Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Η επόμενη μέρα για τη ΝΔ


Η εκκρεμότητα επιτέλους έληξε. Οι φίλοι και ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας ανέδειξαν αρχηγό της συντηρητικής παράταξης τον Κυριάκο Μητσοτάκη επικροτώντας προφανώς την προεκλογική του διακήρυξη για ένα νέο και ριζικά ανανεωμένο κόμμα, ικανό να ανταποκριθεί στα προβλήματα της εποχής και να επανακτήσει τη δυναμική παλαιότερων εποχών.
Αντικειμενικά η επόμενη μέρα διαμορφώνει ένα νέο πολιτικό τοπίο το οποίο δεν περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στον χώρο της ΝΔ. Εκεί, με δεδομένη και τη στάση του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, ούτε κλυδωνισμοί αναμένεται να υπάρξουν, ούτε αντιδράσεις με αρνητικές παρενέργειες για την ενότητα και τη λειτουργία του κόμματος. Εκείνο που μένει να καταδειχθεί είναι αν και σε ποιον βαθμό η ανανεωτική ατζέντα και η όποια πολιτική στάση και τακτική που θα επιβάλει ο νέος αρχηγός θα κινήσουν το ενδιαφέρον και θα προσελκύσουν δυνάμεις από άλλους χώρους ή και από την τεράστια πλέον δεξαμενή των πολιτικά αποστασιοποιημένων.
Υπό άλλες συνθήκες η πρώτη αξιολόγηση της αρχηγικής παρουσίας του Κυρ. Μητσοτάκη θα γινόταν με βάση το υπό διαμόρφωση πολιτικό πρόγραμμά του και την ανανέωση που θα προωθούσε, αλλά η περίοδος, την οποία διερχόμαστε, δεν επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες.
Σήμερα, αύριο, το συντομότερο δυνατόν, ο νέος αρχηγός είναι υποχρεωμένος να θέσει τα διαχωριστικά όρια του κόμματός του από τον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβερνητική πολιτική αλλά και να προσδιορίσει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης απέναντι στην υπό εξέλιξη διαπραγμάτευση και στα μεγάλα προβλήματα, τα οποία ούτως ή άλλως θα κριθούν μέσω αυτής. Οι εξελίξεις θα είναι πολύ ταχύτερες απ' όσο λογικά θα τις ήθελε και ο ίδιος ο νέος αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Η λύση του ασφαλιστικού δεν θα μπορούσε να είναι εύκολη.

Η λύση του ασφαλιστικού δεν θα μπορούσε να είναι εύκολη. Είναι ένα παλαιό ζήτημα που επιδεινώνεται με τη δυσχερή δημογραφική κατάσταση, αλλά και τη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας. Η γήρανση του πληθυσμού και η ύφεση περιορίζουν ακόμα περισσότερο τα έσοδα του ασφαλιστικού συστήματος, που αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί με ρουσφετολογικές ρυθμίσεις πολλών δεκαετιών. Προφανώς το λογικό είναι να μειωθούν όλες οι συντάξεις και να επιμηκυνθεί ο απαιτούμενος χρόνος εργασίας πριν από τη συνταξιοδότηση… Το πρόβλημα μόνον με μια ευρύτερη συναίνεση και δυσάρεστα μέτρα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί, και μάλιστα σε βάθος χρόνου.

Αντί όμως για μια ρεαλιστική αντιμετώπιση του θέματος, βιώνουμε μια σουρεαλιστική παράσταση. Η κυβέρνηση προσπαθεί να πείσει την κοινωνία ότι οι συντάξεις δεν μειώνονται και όσες μειώνονται θα αυξηθούν από το 2018 επειδή θεωρεί δεδομένο ότι έπειτα από δύο χρόνια θα αυξηθεί το ΑΕΠ!

Το ουσιαστικό πρόβλημα δεν είναι ότι το επικοινωνιακό επιτελείο της κυβέρνησης αισθάνεται την ανάγκη να ονομάσει αύξηση τη μείωση των απολαβών των συνταξιούχων. Αυτό είναι πρόβλημα των κυβερνητικών αξιωματούχων. Ούτε αποτελεί «πραγματικό» πρόβλημα ότι έχουν εξαπατηθεί οι ψηφοφόροι που πίστεψαν ότι θα πάρουν τη 13η σύνταξη. Αυτό είναι πρόβλημα των ψηφοφόρων.

Το ουσιαστικό πρόβλημα, που θα έχει σημαντικές επιπτώσεις, προκύπτει από την «ιδεολογική» αντιμετώπιση του πραγματικού προβλήματος της ανεπάρκειας πόρων στο ασφαλιστικό σύστημα. Η κυβέρνηση, επειδή ακριβώς βάλλεται για την ασυνέπεια των έργων σε σχέση με τις υποσχέσεις της, εφαρμόζει την ισοπέδωση προς τα κάτω, μια σοσιαλιστική –όπως νομίζει– εμμονή. Από τα μέτρα διασώζονται όσοι έχουν πολύ χαμηλές συντάξεις και ευνοούνται όσοι έχουν πολύ χαμηλά εισοδήματα. Οι υπόλοιποι, που έχουν μεγαλύτερο εισόδημα κι όσοι έχουν πληρώσει πολύ υψηλές εισφορές ή έχουν εργαστεί πολλά χρόνια καταβάλλοντας τις ανάλογες εισφορές, θα δουν τις συντάξεις τους να περιορίζονται. Θα διαπιστώσουν ότι δεν άξιζαν οι θυσίες τους, δηλαδή να καταβάλλουν υψηλές εισφορές περιορίζοντας το εισόδημα που έφερναν σπίτι.

Η απογοήτευση αυτή δεν σημαίνει εμπέδωση αισθήματος δικαιοσύνης, επειδή όλοι θα εισπράττουν περίπου την ίδια χαμηλή σύνταξη. Αντίθετα, θα οδηγήσει πολλούς να αναζητήσουν τρόπο βελτίωσης του εισοδήματος, χωρίς να χάνονται τα χρήματά τους στη μαύρη τρύπα του συστήματος, που δεν είναι ανταποδοτικό και δίκαιο. Ετσι όπως διαμορφώνεται η κατάσταση για τα εισοδήματα μεσαίου επιπέδου και πάνω, σχεδόν 55% των εσόδων θα είναι φόροι και ασφαλιστικές εισφορές.

Οσοι είναι επαγγελματίες θα φροντίσουν να έχουν έσοδα σε επιχείρησή τους που βρίσκεται σε κάποια γειτονική ή μακρινή χώρα με μικρή φορολογική επιβάρυνση. Οι μισθωτοί θα φροντίζουν να προσφέρουν αδήλωτη εργασία. Εργοδότες και εργαζόμενοι, επαγγελματίες και πελάτες, όλοι θα έχουν ισχυρό κίνητρο να φοροδιαφεύγουν…

Στην επίσημη σοσιαλιστική οικονομία, δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, θα επικρατούν χαμηλές αποδοχές και υψηλή φορολογία. Στη «μαύρη» οικονομία οι αποδοχές θα είναι υψηλότερες και αφορολόγητες. Σε καμιά από τις δύο δεν θα γίνονται σοβαρές επενδύσεις. Στη βιβλιογραφία θα ασκείται κριτική στο υπόδειγμα του ισοπεδωτικού σοσιαλισμού, που εξισώνει τους φτωχούς, αλλά δεν είναι δίκαιο.
Έντυπη

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Η λογική του άσπρου-μαύρου .

Η λογική του άσπρου-μαύρου που επικρατεί για μια φορά ακόμα στο πολιτικό σκηνικό ,με αιχμή το ασφαλιστικό υπονομεύει το κλίμα σταθερότητας που έχει ανάγκη η χώρα. Σε μια περίοδο μάλιστα μεγάλης αναταραχής στις διεθνείς αγορές, λόγω της Κίνας, με άγνωστες ακόμα επιπτώσεις, το σκηνικό έντασης που διαμορφώνεται επιτείνει την ανησυχία για τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις.

Από τη μια η κυβέρνηση προσπαθεί με μια απλουστευτική λογική να ωραιοποιήσει τις προτάσεις της για το ασφαλιστικό υποστηρίζοντας ότι οι περικοπές που έρχονται είναι μικρές σε σχέση με αυτές που έγιναν στο παρελθόν και από την άλλη η αντιπολίτευση που επιμένει ότι οι επιπτώσεις στις συντάξεις είναι χειρότερες από κάθε άλλη φορά. Μεταξύ των δύο πλευρών, οι παραγωγικοί φορείς της οικονομίας, που βιώνουν το πρόβλημα σε όλη του την έκταση, προσπαθούν να ισορροπήσουν αναγνωρίζοντας την ανάγκη για αλλαγές αλλά με τις μικρότερες δυνατές επιπτώσεις και στη ζωή των συνταξιούχων και στη δραστηριότητα της οικονομίας.

Είναι αυτονόητο ότι η αναπόφευκτη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού για να αποδώσει, χρειάζεται ένα μίνιμουμ τουλάχιστον συνεννόησης και συναίνεσης.Ο δρόμος που χρειάζεται να διανύσουμε για να  μπει επιτέλους τέλος στην αβεβαιότητα που ταλανίζει την οικονομία και την κοινωνία είναι ακόμα μακρύς.Το ξεκαθάρισε άλλωστε με τον πιο ευθύ τρόπο ο πρόεδρος  του Εurogroup που δήλωσε χθες ότι ο χρόνος για την πρώτη αξιολόγηση θα διαρκέσει  μήνες και όχι εβδομάδες όπως υπολογίζει η κυβέρνηση.

Μετά το τραυματικό σοκ των τελευταίων μηνών, το μόνο που δεν χρειάζεται η χώρα είναι να μπούμε ξανά σε μια ατέρμονη διαδικασία διαπραγματεύσεων που θα παραλύσουν πάλι την οικονομία. Κι αυτό οφείλουν να το λαμβάνουν υπόψη τους, πρωτίστως η κυβέρνηση, αλλά και η αντιπολίτευση στις εσωτερικές τους αντιπαραθέσεις.

Η κούραση και η απογοήτευση που καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις για όλο το πολιτικό φάσμα, είναι μια σαφέστατη προειδοποίηση προς όλους.Οι πολίτες που υποφέρουν δεν αντέχουν μια ακόμα αδιέξοδη και καταστροφική πολιτική σύγκρουση .Απαιτούν συνεννόηση,σταθερότητα και υπεύθυνη ηγεσία που θα μπορέσει επιτέλους να ανοίξει το δρόμο για έξοδο από το τούνελ.

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Σήμερα καλείται να πληρώσει το τίμημα της νίκης του.

Το 2015 ήταν η χρονιά του Αλ. Τσίπρα. Το εκλογικό σώμα, επιδεικνύοντας πρωτίστως τιμωρητική διάθεση έναντι των παλαιών, τον αντιμετώπισε ως φορέα του νέου και άφθαρτου. Η φρεσκάδα και το επικοινωνιακό του χάρισμα τον κατέστησαν ισχυρό παίχτη. Ετσι οικοδόμησε και εδραίωσε την πολιτική του κυριαρχία. Οι τρεις νικηφόρες εκλογικές αναμετρήσεις το επιβεβαιώνουν.
Σήμερα καλείται να πληρώσει το τίμημα της νίκης του. Επειτα από έντεκα μήνες διακυβέρνησης γίνεται εμφανές ότι οι πολιτικές που αναγκάζεται να ακολουθήσει βρίσκονται στον αντίποδα των όσων εκπροσωπούσε. Συνεπώς, η μεταστροφή του καθίσταται εγχείρημα σύνθετο και περίπλοκο. Δεν είναι εύκολα αφομοιώσιμη, λόγω των ενδογενών της αντιφάσεων. Ούτε διασφαλίζεται μόνο από τη βούλησή του. Συνδέεται και με άλλες παραμέτρους, που σε μεγάλο βαθμό επικαθορίζουν τη φορά των πολιτικών πραγμάτων.
Η σημαντικότερη είναι αναμφίβολα το ίδιο το κόμμα του. Ο ΣΥΡΙΖΑ, γεμάτος αντιφάσεις, παραμένει εγκλωβισμένος σε ιδεοληψίες. Το κυριότερο, βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τις συμφωνηθείσες προτεραιότητες της κυβέρνησης και την ανάγκη προσαρμογής στα νέα δεδομένα. Προς το παρόν η συνεκτική ουσία της εξουσίας λειτουργεί. Ωστόσο, οι κυβερνητικές δυστοκίες και παλινωδίες είναι υπαρκτές. Παράλληλα, οι εκλογείς του συνέθεταν ένα μωσαϊκό αντιτιθέμενων επιδιώξεων και προσδοκιών. Εύλογα, αρχίζουν σταδιακά να αμφισβητούν τις επιλογές του πρωθυπουργού. Το βέβαιο είναι πως η εμπιστοσύνη τους θα δοκιμαστεί.
Αποδεχόμενος ο Αλ. Τσίπρας τη νέα συμφωνία, επέδειξε πράγματι θάρρος. Ο συμβιβασμός του ενίσχυσε περαιτέρω την κυριαρχία του. Σήμερα, άραγε, έχει την τόλμη να υπερβεί τις παραλυτικές ισορροπίες της κυβέρνησης, διευρύνοντας τις συμμαχίες του; Η σύμπραξη με τους ΑΝΕΛ και το φλερτ με τον Β. Λεβέντη αποδεικνύουν τον εγκλωβισμό του σε έναν άκρατο τακτικισμό. Η έλλειψη πυξίδας τον καθιστά ευάλωτο στον λαϊκισμό, στον κρατισμό και στις πελατειακές τακτικές. Ταυτόχρονα, περιχαρακώνει το ακροατήριό του.
Ο πρωθυπουργός, επιμένοντας σε λογικές συγκερασμού, διακινδυνεύει να εξαντλήσει το πολιτικό του κεφάλαιο. Η διατήρησή του είναι δυνατή, όχι τρώγοντας από τα έτοιμα, αλλά μόνο μέσω της διευρυμένης αναπαραγωγής του. Επομένως, μοναδικός αντίπαλος του Αλ. Τσίπρα είναι ο εαυτός του. Αν θέλει να μείνει πιστός στον εαυτό του, έχει μία δυνατότητα: Να αλλάξει - όχι επειδή απέτυχε, αλλά ακριβώς διότι πέτυχε. Να περάσει από την πολιτική εφηβεία στην πολιτική ωριμότητα. Από τις μεγαλοστομίες και τις ανεδαφικές υποσχέσεις στον πραγματισμό, στις καθαρές θέσεις και προτάσεις. Επενδύοντας στους ιδεοληπτικούς και αυτάρεσκους του κόμματός του ή στους ακροδεξιούς και εθνολαϊκιστές, απομειώνει τη δυναμική του. Οι τακτικισμοί μετατρέπουν τις ευκαιρίες σε βαρίδια. Η απουσία καθαρής στρατηγικής πρότασης ανακυκλώνει τα αδιέξοδα της χώρας, επιβραδύνοντας την έξοδο από την κρίση.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Σε μια πατρίδα τελειωμένη .

Κραυγάζοντες μεγαλοστομούντες κατά πάντων με αοριστολογίες και ανερμάτιστα επιχειρήματα. Ιδεοληπτικοί, ημιμαθείς και ασυγκρότητοι ανέλαβαν ως ριζοσπαστική απαίτηση της κοινωνίας (τους) να αλλάξουν τη ζωή των ανθρώπων με όσα που ξέρουν (!) και με αυτά που φαντάζονται (!). Η «δυναμική» αρχή έγινε με τους «αγανακτισμένους» που ανέλαβαν να θέσουν τα θεμέλια του σύγχρονου «ριζοσπαστισμού». Ενα ανομοιογενές πλήθος (ανάξιων, επάξιων και διακεκριμένων, ακραίων εθνικιστών και διεθνιστών), που χλεύαζε και προπηλάκιζε... με αρχηγούς φυλών να διεκδικούν την ηγεσία του, με κριτήρια του ισχυρότερου χλευασμού και προπηλακισμού... Σε μια πατρίδα τελειωμένη που αναζητούσε την αναγέννησή της μετά την καταβαράθρωση δομών και θεσμών οι «αγανακτισμένοι», οι φυλές και οι ηγεμονίσκοι τους, προέβαλλαν τη βία της ανατροπής χωρίς προτάσεις και ιδεολογία ανασυγκρότησης.
Σε αυτό το ασαφές έως χαοτικό ιδεολογικό και πολιτικό εφαλτήριο συνθηματολογικού εθνικολαϊκιστικού «ριζοσπαστισμού» στηρίχθηκε όλο το καταστροφικό α' επτάμηνο του 2015. Ευαγγελίστηκε την ανατροπή της Ευρώπης, των αγορών και εντέλει του ίδιου του κράτους προσκαλώντας «μεσσίες» να εφαρμόσουν «ευαγγέλια» με τις δικές τους ερμηνείες και προτάσεις υπό τον όρο της πίστης τους στην ιδεοληψία «μιας» ανατροπής. Ετσι, στη θέση της ανατροπής της Ευρώπης και των αγορών ήρθε η χειραγώγηση από αυτές, αφήνοντας αποκλειστικό πεδίο δράσης του αγανακτισμένου «ριζοσπαστισμού»... το κράτος. Οχι όμως σε επίπεδο προτάσεων για την ανασυγκρότηση των δομών του, καθώς στον τομέα αυτόν ανέλαβε η Ευρώπη και οι αγορές τη μακροσκοπική καθοδήγηση. Αλλά σε επίπεδο μικροσκοπικής στοχοθεσίας. Μόνο που ο εθνικολαϊκιστικός «ριζοσπαστισμός» είναι γνωσιολογικά και τεχνοκρατικά ανίκανος να αλλάξει το κράτος ως δομή εξουσίας και διαμόρφωσης των σχέσεων μεταξύ των πολιτών, των επιχειρήσεων και του Δημοσίου.
Είναι ανίκανος να φορτίσει τους θεσμούς και το εκπαιδευτικό σύστημα με την προοδευτική ιδεολογία που έρχεται ως συνέχεια των κατακτήσεων του ελληνισμού, αρκούμενη σε εθνικιστικές παράτες και πολεμοχαρείς αφηγήσεις της ιστορίας. Είναι επικίνδυνος να διατηρήσει τη χώρα ως υποκείμενο του διεθνούς δικαίου και μέλος της διεθνούς κοινωνίας αποφεύγοντας την αμφισβήτηση της εδαφικής της ακεραιότητας και την περιφερειοποίησή της. Αντίθετα, ο εθνικολαϊκιστικός ριζοσπαστισμός είναι ικανός να διατηρήσει την πελατειακότητα του πολιτικού συστήματος με διορισμούς ημετέρων και έλεγχο της Δημόσιας Διοίκησης. Εκεί θα δώσει τη μάχη του ελπίζοντας μέσω αυτής τη συγκρότηση των δικών του ιεραρχημένων επιχειρηματικών συμφερόντων που θα συνεπικουρούν το έργο της «εθνικοαριστερής» αναπαλαίωσης του παρελθόντος.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

Εκ γενετής συνταξιούχος; Θα ήταν το ιδανικό. Κάτι σαν το τελευταίο γένος του Ησιόδου, που θα γεννιέται ήδη γερασμένο. Επειδή όμως τα ιδανικά δεν είναι για τον κόσμο τούτο, ας αρκεστούμε στην πραγματικότητα. Ακόμη και σήμερα, στη χώρα με το ενάμισι εκατομμύριο ανέργους, ο σαρανταπεντάρης ή ο πενηντάρης συνταξιούχος δεν είναι απαξιωμένος. Το αντίθετο μάλιστα. Είναι αυτός που πέτυχε, υλοποίησε το ελληνικό όνειρο πιο γρήγορα απ’ τους υπόλοιπους. «Δουλεύεις ακόμη;» – ερώτηση που διατυπώνεται με ύφος συμπόνοιας. «Εχω δύο χρόνια για να βγω» – απάντηση σε ύφος κάπως πονεμένο, πλην όμως ελαφρώς αισιόδοξο. Δύο χρόνια περνούν χωρίς να το πάρεις είδηση. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
Κι αν δεν καταφέρεις να «θεμελιώσεις το δικαίωμα» στα πενήντα σου, τουλάχιστον φρόντισε να το εξασφαλίσεις από την ημέρα που θα αρχίσεις να δουλεύεις. Να βρεις μια σταθερή θέση, και να μείνεις σ’ αυτήν τη θέση ώς την ευλογημένη εκείνη ημέρα. Ακόμη και οι λέξεις έχουν τη σημασία τους – όση τους έχουμε αφήσει από τις καταχρήσεις. Δεν λέμε «άνοιξαν διακόσιες χιλιάδες δουλειές στο Δημόσιο». Λέμε «προκηρύσσονται διακόσιες χιλιάδες θέσεις». Οι δουλειές είναι για τον ιδιωτικό τομέα. Οι θέσεις για το Δημόσιο. Από τη μία η δουλειά, μετάφραση στη νέα ελληνική της λέξης δουλεία. Από την άλλη η θέση, με όση ακινησία κι αν αυτή συνεπάγεται.
Η λατρεία για το Δημόσιο, το κοινωνικό αλισβερίσι, είναι η εγκόσμια εκδοχή του ιδανικού, του εκ γενετής συνταξιούχου. Μπορεί να ταλαιπωρείσαι με ωράρια, κάρτες, ημέρες αργίας και πολιτικές αλλαγές, όμως όλ’ αυτά τα υπομένεις επειδή ξέρεις ότι στο τέλος σε περιμένει η σύνταξη. Η κινητικότητα προϋποθέτει συνεχή αξιολόγηση. Κάθε φορά που αλλάζεις δουλειά αξιολογείσαι εξαρχής. Οταν παραμένεις στην ίδια θέση από την πρώτη ημέρα, μετράς ημέρες για τη σύνταξη. Είναι λοιπόν εντελώς φυσιολογικό η ιδέα και μόνον της όποιας αξιολόγησης να σου φέρνει ανατριχίλα.
Το ελληνικό όνειρο είναι όνειρο ακινησίας. Κάθε μεταβολή, κάθε μετατροπή, η παραμικρή κίνηση προκαλεί ανασφάλεια, τρομάζει, φοβίζει. Η πίστη στην ακινησία έχει θρησκευτικά χαρακτηριστικά. Δεν είναι συντηρητισμός· ο συντηρητισμός προϋποθέτει έργο και δυνατότητα επιλογής. Επιλέγεις τι αξίζει να συντηρήσεις και τι πρέπει να αλλάξεις, για να μπορείς να συντηρήσεις αυτό που πρέπει. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ιστορική αδράνεια.
Η κάλπικη αριστερά αυτήν την αδράνεια προσπαθεί να εξασφαλίσει. Αδιαφορεί για το ενάμισι εκατομμύριο ανέργους, όμως παλεύει με νύχια και με δόντια να κρατήσει το ελληνικό όνειρο ζωντανό. Πόσοι παραμένουν εργαζόμενοι; Ενάμισι εκατομμύριο; Πόσοι είναι οι συνταξιούχοι; Ισάριθμοι. Κάθε εργαζόμενος δουλεύει για περίπου ένα συνταξιούχο.
Δεν ξέρω αν υπάρχει πολιτική ηγεσία που μπορεί να βρει τον αλγόριθμο ο οποίος θα αποτρέψει την κοινωνική ενδόρρηξη. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον πως κάποιοι έχουν το θάρρος, τη δύναμη και τις ικανότητες να αναλάβουν τον ρόλο της συλλογικής ψυχανάλυσης. Να εντοπίσουν πού, πώς και πότε δημιουργήθηκε το σύνδρομο της ακινησίας γύρω από το οποίο οικοδομήθηκε το ελληνικό όνειρο. Προς το παρόν, ας συμφωνήσουμε τουλάχιστον πως το όνειρο αυτό έχει γίνει εφιάλτης για όσους ζωντανούς μένουν ακόμη όρθιοι ανάμεσά μας.
Έντυπη

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Και η σοβαρότητα είναι αναγκαία.

Σίγουρα ούτε η χρονική συγκυρία είναι η ενδεδειγμένη ούτε οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες είναι οι καταλληλότερες, για να επιχειρηθεί η καλύτερη δυνατή τομή στο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας. Δυστυχώς, όμως, η πραγματικότητα αυτή ισχύει για όλα όσα συμβαίνουν τα τελευταία έξι χρόνια στον τόπο μας και με βάση αυτήν αντιμετωπίζεται το παρόν και προγραμματίζεται το μέλλον. Τουλάχιστον μέχρι να απαλλαγούμε από την κηδεμονία των εταίρων και δανειστών και να επανακτήσουμε τη δυνατότητα να αποφασίζουμε μόνοι μας για τα του οίκου μας.
Δεν θα υποδείξουμε, φυσικά, στην κυβέρνηση αλλά ούτε και στα κόμματα της αντιπολίτευσης τι πρέπει να κάνουν. Αλλωστε ούτε τώρα δημιουργήθηκε το πρόβλημα ούτε και υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που να είναι τελείως ανεύθυνες για τις διαστάσεις και τη σοβαρότητά του. Απλώς τώρα βρισκόμαστε όλοι μπροστά στην υποχρέωση να πάρουμε ακόμη μία οδυνηρή απόφαση για ένα ούτως ή άλλως υπαρκτό θέμα. Και ο μόνος τρόπος για να το επιτύχουμε είναι να το αντιμετωπίσουμε με ρεαλισμό και σοβαρότητα.
Ο ρεαλισμός επιβάλλεται, γιατί η όποια απόφαση θα έχει ευρύτερες συνέπειες για τη χώρα και τον λαό, για το παρόν και το μέλλον. Αυτό είναι ένα δεδομένο που δεν επιδέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση. Γιατί, εκτός των άλλων, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σ' αυτόν τον τόπο επανειλημμένα έχει αποδειχθεί πως κάθε φορά που κρύβουμε κάποιο πρόβλημα κάτω από το χαλί, σύντομα το βλέπουμε να ξαναπροβάλλει εφιαλτικότερο.
Και η σοβαρότητα είναι αναγκαία, γιατί η όποια απόπειρα πολιτικής εκμετάλλευσης είναι προκαταβολικά καταδικασμένη σε αποτυχία. Προφανώς και το πολιτικό κόστος θα καταβληθεί κυρίως από τους κυβερνώντες αλλά όχι για όσα τελικά θα κάνουν, αλλά για όσα επιπόλαια είχαν υποσχεθεί. Οπως είχε συμβεί και με τους προκατόχους τους. Γιατί ούτε οι μεν ούτε οι δε αποφάσιζαν ή αποφασίζουν ελεύθερα. Συναποφάσιζαν οι μεν και θα συναποφασίσουν οι δε με τους εταίρους και δανειστές μας.