σε να ανοίξει διάπλατα τον δρόμο για το ξεπού­λημα όχι μόνο του πλούτου της χώρας, αλλά της εργασίας, του μόχθου, της ίδιας της ζωής του κάθε Έλληνα χωριστά.

Και όλα αυτά, για να λάβει τι ακριβώς; Την «πολιτική δέσμευση» των πιστωτών για την εκταμίευση μι­ας χρωστούμενης «υπερδόσης» - σε δόσεις -, η οποία δεν πρόκειται να λύσει κανένα από τα ουσια­στικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Είναι τουλάχιστον κωμικοτραγικό οι εξελίξεις να παρου­σιάζονται ως «επίτευγμα».

Για να χρησιµοποιήσουµε τα λόγια κάποιου… άλλου: «Είναι ουτοπία να περιμένουμε πως οι δόσεις των δανεικών θα φέρουν την πολυπόθητη ανάπτυξη. Είναι ουτοπία να νομίζουμε ότι η επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα σημάνει ρευστότητα στην αγορά. Απλά θα καλύπτει τις ζημιές από το PSI και τις δικές τους αισιόδοξες εκτιμήσεις του ρίσκου. (…) Είναι ουτοπία να πιστεύουμε ότι η πληρωμή των χρωστούμενων του Δημοσίου θα συνεισφέρει στην ανάκαμψη. Η, σταδιακή μάλιστα, κάλυψη των υποχρεώσεων του κράτους προς τον ιδιωτικό το­μέα αφορά σε μεγάλο βαθμό συγκεκριμένους και λίγους τομείς της οικονομίας, που δεν έχουν τη δυνατότητα να ηγηθούν μίας αναπτυξιακής προσπά­θειας».
 

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Καλό είναι να αγοράζουμε προϊόντα του τόπου μας.

Είναι κάτι ανάμεσα σε μόδα και ανάγκη, σε ιδεολογία και σπέκουλα. Μιλάω για την εμπορεύσιμη ή αγοραία ελληνικότητα και τις σχετικές ρεκλάμες που πληθαίνουν συνεχώς. Δεν πρόκειται για ανάμνηση του «Ο επιμένων ελληΝΙΚΑ», αλλά για επανεμφάνισή του με μελοδραματικότερους όρους: Αγοράστε ελληνικά προϊόντα, εμείς πουλάμε αυθεντικά ελληνικά, και να οι σημαιούλες, και να οι εμβατηριακές προτροπές...
Καλό είναι να αγοράζουμε προϊόντα του τόπου μας. Αρκεί να είναι καλά. Και, επιπλέον, να είναι καλοί στις συναλλαγές τους όσοι τα εμπορεύονται, από την πρώτη πηγή ώς το μπακάλικο. Διότι το πρόβλημα με τις καμπάνιες ελληνικότητας είναι μόνιμο: Καλούμαστε να αγοράσουμε όχι προϊόν αλλά σύμβολο, μια Ιδέα, το πιστοποιητικό πως είμαστε πατριώτες. Καλούμαστε να κρίνουμε αν κάτι αξίζει τα λεφτά του βάσει εθνοϊδεολογίας και όχι με γνώμονα την ποιότητά του: «Το αγοράζω, καλό ή καλό, επειδή είναι ελληνικό». Αλλά έτσι δεν πάμε πουθενά. Οπως δεν πήγαμε και στο παρελθόν, με παρόμοιες καμπάνιες. Και δεν πήγαμε πουθενά γιατί όσα παρουσιάζει σαν αυτονόητα η διαφήμιση δεν είναι και τόσο αυτονόητα. Η προβαλλόμενη εξίσωση ελληνικό = ποιοτικό, δυστυχώς ισχύει μόνο στα ανυπόληπτα μαθηματικά της ιδεοληψίας. Και στα ίδια μαθηματικά έχει αντίκρισμα η «ταυτότητα» Ελλην έμπορος = τίμιος έμπορος. Το ξέρουμε πως, όσο εθνοπρεπές σκόντο κι αν κάνουμε, οι εξισώσεις αυτές δεν αληθεύουν καλά και σώνει. Φυσικά και παράγει εξαιρετικά προοϊόντα η Ελλάδα - κρασιά, τσίπουρα, λάδια, τυριά, αλλαντικά, παπούτσια, αρώματα, κρόκους, σπιρουλίνες, κρεατικά. Και φυσικά έχουμε όφελος όταν τα προτιμάμε. Μόνο που υπάρχουν και κάποιες άλλες εντελώς αφύσικες «φυσικότητες». Η φυσικότητα των μεσαζόντων πρώτη και χειρότερη, εξαιτίας της οποίας το ελληνικό γάλα είναι φτηνότερο στη Γερμανία παρά εδώ. Η φυσικότητα της κουτοπονηριάς έπειτα, αφού όσοι μας προσηλυτίζουν στην αγορά ελληνικών προϊόντων, εμφανίζοντάς τη σαν εθνικό καθήκον, δεν νοιάζονται για το δικό τους καθήκον: Να μειώσουν ελαφρώς τις τιμές (να μειώσουν δηλαδή ελαφρότατα τα κέρδη τους), ώστε να έχουν το δικαίωμα να μας κάνουν μαθήματα φιλοπατρίας.

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Κανείς δεν πιστεύει ότι όλοι αυτοί οι φωστήρες προσπαθούν να βρουν μια λύση για το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας.

Κανείς δεν πιστεύει ότι  όλοι αυτοί οι φωστήρες προσπαθούν να βρουν μια λύση για το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Αν μετά από τόσες προσπάθειες που επί δυο χρόνια καταβάλουν το αποτέλεσμα είναι αυτό που βιώνουμε όλοι , δηλαδή μηδέν, τότε δύο πράγματα συμβαίνουν. Είτε είναι ανίκανοι, είτε αυτή τους η προσπάθεια άλλους έχει σκοπό να ανακουφίσει.
Ενδεχομένως, τους δικούς εγχώριους κομπάρσους  της συγκυβέρνησης να μπορούσε κάποιος να τους χαρακτηρίσει (μεταξύ άλλων) και ανίκανους. Τα έξωθεν αφεντικά τους ωστόσο, δύσκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ανεπαρκείς.
Οι τύποι που λύνουν και δένουν στη χώρα , οι επόπτες και ελεγκτές, είναι επιστήμονες  της καταστροφής (των θυμάτων). Όπου επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους, ο όλεθρος και η καταστροφή επέρχεται αυτόματα. Και στην προκειμένη περίπτωση, στην Ελλάδα, όπως όλοι βλέπουμε και ζούμε, τα έχουν πάει περίφημα:
Ελέγχουν απόλυτα τις πολιτκές μαριονέτες τους
Εχουν τινάξει στον αέρα την οικονομία
Εχουν καταφέρει σε χρόνο ρεκόρ να υποτιμήσουν κάθε αξία (από εργατική δύναμη, μέχρι το τετραγωνικό γης στο Κολωνάκι)  
Εχουν εξασφαλίσει την αιώνια πρόσδεση της χώρας στους τοκογλυφικούς μηχανισμούς.
Όλα αυτά,  προφανώς, ακούγονται ως αποτυχία αν είσαι Ελληνας εργαζόμενος και βιώνεις στο πετσί σου την κατάσταση. Αν όμως είσαι ντόπιος ή ξένος τοκογλύφος που τώρα θα κερδοσκοπήσεις  αγοράζοντας τα ρέστα τζάμπα, μάλλον με άλλο μάτι βλέπεις την δουλειά που ξεκίνησε επί κυβερνήσεως Γ. Παπανδρέου και ολοκληρώνεται σήμερα με τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου της κυβέρνησης Σαμαρά- Βενιζέλου- Κουβέλη.
Η λύση που μας προτείνουν, λοιπόν, είναι δεδομένη, τη βιώνουμε και εύκολα μπορούμε να δούμε που μας οδηγεί (στα μεροκάματα Κίνας και στις συντάξεις Βουλγαρίας).  Θα την αποδεχτούμε ;

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Ξέρουν άλλωστε πως η ελληνική οικονομία κρέμεται από μια κλωστή.

Η ελληνική πλευρά έχει ήδη πράξει τα όσα έχει δεσμευτεί και αναμένει την υλοποίηση των δεσμεύσεων των δανειστών. Που δεν μπορούν να κρύβονται σε… τεχνικά προβλήματα.
Επρεπε και αυτοί από την πλευρά τους να επιλύσουν τις εκκρεμότητες εγκαίρως. Ξέρουν άλλωστε πως η ελληνική οικονομία κρέμεται από μια κλωστή. Και ότι δεν αντέχει άλλο το σύστημα. Καθώς και ότι αν το σύστημα καταρρεύσει θα χαθούν όλα.
Οσο επιτείνουν την εκκρεμότητα τόσο τα προβλήματα θα πολλαπλασιάζονται. Και ειλικρινά άλλα μέτρα δεν μπορούν να εφαρμοστούν.
Δεν αντέχει η ελληνική κοινωνία. Δεν αντέχει άλλωστε και αυτά που ήδη ψηφίστηκαν. Τα νοικοκυριά δεν βγαίνουν, ενώ επικρατεί τρόμος, αφού πλέον κανείς δεν ξέρει τι θα του ξημερώσει.
Απέναντι δε υπάρχει μια Αξιωματική Αντιπολίτευση που ήδη τάζει τα πάντα ενώ ταυτόχρονα απειλεί όσους έλθουν να επενδύσουν. Τάζουν επαναφορά μισθών, τάζουν επαναπροσλήψεις και μιλούν για επανακρατικοποιήσεις. 
Αν στόχος των εταίρων δανειστών είναι η διάσωση της χώρας αυτό πρέπει να γίνει με σχέδιο. Αν αφήσουν τα πράγματα να εξελιχθούν κάνοντας τον αδιάφορο, τότε η κατάσταση θα ξεφύγει.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Αναπόφευκτες είναι και οι αντιδράσεις των θιγομένων.


Αναπόφευκτες είναι και οι αντιδράσεις των θιγομένων. Ακόμη κι αν οι προσλήψεις τους έγιναν κυρίως με πλάγια μέσα και με διαδικασίες που δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με διαφάνεια και αξιοκρατία, θα ήταν αφελές να περιμένει κανείς ότι θα δέχονταν αδιαμαρτύρητα να τεθούν σε διαθεσιμότητα και ό,τι άλλο συνεπάγεται αυτό το μέτρο.
Ωστόσο, εκείνο που δεν θα πρέπει να διαφεύγει από την προσοχή κανενός είναι το γεγονός ότι έναντι των συγκεκριμένων 2.000 εργαζομένων που θα τεθούν σε διαθεσιμότητα, ο ιδιωτικός τομέας έχει να παρουσιάσει εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους και εργαζόμενες που λόγω της κρίσης έχουν καταδικαστεί σε μια ανεργία που τίποτα και κανένας δεν μπορεί να προβλέψει αν και πότε θα αρχίσει σταδιακά να περιορίζεται.
Δεν είναι υπερβολή ότι από τη στιγμή που ξεκίνησε η διαδικασία για την εφαρμογή του μέτρου της διαθεσιμότητας και μέχρι να ολοκληρωθεί, οι προερχόμενοι από τον ιδιωτικό τομέα άνεργοι δεν θα έχουν αυξηθεί μόνο κατά δύο χιλιάδες, αλλά πολύ περισσότερο.
Και φυσικά για όλους αυτούς ούτε πορείες θα έχουν γίνει ούτε καταλήψεις κτιρίων θα έχουν πραγματοποιηθεί. Οι συγκεκριμένοι δύο χιλιάδες είναι οι πρώτοι από τον χώρο του δημόσιου τομέα που θα πληρώσουν με αυτόν τον τρόπο την κρίση. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάει κανείς.

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Εκείνο που ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να μην αντιλαμβάνεται είναι ότι το ανώτατο στάδιο του λαϊκισμού είναι η γελοιότητα.


Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ υποσχέθηκε ν' αποκαταστήσει τους μισθούς και τις συντάξεις στα προ του μνημονίου επίπεδά τους. Την έχει ξαναδιαπράξει την αστειότητα. Που είναι ασύγκριτα μεγαλύτερων διαστάσεων απ' όσο εκ πρώτης όψεως δείχνει. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο πού θα βρει τα χρήματα ο Τσίπρας για να τηρήσει την υπόσχεσή του. Είναι πολύ ευρύτερο.
Για παράδειγμα, με τον ιδιωτικό τομέα τι θα γίνει; Υποθέτω ότι οι υποσχέσεις του αφορούν και τους εργαζόμενους σ' αυτόν. Θα υποχρεώσει και τους επιχειρηματίες ν' ακυρώσουν τις μισθολογικές περικοπές που έχουν κάνει από το 2010 και μετά; Και με τις επιχειρήσεις που έκλεισαν και τις στρατιές των ανέργων που δημιουργήθηκαν, τι θα κάνει; Θα υποχρεωθούν διά νόμου να... ξανανοίξουν και να εφαρμόσουν τα μισθολόγια που ίσχυαν τότε;
Δυστυχώς, εκείνο που ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να μην αντιλαμβάνεται είναι ότι το ανώτατο στάδιο του λαϊκισμού είναι η γελοιότητα. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν κινήθηκε στα όριά της αλλά εισέβαλε ασυγκράτητος στα χωράφια της. Ενσυνείδητα προφανώς και αναπαράγοντας έτσι κάποιες από τις θλιβερότερες πολιτικάντικες πρακτικές που υποτίθεται ότι καταδικάζει και καταγγέλλει.
Εντέλει, εκείνο που ο Τσίπρας και όσοι τον περιβάλλουν κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν είναι ότι οι εποχές που ζούμε δεν αντέχουν τέτοιες αμετροέπειες. Τα εισοδήματα δεν αποκαθίστανται με νόμους, η ανεργία δεν περιορίζεται με προεδρικά διατάγματα και η ανάπτυξη δεν επιτυγχάνεται με επιθέσεις και απειλές εναντίον υποψήφιων επενδυτών. Και ας μην ξεχνάνε στην Κουμουνδούρου ότι ο ελληνικός λαός γνωρίζει πια πως τα όσα βιώνει είναι αποτέλεσμα ανεύθυνων συμπεριφορών και πρακτικών.

Η εικόνα μιας χώρας σε βαθύ διχασμό, αντιλήψεων και προσανατολισμού.

Η εικόνα μιας χώρας σε βαθύ διχασμό, αντιλήψεων και προσανατολισμού. Από τη μία, η νεότερη γενιά που αναζητεί την προοπτική εκεί όπου πιστεύει ότι μπορεί να την συναντήσει: σε κοινωνίες καλύτερα οργανωμένες, πιο εύρωστες και ασφαλείς. Φεύγουν, βέβαια, εξαναγκασμένοι από μια πατρίδα «αφιλόξενη», σε κρίση και σε σύγχυση: ιδεολογική, ηθική, θεσμική και οικονομική. Η μετάβαση στη Γερμανία δεν είναι ακριβώς εκούσια. Είναι (και) επιλογή από αδιέξοδο. Από την άλλη, εργαζόμενοι και συνδικαλιστές που βλέπουν τον «κόσμο τους» να καταρρέει. Κι επειδή τα τσουβαλιάσματα, ένθεν κακείθεν, δεν οδηγούν πουθενά, ας μη θεωρήσουμε ότι εκπροσωπούν μόνο το κράτος της συναλλαγής και των άκοπων προνομίων, αλλά ότι ανάμεσά τους βρίσκονται και εκείνοι που δούλευαν τον μισθό τους έως το τελευταίο ευρώ. Τώρα, η διάλυση της χρεοκοπημένης Αυτοδιοίκησης τους εξοργίζει. Ποιος φταίει; Μα, ασφαλώς, οι Γερμανοί. Αυτοί οι «σύγχρονοι καταχτητές και οι επίδοξοι συνεργάτες τους». Η αποτυχία του εγχώριου συστήματος διακυβέρνησης χρεώνεται στον κ. Φούχτελ ή εκπροσωπείται από τον κ. Ομπερμάγιερ (ο οποίος παρεμπιπτόντως από το 2010, που τοποθετήθηκε στη θέση του προξένου, ενίσχυε με κάθε τρόπο την ελληνογερμανική συνεργασία). Σαν αυτοί να διόριζαν ή να έκαναν τα στραβά μάτια στην αργομισθία.
Από τη μία, η Ελλάδα που δοκιμάζει τις δυνάμεις της, τα αδιαμφισβήτητα προσόντα της, τα όριά της, σε ένα περιβάλλον ανταγωνιστικό αλλά και αξιοκρατικό. Από την άλλη, η Ελλάδα που πιστεύει ότι η μοίρα της είναι δεμένη με κάθε συνδικαλιστικό εκπρόσωπο που αποδίδει τη βαρβαρότητα «σε συναισθηματική φόρτιση των εργαζομένων». Με όποιον χαϊδεύει αυτιά και τροφοδοτεί ισοπεδωτικά στερεότυπα και καταστροφικά αδιέξοδα. Γιατί έτσι έμαθε κι εκείνος να πορεύεται, να εκλέγεται. Κολακεύοντας τα ευκολότερα και ταπεινότερα ένστικτά μας. Δηλαδή, τη χρεοκοπία μας.