Σάββατο 6 Αυγούστου 2016

Μπορεί να ζει ένα κράτος με συνεχείς διαρροές;

Η σκέψη είναι πολύ απλή: πώς μπορεί να ζει ένα κράτος με συνεχείς διαρροές; Οι νέοι επιστήμονες φεύγουν, τα χρήματα φεύγουν (η φοροδιαφυγή απογειώθηκε μαζί με την υπερφορολόγηση), οι καταθέσεις έχουν φύγει, οι επιχειρήσεις φεύγουν, οι επενδύσεις φεύγουν… οι μετανάστες, κι αυτοί, θα ήθελαν απεγνωσμένα να φύγουν αν μπορούσαν. Τι μένει; Εύκολο. Τα χειρότερα και τα πιο δύσκολα στη διαχείρισή τους. Μαζί με κάθε άλλο παρά επωφελή για το μέλλον μας συναισθήματα και συνήθειες: φόβος, μίσος, χλεύη, ιδεοληψία, θεωρίες συνωμοσίας… Και βέβαια άρνηση, διαρκή προσκόμματα και αντιστάσεις σε όποια προσπάθεια αποκοπής από συνήθειες του παρελθόντος που δοκιμάστηκαν και αποδείχθηκαν καταστροφικές. Αυτό ως γενική αίσθηση, γιατί αν αρχίσει να παραθέτει κανείς παραδείγματα, χάνεται στην περιπτωσιολογία των, εξαντλητικών στην επανάληψή τους, επιμέρους επιχειρημάτων. Κι αυτό είναι, ίσως, το πιο ασφυκτικό: η δίνη της επανάληψης. Είτε μιλάμε για την επένδυση στο Ελληνικό είτε για την κατασκευή τεμένους.

Μέχρι στιγμής η κυβέρνηση διακηρύσσει την αποστροφή της για το «παλιό πολιτικό σύστημα», βαδίζοντας στον δρόμο που εκείνο έχει χαράξει. Η ειρωνεία αυτή είναι η πιο φαντασμαγορική (αυτ)απάτη. Γιατί οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έναν, τον ίδιο, τρόπο άσκησης εξουσίας γνωρίζουν και αυτόν επαναλαμβάνουν, συνέβαλαν και στο παρελθόν, από άλλες θέσεις, στην ενδυνάμωσή του και τώρα, ως κυβέρνηση, φροντίζουν για την πιστή αναπαραγωγή του.

Η επικαιρότητα της τελευταίας εβδομάδας κινήθηκε ανάμεσα στο κόκκινο και στο γκρίζο. Ανάμεσα σε «κόκκινα» δάνεια και γραμμές που «δεν καταπατώνται», ανάμεσα σε παλινδρομήσεις και αδιευκρίνιστες θέσεις ακόμη και για προφανή θέματα, όπως οι καταλήψεις εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, δημόσιων ή ιδιωτικών κτιρίων.

Τι παράγει όλη αυτή η συνθήκη; Φτώχεια. Οικονομική, πνευματική, συναισθηματική. Δεν αδειάζουν μόνο τα ταμεία, η χώρα από μυαλά και ιδέες, αλλά και οι ψυχές από αποθέματα κουράγιου και ενέργειας.

Η παρακμή δεν κάνει μόνο βίαια αισθητή την παρουσία της. Εξάλλου, το έχουμε ζήσει κι αυτό. Εχει κάτι νανουριστικό, υπνωτίζει και εξουθενώνει, καθώς το «όλο και λιγότερο» στο οποίο οφείλει να προσαρμοστεί κανείς, η διαρκής έκπτωση, δεν είναι ένα εξαργυρώσιμο κουπόνι. Δεν προσδοκάς το καλύτερο, αναμένεις την επόμενη μείωση, την επόμενη υποβάθμιση. Η προσαρμογή στο «λιγότερο» γίνεται δεύτερη φύση. Ενα νέο είδος Νεοέλληνα κάνει την εμφάνισή του, με ασαφή και συγκεχυμένα ακόμη χαρακτηριστικά.

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2016

Η χώρα πρέπει να κυβερνηθεί, αποτελεσματικά.

Συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά τη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με την εξουσία. Κάτι που εν πρώτοις μοιάζει παράδοξο ή και σχιζοφρενές, αλλά ίσως και να μην είναι έτσι ακριβώς. Ερχονται στιγμές που ο κομματικός μηχανισμός (Νεολαία κτλ.), αλλά και σε επίπεδο κυβερνητικών στελεχών και βουλευτών, στρέφεται δημοσίως εναντίον της κυβέρνησης. Ειδικά μετά την περίφημη «κυβίστηση» του περασμένου καλοκαιριού, και ιδίως μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, είδαμε, διαβάσαμε μηνύματα και ανακοινώσεις από την Κουμουνδούρου, καθώς και από στελέχη, μέσα από τα οποία εκφραζόταν η αντίθεσή τους στις κυβερνητικές πολιτικές.

Το πιο φρέσκο παράδειγμα είναι η αντίδραση του κόμματος απέναντι στην απόφαση εκκένωσης καταλήψεων στέγης στη Θεσσαλονίκη. Είχαν προηγηθεί και άλλα τέτοια περιστατικά. Η Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ, εξάλλου, συχνά εκφράζεται αρνητικά για κυβερνητικές πολιτικές και πρακτικές, είτε φτάνοντας στο σημείο να συμμετέχει σε μεγάλες πορείες είτε καταδικάζοντας, π.χ., τον κ. Μουζάλα επειδή ζήτησε πρόσφατα συγγνώμη από τον κ. Δένδια σχετικά με το προσφυγικό.

Αντιρρήσεις έχουν, φυσικά, εκφραστεί στο παρελθόν και από στελέχη (σπανιότερα Νεολαίες) άλλων κομμάτων που βρέθηκαν στην εξουσία, τόσο στη Ν.Δ. όσο και στο ΠΑΣΟΚ. Εδώ όμως έχουμε κάτι άλλο· πιο θορυβώδες, περισσότερο κραυγαλέο. Με μια διαφορά: σε ό,τι αφορά στελέχη και βουλευτές, τα πάντα εξαντλούνται στη ρητορική ή σε δημόσιες δακρύβρεχτες εξομολογήσεις («πονάει η ψυχή μου» κ.ο.κ.). Οι παραιτήσεις για λόγους ευθιξίας είναι απειροελάχιστες συγκριτικά με τα διάφορα αγωνιστικά και οργισμένα που δηλώνονται κατά καιρούς.

Κάτι ανάλογο ισχύει και με τις έντονες αντιδράσεις των Νεολαίων. Κουβέντα να γίνεται χωρίς να συμβαίνει κάτι ουσιαστικό. Οπότε, ως κυβέρνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει αυτή την ιδιότυπη μνημονιακή πολιτική, που ως αντιπολίτευση καταδίκαζε με όλους τους τρόπους και τα μέσα.

Αντίφαση; Εσωτερικός διχασμός; Οχι και τόσο. Οι άνθρωποι αυτοί προέρχονται από μια δεξαμενή πολιτικής σκέψης σύμφωνα με την οποία, η κυβέρνηση –η εξουσία– πρέπει να ταυτίζεται με τον λαό. Για την ακρίβεια, η εξουσία είναι ο λαός με έναν ανάλογο τρόπο που τα Σοβιέτ, το «Κόμμα», ήταν (υποτίθεται) ο λαός.

Σήμερα ξέρουμε καλά σε ποιο βαθμό όλο αυτό το θολό κατασκεύασμα είναι φενάκη, φρεναπάτη. Και πόσο υποκριτικό επίσης: η όποια ταύτιση με τον λαό εξαντλείται στη ρητορική, στη θεωρία, στη συνθηματολογία. Γι’ αυτό και οι όποιες εσωτερικές αντιδράσεις γίνονται αποδεκτές από την κεντρική εξουσία –το Μαξίμου– με «συντροφική» κατανόηση. Ισως ο πυρήνας της εκτελεστικής εξουσίας αυτήν τη στιγμή να αντιλαμβάνεται πόσο γραφικά είναι όλ’ αυτά – και πόσο βολικά επίσης όσον αφορά την προς τα έξω εικόνα μιας δημοκρατικής, κατεξοχήν λαϊκής κυβέρνησης. Εν τω μεταξύ, φυσικά, η χώρα πρέπει να κυβερνηθεί, αποτελεσματικά. Οχι με λόγια, αλλά με πράξεις.

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Η χώρα χάνει διαρκώς ευκαιρίες .

Η αέναη συζήτηση για τις αιτίες υπαγωγής της Ελλάδας σε καθεστώς μνημονίου και σκληρής επιτήρησης από τους δανειστές - εταίρους της χώρας είναι χαρακτηριστική των αιτίων που οδήγησαν στην πτώχευση της χώρας. Και αυτά δεν είναι άλλα από την αδυναμία του πολιτικού προσωπικού να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Σε μια χώρα που αρέσκεται σε θεωρίες συνωμοσίας, αλλά και έναντι πολιτών που έχασαν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους και δοκιμάζονται σκληρά από την επταετή, πλέον, οικονομική κρίση, οι εύκολες απαντήσεις είναι πάντοτε πιο ελκυστικές. Είναι πολύ πιο σύνθετο και άρα αναποτελεσματικό να ερμηνεύσει κάποιος τα ταμειακά και διαρθρωτικά προβλήματα αλλά και τις εις βάθος πολιτικές ευθύνες που οδήγησαν στο αδιέξοδο. Αντιθέτως, είναι πολιτικά αποτελεσματικό και κοινωνικά εύπεπτο το όποιο πρόβλημα να προσωποποιηθεί.

Οπως, λοιπόν, για την υπαγωγή της Ελλάδας στο μνημόνιο ευθύνεται ο Ανδρέας Γεωργίου, έστω κι αν ανέλαβε την Ελληνική Στατιστική Αρχή αφού ο Γ. Παπανδρέου είχε υπογράψει το πρώτο μνημόνιο, έτσι για όσα ακολούθησαν έφταιγαν, εκτός από τον Παπανδρέου προφανώς, ο «τραπεζίτης» Παπαδήμος, οι «μερκελιστές» Σαμαράς και Βενιζέλος, ο «δοτός» Στουρνάρας κ.ο.κ.

Στον αντίποδα, η λύση ήταν και πάλι προσωποποιημένη και όχι πολιτική. Ο Τσίπρας «που είναι νέος και αντιστέκεται», ο Καμμένος «που αποκαλύπτει τη συνωμοσία εις βάρος της χώρας». Το εντυπωσιακό, δε, είναι ότι ακόμη και μετά την προσχώρηση των νυν κυβερνώντων στο μνημονιακό στρατόπεδο, η αντιπαράθεση συνεχίζεται με όρους παρελθόντος. Αρκεί κανείς να ακούσει τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στα τηλεοπτικά παράθυρα για να πειστεί.

Το αποτέλεσμα όλου αυτού είναι επί χρόνια ο δημόσιος διάλογος να αναλώνεται σε τέτοιου είδους απλοϊκές ερμηνείες και σε μάχες φραστικών χαρακωμάτων. Οι ρόλοι προϋπήρξαν και οι μετά το 2009 πρωταγωνιστές επέλεξαν τον ρόλο που τους εξυπηρετούσε προκειμένου να φτάσουν στην εξουσία, μόνον και μόνον για να τον αλλάξουν με τον ρόλο που επέκριναν μέχρι να κερδίσουν τις εκλογές.

Η χώρα χάνει διαρκώς ευκαιρίες για μια ουσιαστική ανάλυση των (συνολικών και κατά κυβέρνηση) λαθών της και, ως εκ τούτου, απομακρύνεται διαρκώς η επίτευξη μιας ελάχιστης κοινωνικής συμφωνίας για την εφεξής πορεία της Ελλάδας και την υπέρβαση των μνημονίων. Αυτό βέβαια ουδόλως εκπλήσσει. Οταν η λειτουργία βασικών θεσμών του κράτους εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο, η απαίτηση ενός ουσιώδους διαλόγου και μιας ψύχραιμης αναζήτησης λαθών ή ευθυνών μοιάζει με πολυτέλεια.

Ως εκ τούτου, η συζήτηση επιστρέφει ξανά στα εύπεπτα. Οχι στην ενδεχόμενη ανικανότητα των κυβερνώντων αλλά στη συνειδητή μηχανορραφία προκειμένου η χώρα να τεθεί υπό τον ξένο ζυγό. Οχι στα πραγματικά δεδομένα της οικονομίας αλλά στη δολοπλοκία προκειμένου η Ελλάδα να γονατίσει ακόμη περισσότερο απέναντι στις πιέσεις των δανειστών. Οχι σε μια γνήσια αυτοκριτική αλλά στην υπόδειξη του άλλου ως υπευθύνου για τα σημερινά δεινά. Υπό αυτό το πρίσμα, ο όποιος Ανδρέας Γεωργίου αποτελεί το ιδανικό καύσιμο για την αναζωπύρωση της αντιπαράθεσης. Οι όποιοι χειρισμοί του θα κριθούν, και ορθώς, από τη Δικαιοσύνη μετά την απόφαση του ΣτΕ να ανακαλέσει μέρος του απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών. Tι σημαίνει αυτό; Οτι ο Γεωργίου, και ο όποιος στη θέση του, μπορεί να απαλλαγεί ξανά με βούλευμα, μπορεί να δικαστεί, μπορεί να αθωωθεί ή να κριθεί ένοχος. Ομως η εικόνα που επιχειρείται να οικοδομηθεί, ότι ο Γεωργίου πάτησε το κουμπί παραποίησης των οικονομικών στοιχείων δεσμεύοντας τη χώρα στα μνημόνια, όχι μόνον αδικεί τις θυσίες του ελληνικού λαού αυτά τα χρόνια αλλά, δυστυχώς, προοιωνίζεται –εφόσον κυριαρχήσουν τέτοιες αντιλήψεις– και νέες περιπέτειες. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ας εκδώσουμε τον Γεωργίου σε Λισσαβώνα, Δουβλίνο και Λευκωσία να αναλάβει και την ευθύνη των εκεί μνημονίων. Αλλά ξέχασα, οι τρεις έχουν ήδη κάνει τα πρώτα τους βήματα εκτός μνημονίων...
Έντυπη

Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

Ιουλιανές κυβερνητικές πιρουέτες.

Τον Ιούλιο που μόλις πέρασε, τα γεγονότα στην Ευρώπη και στον περίγυρό της ήταν τρομακτικά και δυστυχώς είχαν και ανθρώπινα θύματα. Ο ισλαμοφασιστικός ζόφος εγκαταστάθηκε πλέον στο κέντρο της Ευρώπης, ενώ στην Τουρκία, ένα οπερετικό αλλά πολύνεκρο πραξικόπημα έγινε η αφορμή για την επιστροφή του ακραίου ανατολικού δεσποτισμού και αυταρχισμού. Τα καταιγιστικά αυτά γεγονότα, εκτός από τις τραγικές απώλειες, την ανασφάλεια των πολιτών και την αταξία στην ευρύτερη περιοχή, έχουν ως αποτέλεσμα και μάλιστα διαρκείας τη σκληρή δοκιμασία των αντοχών και των ορίων της ευρωπαϊκής δημοκρατίας και των πολιτισμικών κατακτήσεών της.
Οι Eλληνες όμως, τον Ιούλιο, εκτός από αυτά, βίωσαν και τον ιδιάζοντα κυβερνητικό τακτικισμό. Ο ΣΥΡΙΖΑ, για τον οποίο προέχει πλέον η παραμονή του στην εξουσία, με πρόσχημα έναν νέο εκλογικό νόμο, επιχείρησε να δημιουργήσει προσκόμματα στο πρώτο κόμμα των επόμενων εκλογών, που μάλλον θα είναι η Νέα Δημοκρατία. Παρόλο που η, αποτυχημένη τελικά, προσπάθεια επενδύθηκε με τη γνωστή «αριστερή» ρητορική, ήταν μια κλασική πολιτικάντικη παλαιοκομματική συμπεριφορά. Η κυβέρνηση, εκτός από την αγωνία της παράτασης της εξουσίας της, δεν έχει κανένα ορατό σχέδιο για την ανασυγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας.
Αρκείται στις συνεχείς διακηρύξεις για την αλλαγή του πολιτικού συστήματος, ενώ αφήνει άθικτες τις διάχυτες αντιπαραγωγικές και ανορθολογικές ιδεολογίες και νοοτροπίες και βέβαια τις προσοδοθηρικές σχέσεις διαφόρων κοινωνικών κατηγοριών και συντεχνιών με το κράτος. Eτσι οι ιουλιανές κυβερνητικές πιρουέτες συνεχίστηκαν με τις προτάσεις για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Η διατύπωσή τους ήταν πομπώδης και πανηγυρική.
Εκτός όμως από τις ώριμες και αποδεκτές απ' όλους θέσεις για την αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής και την αλλαγή των διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών, όλες οι άλλες ήταν άνευ ουσίας. Απουσιάζει κάποια πρόταση για μη κυβερνητική επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και είναι εμφανέστατη η αμήχανη υποχώρηση στο ζήτημα του χωρισμού Κράτους - Εκκλησίας.
Αντί δε να απλοποιήσουν το κοινοβουλευτικό σύστημα, το φορτώνουν με την ενδεχόμενη εκλογή του Προέδρου από τον λαό και με τον συνακόλουθο κίνδυνο δυαρχίας, όπως και με νέα γνωμοδοτικά όργανα για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων.
Στις προτάσεις δε φαίνεται να κυριαρχεί ένας «συνταγματικός λαϊκισμός» με την πληθωριστική πρόβλεψη και καθιέρωση δημοψηφισμάτων και την, διά αυτού του τρόπου, κολακεία του λαού και τη δήθεν εφαρμογή αμεσοδημοκρατικών θεσμών. Παραβλέπουν όμως ότι έτσι το πολιτικό σύστημα είναι ευάλωτο στην πίεση πλειοψηφικών συντηρητικών αντιλήψεων. Παραβλέπουν επίσης, στο πλαίσιο του ίδιου λαϊκισμού, την αδυναμία οικονομικής υποστήριξης της συνταγματικής κατοχύρωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

Το πολιτικό τοπίο βρίσκεται υπό διαμόρφωση.

Η Μεταπολίτευση δεν ήταν επινόηση. Ούτε πολιτική ή διανοητική αναζήτηση. Συμπύκνωνε τις αλλαγές και τομές στο πολιτικό, κοινωνικό και ιδεολογικό περιβάλλον. Πρωτίστως, σηματοδότησε την ανάδυση δύο ισχυρών ρευμάτων με διακριτές σημάνσεις και αναφορές αλλά και ικανούς πρωταγωνιστές. Η Κεντροδεξιά με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και η Κεντροαριστερά με τον Ανδρέα Παπανδρέου απέκτησαν υπόσταση, εμβέλεια και συνδέθηκαν με μεγάλα διακυβεύματα. Η νέα Μεταπολίτευση που επαγγέλθηκε ο πρωθυπουργός δεν θα θεμελιωθεί με τις προωθούμενες συνταγματικές αλλαγές ή με την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική. Είναι συνυφασμένη με την ανασύνθεση των δύο χώρων καθώς και με τους πρωταγωνιστές που θα την ενσαρκώσουν. Οι διεργασίες που εκτυλίσσονται δείχνουν ότι το πολιτικό τοπίο βρίσκεται υπό διαμόρφωση. Ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά του παραμένει ζητούμενο.
Η Κεντροδεξιά, μετά την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της ΝΔ, επιχειρεί την ανατοποθέτησή της, αναζητώντας καινούργια ταυτότητα. Καθόλου εύκολο εγχείρημα, καθώς προσκρούει στην υστέρηση και στον συντηρητισμό ενός μαρμαρωμένου μηχανισμού. Δύσκολα αφομοιώνεται από τις δυνάμεις του η μεταρρυθμιστική επαγγελία του Κ. Μητσοτάκη. Η εικόνα και ο λόγος του κόμματος βρίσκονται σε δυσαρμονία με τον πρόεδρό του. Γι’ αυτό και ο ίδιος θα κριθεί από την ικανότητά του να προσδώσει νέα υπόσταση στον κεντροδεξιό χώρο, υπερβαίνοντας λογικές συγκερασμού. Eτσι ενισχύει και τον δικό του πρωταγωνιστικό ρόλο. Aλλωστε, το συγκριτικό του πλεονέκτημα είναι ότι εκφράζει μια διαφορετική στρατηγική για την παράταξή του.
Η κυρίαρχη επί δεκαετίες Κεντροαριστερά από την άλλη βρίσκεται σε εξαιρετικά ρευστή κατάσταση. Η κοινωνική και εκλογική της βάση πολυδιασπάστηκε. Το μεγαλύτερο τμήμα της μεταπήδησε στον ΣΥΡΙΖΑ. Το άλλοτε κραταιό ΠΑΣΟΚ επλήγη ανεπανόρθωτα. Ταυτόχρονα, αποψιλώθηκε από ικανά και επαρκή στελέχη, ενώ η πρόεδρός του αδυνατεί να θεμελιώσει νέα πολιτική παρουσία. Η επιχειρούμενη προσπάθεια για συμπόρευση των δυνάμεων του ενδιάμεσου χώρου, ακόμη κι αν ευοδωθεί, δεν θα βρει την απαιτούμενη ανταπόκριση. Ούτε θα ανατρέψει τα δεδομένα που διαμορφώθηκαν. Η απουσία ηγετικής προσωπικότητας συνιστά απολύτως ανασταλτικό παράγοντα.
Οι αναδιατάξεις -πολιτικές, κομματικές- επιτρέπουν στον Αλ. Τσίπρα να αναζητά τον δικό του ρόλο και λόγο. Παρά τη φθορά του, εξαιτίας της πρωθυπουργίας του, στην πραγματικότητα παραμένει ισχυρός παίχτης. Η στροφή του στον ρεαλισμό, αν και βρίθει αντιφάσεων και αμφισημιών, του προσφέρει την ευκαιρία να εδραιώσει τη θέση του στην Κεντροαριστερά. Βέβαια κάτι τέτοιο απαιτεί την πλήρη και ουσιαστική μεταστροφή του, την εγκατάλειψη των γνωστών του μονομερειών και κυρίως την απεξάρτησή του από τον ιδεοληπτικό και αναχρονιστικό ΣΥΡΙΖΑ. Η νέα Μεταπολίτευση προϋποθέτει τον εκσυγχρονισμό της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς και τον συγχρονισμό τους με τις ανάγκες και απαιτήσεις της εποχής. Δεν θα επέλθει με κόμματα - κακέκτυπα του παρελθόντος.

Κυριακή 31 Ιουλίου 2016

Το πόσο άβολα νιώθουν πολλοί Ελληνες.

Το πόσο άβολα νιώθουν πολλοί Ελληνες μακριά από την προστασία της κρατικής ομπρέλας φαίνεται και από την αντίληψη που έχουν περί ελεύθερου ανταγωνισμού. Η πιο συνήθης δικαιολογία έχει να κάνει με τη διάτρητη «αξιοκρατία». Θέλουν «σιγουριά», δηλαδή απουσία ελέγχου και κριτικής. Στασιμότητα για όλους.

Γνωστά όλα αυτά, και θλιβερά, και ακόμη πιο απογοητευτικά όταν οι συνδικαλιστές των ιδιωτικών εκπαιδευτικών «χαιρετίζουν» τις προθέσεις Φίλη για ισοπέδωση των ιδιωτικών σχολείων και διασφάλιση ώς ένα σημείο της θέσης τους ασχέτως αξιολόγησης. Θεωρώ ότι εκφράζουν μια μειοψηφία, αλλά η αντίληψη αυτή είναι διάχυτη. Ο ελεύθερος, δημιουργικός και συναρπαστικός κόσμος του ανταγωνισμού για τους περισσότερους Ελληνες είναι «ζούγκλα». Για άλλους είναι «μεσαίωνας». Δεν είναι τυχαίο ότι οι ακρότητες του ΣΥΡΙΖΑ όλο το διάστημα της διακυβέρνησης είναι κοινωνικά ανεκτές από όλους όσοι έχουν μεγαλώσει με τη διαβεβαίωση της προστασίας κάθε ανικανότητας και του κανακέματος κάθε οπισθοδρομικής συμπεριφοράς.

Ευτυχώς, όλα αυτά τελειώνουν, αργά ή γρήγορα. Διότι ο λογαριασμός θα είναι κοινός για όλους και περισσότερο θα πληγούν όσοι πίστευαν ότι θα περάσουν τη ζωή τους εις βάρος της κοινωνίας. Αυτό που επιχειρεί ο ΣΥΡΙΖΑ, με το αδελφό κόμμα των ΑΝΕΛ, με το οποίο έχει στενή ιδεολογική συγγένεια και κοινό σκοπό την άλωση της αστικής δημοκρατίας, πιθανόν θα αποτύχει προσκρούοντας στις κωμικοτραγικές αντιφάσεις του ερασιτεχνικού λαϊκισμού. Ωστόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ επιθυμεί να μεταβάλει τους συσχετισμούς της κοινωνίας. Εχει σχέδιο να ανατρέψει προς όφελος της μακροημέρευσής του αυτό που ο ίδιος αντιλαμβάνεται ως «αστικό τρόπος ζωής» και να οργανώσει την κοινωνία με βάση τρεις ομάδες: τη συμπαγή μάζα των ψηφοφόρων του, την οποία ελπίζει να συντηρεί με διχαστική γλώσσα μέσα από τη δεξαμενή του Δημοσίου, τους ιδεολογικούς δορυφόρους σε μικρότερα κόμματα και συμμαχίες που ασπάζονται τον λαϊκισμό, τον εθνικισμό ή το ταξικό μίσος, όπου εμφανίζεται κυρίαρχος άρα και απαραίτητος, και, τέλος, τη νέα «ελίτ», μέσα από τα νέα δίκτυα διαπλοκής, αλληλεξάρτησης και νέου χρήματος. Αυτό το σχέδιο, άλλωστε, είναι κοινό σε όλα τα συστήματα λαϊκισμού. Αλλά για να επιτύχει, έστω εν μέρει, απαιτούνται χρόνος και ευελιξία χειρισμών. Και τα δύο απουσιάζουν.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Οι συμμαχίες είναι μάλλον πρόσκαιρες.

Χρήσιμα συμπεράσματα ως προς τη διάταξη του πολιτικού σκηνικού βγαίνουν από τις τελευταίες συζητήσεις στη Βουλή (εκλογικός νόμος και πρόταση για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για τα όσα έγιναν το καλοκαίρι του 2015). Ο κ. Τσίπρας απέτυχε να διεμβολίσει τα κόμματα της Κεντροαριστεράς και τελικά το μόνο που κέρδισε ήταν την πρόσκαιρη (;) συμπαράσταση του κ. Λεβέντη και της Ενωσης Κεντρώων. Για τον κ. Μητσοτάκη η εικόνα είναι διαφορετική. Το ΠΑΣΟΚ και το «Ποτάμι» τήρησαν την ίδια γραμμή με τη ΝΔ, γεγονός που έδωσε την ευκαιρία στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης να μιλήσει για την ανάγκη συνένωσης των φιλο-ευρωπαϊκών δυνάμεων της χώρας.
Πρόκειται για έναν σταθερό άξονα; Πιθανότατα όχι, καθώς και η κυρία Φ. Γεννηματά και ο κ. Στ. Θεοδωράκης θέλουν να κρατήσουν διακριτές διαφορές από τη ΝΔ, κάτι που θα φανεί το επόμενο διάστημα. Ωστόσο στο κρίσιμο ζήτημα του εκλογικού νόμου η κοινή πορεία που ακολούθησαν τα τρία αυτά κόμματα της αντιπολίτευσης αξίζει να σημειωθεί.
Ούτε όμως για την κυβέρνηση και τον κ. Τσίπρα η συμμαχία με τον κ. Λεβέντη πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Ο πρόεδρος της Ενωσης Κεντρώων ήταν από τους πρώτους που ζήτησαν οικουμενική κυβέρνηση με την ταυτόχρονη αλλαγή του προσώπου του πρωθυπουργού. Οσο δε τα οικονομικά προβλήματα θα εντείνονται τόσο πιο δύσκολο θα είναι για ένα νέο κοινοβουλευτικό κόμμα να στηρίζει την κυβέρνηση...
Οι συμμαχίες είναι μάλλον πρόσκαιρες, αλλά μπορούν να δώσουν και μια γεύση για το τι θα συμβεί στην πορεία προς τις κάλπες, οποτεδήποτε και εάν αυτές στηθούν. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει ως μόνο σύμμαχο τους ΑΝΕΛ και απέναντί του όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Η ΝΔ θα ακολουθήσει τη δίκη της πορεία στον χώρο της Κεντροδεξιάς, αλλά το βλέμμα των στελεχών της θα είναι στραμμένο και στις μετεκλογικές συνεργασίες. Εκεί οι επιλογές είναι συγκεκριμένες και γι’ αυτό θα επιχειρηθεί άμεσα η οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης σε ένα ρευστό πολιτικό σκηνικό.