Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Τα συντεχνιακά παγκάρια δεν έχουν πια αφελείς δωρητές...

Για δεκαετίες ολόκληρες κάθε παραγωγική δραστηριότητα επιβαρύνθηκε με φόρους και εισφορές υπέρ τρίτων που προορίζονταν για τη χρηματοδότηση των, ελληνικής επινόησης, επικουρικών ταμείων.
Οι απλοί πολίτες, οι φορολογούμενοι και οι καταναλωτές επιβαρύνονταν με δεκάδες εκατομμύρια ευρώ τα οποία πήγαιναν στα επικουρικά ταμεία, που με ξεχωριστή ευκολία οι κάθε λογής επαγγελματικές ομάδες κατόρθωναν όχι μόνο να συγκροτούν, αλλά και να προικοδοτούν με το αζημίωτο.
Ετσι το κράτος φόρτωνε στους καταναλωτές υπηρεσιών και προϊόντων την πριμοδότηση των επαγγελματικών ομάδων οι οποίες είχαν τη μεγαλύτερη δυνατότητα άσκησης πιέσεων, που ολοένα και διευρύνονταν.
Ο Κλάδος Πρόνοιας Προσωπικού Ιπποδρομιών εισέπραττε ποσοστό από τα ανεξαργύρωτα δελτία στοιχημάτων, η Πρόνοια των Κληρικών ποσοστό από τις άδειες γάμου και άλλων τελετών αλλά και από την πώληση κεριών, το ΝΑΤ από τα τέλη στους... φάρους, από τα εισιτήρια των πλοίων κ.ά., το επικουρικό των αρτοποιών 0,40 ευρώ για κάθε 25 κιλά αλεύρου, αλλά «πρωταθλητές» ήταν γιατροί, μηχανικοί και δικηγόροι, που είχαν την... πλειοψηφία στα βουλευτικά έδρανα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η γραφειοκρατία στη χώρα μας δικαιολογούσε να μπαίνει μία υπογραφή παραπάνω, ένα χαρτόσημο παραπάνω, μία σφραγίδα παραπάνω, που όλα αυτά μεταφράζονταν τελικά σε έναν φόρο υπέρ τρίτων.
Αλλά η κρίση υποχρέωσε να δούμε ότι εκτός από τους απρόσωπους τρίτους, υπάρχουν οι άνεργοι, υπάρχουν οι σκληρά εργαζόμενοι, υπάρχουν οι επιχειρήσεις που αγωνίζονται να κρατηθούν στη ζωή. Και όλοι αυτοί δεν μπορεί να συνεχίζουν να πληρώνουν τους φόρους για τα επικουρικά όσων επαγγελματικών ομάδων είχαν τη δύναμη να τα επιβάλουν. Τα συντεχνιακά παγκάρια δεν έχουν πια αφελείς δωρητές...

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Εκλογές ως απειλή και ευκαιρία


Η συζήτηση περί πρόωρων εκλογών στη χώρα μας είναι σχεδόν μονότονη κάθε εποχή με κάθε κυβέρνηση και κάθε αντιπολίτευση να επαναλαμβάνονται. Η εκάστοτε κυβέρνηση κρατά πάντα για λογαριασμό της το χαρτί του αιφνιδιασμού αλλά σπανίως επιτυγχάνει το σχέδιό της καθώς οι εκλογές συνήθως φαίνονται από... μακριά. Από την άλλη πλευρά η εκάστοτε αντιπολίτευση άλλοτε για υπαρξιακούς λόγους και άλλοτε διότι πράγματι πιστεύει ότι οι συνθήκες την ευνοούν κάθε τρεις και λίγο ζητά εκλογές. Αυτή είναι περίπου η ιστορία και η παράδοση για τα πολιτικά μας ήθη και το έργο έχει παιχτεί πολλές φορές από τη μεταπολίτευση και μετά καθώς τις περισσότερες φορές η προσφυγή στις κάλπες έγινε πριν από την ολοκλήρωση της τετραετίας.
Τώρα στα μέσα της θητείας της η δικομματική κυβέρνηση που έχει περάσει δια πυρός και σιδήρου φαίνεται πως δεν αντέχει σε πολύ ισχυρούς κλυδωνισμούς και γι' αυτό ένας σημαντικός αριθμός στελεχών της φλερτάρει με την ιδέα μιας αναπόφευκτης πρόωρης προσφυγής στις κάλπες. Οι υποστηρικτές της εκλογικής αναμέτρησης περί τα μέσα φθινοπώρου δεν έχουν την έγκριση του Μεγάρου Μαξίμου και του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος θεωρεί ότι μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να στοιχίσει ακριβά στον τόπο. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Ευ. Βενιζέλος, ο οποίος βασανιστικά υπομένει ακόμη και προσβλητικές συμπεριφορές στελεχών του, αλλά δεν θέλει να καταστραφεί ό,τι κτίστηκε με κόπο και θυσίες.
Μέσα σε αυτό το κλίμα η κυβερνητική πλειοψηφία δείχνει να πορεύεται με ορίζοντα την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και εκεί το παιχνίδι είναι ανοικτό και η ευθύνη μοιράζεται αναλογικά στα κόμματα. Η προεδρική πλειοψηφία των 180 θεωρητικώς υπάρχει αλλά το αν θα προκύψει θα εξαρτηθεί κυρίως από τη στάση του Φ. Κουβέλη και από έναν μικρό αριθμό ανεξάρτητων βουλευτών και από το παρασκήνιο των διαβουλεύσεων για το πολιτικό τους μέλλον. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αν και προσπαθεί να συντηρήσει κλίμα εκλογών, εντούτοις δεν έχει λόγο να βιάζεται αλλά ο κομματικός φανατισμός δεν επιτρέπει να επικρατήσει η λογική.
Εν ολίγοις κεντρικός σχεδιασμός για εκλογές δεν φαίνεται να υπάρχει, αλλά ουδείς μπορεί να βάλει το... χέρι του στη φωτιά. Αυτό που έχει σημασία πάντως είναι να επικρατήσει η λογική και το συμφέρον του τόπου, που δεν ευνοείται με πολιτική αστάθεια και επαναλαμβανόμενες κάλπες.

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Η Ελλάδα είχε πτωχεύσει στις συνειδήσεις των Ελλήνων.

Στην Ελλάδα αυτή η στάση μεταφραζόταν με όρους Αριστεράς και Δεξιάς. Αν δεν ήσουν ή αν δεν δήλωνες αριστερός δεν μπορούσες να γράψεις ούτε να μιλήσεις δημόσια. Αντιθέτως, εάν ήσουν ή δήλωνες αριστερός είχες το δικαίωμα να λες την οποιαδήποτε μπούρδα και να σε παίρνουν στα σοβαρά. Η δημιουργία, το ταλέντο, η απλή ευφυΐα παραμερίστηκαν στο όνομα των «σωστών» απόψεων. Οσοι έπιασαν το υπονοούμενο εντάχθηκαν στο πλέγμα των δημοκρατικών δυνάμεων, της πασοκοαριστεράς, και έκαναν δουλειές. Η πάλαι ποτέ συντηρητική δεξιά εζήλωσε τη δόξα της προοδευτικής αριστεράς με αποτέλεσμα να καταντήσει κι αυτή μια θλιβερή απομίμηση της πασοκοαριστεράς και όλοι μαζί να κοιτάνε να τη βγάλουν. Αυτή η έννοια του «να τη βγάλω» χαρακτηρίζει και την κοινωνική ποιότητα της μεταπολίτευσης. Στηρίχθηκε στην αδιαφορία για τη δημιουργία, κατά συνέπεια στον ευτελισμό και στην υποβάθμιση της παιδείας. Αποτέλεσε το θεμέλιο της ιδεολογίας του «περίπου»: ζούσαμε πιστεύοντας πως το ρεμπέτικο είναι περίπου Μπαχ, ο Μπαχ είναι περίπου Τσιτσάνης και πως η τραγωδία του Αισχύλου είναι ο πρόγονος του Καραγκιόζη, γιατί η ελληνική ψυχή είναι περίπου κάτι ανάμεσα στον ηρωισμό του Προμηθέα και τον δύσμορφο θεωρητικό πάσης κουτοπονηριάς. Παριστάναμε τους ήρωες, ενώ στην πραγματικότητα αισθανόμασταν καραγκιόζηδες. Μας έφτανε που η Ελλάδα ήταν περίπου ευρωπαϊκή χώρα. Το γεγονός ότι η καταρροή του πλούτου τις δεκαετίες του ενενήντα και του δύο χιλιάδες μας βρήκε άοπλους οφείλεται σ’ αυτήν την ψυχολογική αντίδραση. Οταν μπορείς να τη βγάλεις με χρήματα που είναι περίπου δικά σου, είναι και δεν είναι, τότε γιατί να κοπιάσεις για να βγάλεις δικά σου χρήματα; Το χρήμα για πολλούς είναι ιδέα, όμως σε αντίθεση με τις ιδέες, το χρήμα δεν σηκώνει πολλαπλές ερμηνείες.

Η ποιότητα του «περίπου» ευτέλισε τα έργα της μακρόσυρτης περιόδου που την ονομάζουμε μεταπολίτευση και εγκαινιάστηκε τέτοιες μέρες πριν από σαράντα χρόνια. Η Ελλάδα φτήνυνε ανεβάζοντας τις τιμές της, έγινε προϊόν που κανείς δεν ήθελε να αγοράσει και εντέλει πτώχευσε. Πανικόβλητοι τρέχουμε να ξεπληρώσουμε το χρέος απέναντι στους δανειστές μας, όμως κανείς δεν ασχολείται για το χρέος μας απέναντι στους ίδιους μας τους εαυτούς και τα έργα μας. Διότι πριν πτωχεύσει απέναντι στους δανειστές της, η Ελλάδα είχε πτωχεύσει στις συνειδήσεις των Ελλήνων.

Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

Σκέπτονται να λύσουν το πρόβλημα με ημίμετρα και λάθος κινήσεις.

Κάποιοι σκέπτονται να λύσουν το πρόβλημα με ημίμετρα και λάθος κινήσεις. Σκέπτονται (αν το ρήμα «σκέπτομαι» ταιριάζει στην περίσταση…), λέει, να καταργήσουν για διάστημα δύο ετών το «πόθεν έσχες» στην αγορά ακινήτων για να κινηθεί πάλι η αγορά. Δηλαδή θα διευκολύνουν παλιούς και νέους φοροφυγάδες να αγοράσουν ακίνητα σε χαμηλές τιμές. Και θα τους διευκολύνουν δίνοντας την ευχέρεια να αγοράσουν ακίνητα χωρίς «πόθεν έσχες» και σε αντάλλαγμα θα πληρώσουν την υψηλή φορολογία. Η κίνηση αυτή μπορεί να βοηθήσει κάποιους, αλλά δεν βοηθάει την κτηματαγορά. Ούτε είναι επιλογή μιας χρηστής διοίκησης να ανοίγουν παραθυράκια φοροφυγάδων.

Η μόνη σωστή επιλογή είναι να επιστρέψουμε στην αλήθεια. Οι αντικειμενικές τιμές να είναι αντικειμενικές. Να προσαρμοστούν στην πραγματική αγορά και σταθερά να αναπροσαρμόζονται κάθε χρόνο. Και να διατηρηθούν παράλληλα «πόθεν έσχες» και τεκμήρια για όλους. Αν νομίζουν ότι δεν πρέπει να υπάρχει «πόθεν έσχες» για ακίνητα, να καταργηθεί μόνιμα. Η επιστροφή στην πραγματικότητα είναι η μοναδική λύση για να ξεκινήσει πάλι η κτηματαγορά. Βέβαια αυτό πιθανότατα θα μειώσει προσωρινά τα φορολογικά έσοδα που εισπράττονται άδικα. Τα έσοδα που προκύπτουν από φορολογία ανύπαρκτης περιουσίας. Θα μειώσει ενδεχομένως την άδικη φορολογία που νομιμοποιεί ηθικά τη φοροδιαφυγή.

Πέρα όμως από το θέμα της ηθικής φορολογικής πολιτικής, υπάρχει και η αποτελεσματικότητα. Η υπερβολική φορολογία των ακινήτων για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα αποδίδει, αλλά μετά απλώς καταστρέφει τον κλάδο και μειώνει τα έσοδα. Δεν είναι αποδοτική πολιτική και γι’ αυτό πρέπει να αλλάξει.

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

Και ξαφνικά όλοι ξύπνησαν και άρχισαν να τρέχουν.

Και  ξαφνικά όλοι ξύπνησαν και άρχισαν να τρέχουν. Συζήτησαν  διάφορα σενάρια, όπως να κεφαλαιοποιηθούν οι απαιτήσεις της Τράπεζας  Πειραιώς , ανέθεσαν στην Κantor να μελετήσει το θέμα της λειτουργίας ή όχι και των τριών εργοστασίων και κατέληξαν να λειτουργήσουν το ένα .

Για όσους γνωρίζουν,  το παιχνίδι χάθηκε  πριν ξεκινήσει, δηλαδή όταν ανακοινώνονταν οι τιμές των τεύτλων. Εάν η ΕΒΖ έδινε π.χ.  5 εκατ. ευρώ  περισσότερα στους παραγωγούς και γινόταν και η κατάλληλη ενημέρωσή τους , θα συγκέντρωναν τεύτλα για τουλάχιστον 100.000 τόνους ζάχαρη και με πολύ ικανοποιητικό κόστος παραγωγής. Με παράλληλη παραγωγή του υπολοίπου της ποσόστωσης με τη διαδικασία φασόν και εισαγωγές για την κάλυψη της υπόλοιπης ζήτησης, η ΕΒΖ δεν θα είχε ζημιές και με τα κέρδη από τα εργοστάσια της Σερβίας, η Εταιρεία θα ήταν σε εξαιρετική κατάσταση.

Δυστυχώς όμως οι αρμόδιοι δεν ενδιαφέρθηκαν. Ακόμη και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης δήλωσε εγγράφως αναρμόδιο. Το Δ.Σ. της Εταιρείας  δεν μπόρεσε να λύσει το πρόβλημα, γιατί μάλλον δεν το κατανόησε . Γι αυτό και σήμερα θερίζει τις θύελλες που έσπειρε κατά την εξαγγελία των τιμών των τεύτλων, όταν έκανε σκληρή πολιτική

Υστερα από τα παραπάνω δημιουργούνται νέα ερωτήματα, όπως:

-Υπάρχει υπεύθυνος για το αδιέξοδο στην πορεία της ΕΒΖ και το κλείσιμό της ;

-Υπάρχει υπεύθυνος για το αδιέξοδο στο θέμα της πώλησης των μετοχών;

-Ποιος είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο προσελήφθη και δεύτερος σύμβουλος πώλησης των μετοχών;

-Ποια μεγάλη ευρωπαϊκή ζαχαροβιομηχανία τελικά  θα ωφεληθεί από τις εξελίξεις αυτές;

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Η κρίση δεν συνεχίζεται απλώς. Βαθαίνει.

Από την επομένη των ευρωεκλογών είναι φανερό πως η δικομματική κυβέρνηση διακατέχεται από το έντονο άγχος της πρόκλησης των πρόωρων εκλογών. Το πρόβλημα με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ είναι ότι στρατηγικά κινούνται ανερμάτιστα. Ο μόνος τρόπος για την αποτροπή των εκλογών αυτών, αντί για παλαιοκομματικές τακτικίστικες κινήσεις, θα ήταν η επένδυση σε ένα κυβερνητικό σχήμα το οποίο θα αποτελούσε ένα τολμηρό άλμα νέου ξεκινήματος. Με τον τρόπο αυτό, ανεξάρτητοι βουλευτές θα πείθονταν πως η κυβέρνηση αξίζει να στηριχθεί για να σταθεροποιήσει την οικονομία. Αντιθέτως, ο πανικός του μικροκομματικού λαϊκισμού έστειλε ένα μήνυμα αδυναμίας. Ποιος όμως επενδύει στην αδυναμία;
Από την άλλη πλευρά, αντί ο ΣΥΡΙΖΑ να αποπνέει σιγουριά και να επενδύει στα κυβερνητικά στρατηγικά αδιέξοδα, σπασμωδικά κατέφυγε στα περί δημοψηφίσματος για τη ΔΕΗ και σε έναν κρατικίστικο λαϊκισμό παλαιοπασοκικών εποχών. Ετσι, φτάσαμε σε έναν κούφιο θόρυβο χάριν του θορύβου.
Από εκεί και πέρα, ο ΣΥΡΙΖΑ αμύνθηκε ισχυριζόμενος ότι θέλει αλλαγές στον δημόσιο τομέα, αν και σε κάθε αλλαγή είναι αρνητικός. Επίσης, η προσπάθεια ταύτισης ΣΥΡΙΖΑ και Χρυσής Αυγής από τη ΝΔ είναι κωμική, όταν είναι οι νεοδημοκρατικοί χειρισμοί (αρχικά θωπείες και μετά θυματοποίηση) που έχουν εκτοξεύσει το ακραίο αυτό κόμμα. Το ασυναρτησίας το ανάγνωσμα περιλαμβάνει επίσης τον τραγέλαφο στον χώρο της λεγόμενης «Κεντροαριστεράς». Αυτή δεν πρόκειται να «ανασυγκροτηθεί» όσο το τοξικό ΠΑΣΟΚ αποτελεί πυλώνα της. Κάθε πολιτικός που εμπλέκεται τώρα στο εγχείρημα αυτό και έχει όντως κάτι να δώσει, απλώς θα «καεί».
Ετσι, η χώρα είναι φανερό πως ούτε τις οικονομικές προκλήσεις μπορεί τώρα να χειριστεί αποτελεσματικά ούτε να δημιουργήσει στοιχειώδη εμπιστοσύνη ότι διασφαλίζει πολιτική σταθερότητα. Η κρίση δεν συνεχίζεται απλώς. Βαθαίνει.

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Δε βαριέσαι, πάμε γι’ άλλα...

Αδικοι όπως συνήθως, κοντόθωροι, κοντόμυαλοι και βεβαίως μεμψίμοιροι, και το «σαξές στόρι» βιαστήκαμε να αποδομήσουμε με τα πολιτικάντικά μας και πως δεν υπάρχει σχέδιο εξόδου από την ανέχεια σπεύσαμε να συμπεράνουμε. Πεισματάρικη όμως η ελπιδοφόρα πραγματικότητα, κατακτά κάθε βράδυ τη μικρή οθόνη για να μας παρηγορήσει. Να μας δώσει κουράγιο, αλλά και κάτι παραπάνω: χρήμα. Ζεστό και φρεσκοτυπωμένο, αν κρίνουμε από τα ατσαλάκωτα χαρτονομίσματα που κρατούν στα χέρια τους αγόρια και κορίτσια, και τα ανεμίζουν δελεαστικά· για να δούμε επιτέλους όλοι από κοντά πώς είναι ένα διακοσάρικο και να το λιμπιστούμε. Για σχέδιο πρόκειται βέβαια. Για σχέδιο ενίσχυσης των οικονομικών μας, και μάλιστα με αξιοκρατικά τεκμήρια, ώστε να πάψουν, επιτέλους, οι συστηματίες παραπονιάρηδες να μιλάνε για κομματισμό και πελατειακό κράτος και ν’ αφήσουν στην άκρη την ανέξοδη αλλά και αδιέξοδη στρατηγική της γκρίνιας. Αν είσαι οξυδερκής και παρατηρητικός, θα ανταμειφθείς. Αν σε διακρίνει υπομονή και επιμονή, θα επιβραβευτείς. Αν τα πας καλά με τη «στοχοπροσήλωση» και δεν είσαι του «δε βαριέσαι, πάμε γι’ άλλα», θα επιδοτηθείς «ατάκα κι επιτόπου», για να θυμηθούμε την ατάκα του παλιού σουξέ. Αν όμως είσαι τεμπελάκος· αν τα μάτια τα ’χεις για ομορφιά και όχι για τη δουλειά που τους ανέθεσαν οι δημιουργοί τους (η φύση, οι εξωγήινοι, κάποιος από τους λατρευόμενους ανά τον κόσμο θεούς)· αν θες να κερδίσεις κατευθείαν το διχίλιαρο και αδιαφορείς για τα πρόσφορα διακόσια ή τριακόσια ευρώ, τότε, καλέ μου άνθρωπε, εσύ θα βγεις χαμένος. Και θα ξαναρχίσεις την γκρίνια: «Πού είναι το κράτος» και τα παρεμφερή.