Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Ακόμη μια περίοδος πολιτικής αστάθειας μόνο ζημία και κινδύνους για τη χώρα μπορεί να προκαλέσει.

Φθάσαμε στο σημείο να θεωρείται περίπου αυτονόητο πως εκλογές γίνονται όποτε γουστάρουν η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία και ο πρωθυπουργός. Ανάλογη αντίληψη επικρατεί βεβαίως και στην αξιωματική αντιπολίτευση, η οποία για διαφορετικούς λόγους κάθε φορά ζητά εκλογές αμέσως μετά τον πρώτο χρόνο της νέας κυβέρνησης, άλλοτε γιατί πιστεύει ότι μπορεί να κερδίσει και άλλοτε διότι έτσι προσπαθεί να ελέγχει τις εσωκομματικές συγκρούσεις.
Τα όσα συνέβησαν την τριετία 2009-2012 είναι γνωστά με τις τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, την πλήρη ανατροπή του πολιτικού σκηνικού και το ολοκαύτωμα κομμάτων και προσώπων ως συνέπεια της κρίσης που μαστίζει την οικονομία και την κοινωνία. Στις παρούσες συνθήκες και εν όψει των διπλών εκλογών του Μαΐου (δημοτικών - περιφερειακών και ευρωεκλογών) αναπτύσσεται μια απίστευτα φλύαρη συζήτηση για τριπλή εκλογική αναμέτρηση. Το παράδοξο μάλιστα είναι ότι αυτά τα σενάρια δεν προκύπτουν μόνον από την αντιπολίτευση, που θεωρητικώς θέλει να εμφανίζεται έτοιμη ανά πάσα στιγμή, αλλά και από κυβερνητικούς παράγοντες και στελέχη της ΝΔ κυρίως στο παρασκήνιο, με διάφορες θεωρίες που δεν χρήζουν σχολιασμού.
Το ζητούμενο, όμως, δεν μπορεί να είναι το συμφέρον των κομμάτων για την ημερομηνία των εκλογών, αλλά πρωτίστως το συμφέρον της χώρας και ο σεβασμός στις συνταγματικές προβλέψεις που σε κανονικές χώρες είναι αυτονόητος. Σε αυτήν την κρίσιμη περίοδο, ακόμη μια περίοδος πολιτικής αστάθειας μόνο ζημία και κινδύνους για τη χώρα μπορεί να προκαλέσει προς δόξα της μικροκομματικής πολιτικής.
Πέραν όλων αυτών, όμως, υπάρχει στα αλήθεια κανείς που βιάζεται να αναλάβει την εξουσία; Αντιθέτως, όλοι αυτοί που εκλογολογούν για να... σκοτώνουν την ώρα τους, στην πραγματικότητα εγγράφουν υποθήκες για μελλοντικές συμμαχίες και προεξοφλούν εξυπηρετήσεις σε ένα διαφορετικό σκηνικό με συνταγές και πρακτικές του πιο τραγικού παρελθόντος που πληρώνουμε ακριβά σήμερα. Οσοι, όμως, προδικάζουν τη λαϊκή βούληση, ενδέχεται να βρεθούν προ εκπλήξεων, καθώς ένας λαός δεν αυτοκτονεί για να... τιμωρήσει όσους τον απογοήτευσαν.

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Είναι δυσβάστακτο το φορτίο που σηκώνουν οι νέοι μας στα χρόνια της κρίσης.

Είναι δυσβάστακτο το φορτίο που σηκώνουν οι νέοι μας στα χρόνια της κρίσης. Και μόνο το γεγονός ότι η ανεργία έχει προσεγγίσει το 60% δείχνει το αδιέξοδο στο οποίο έχουν παγιδευτεί οι σημερινοί νέοι.
Με ένα μεγάλο τμήμα από αυτούς -σχεδόν το 17% των νέων ηλικίας 15 έως 24 χρόνων- να μη βλέπει με ποιον τρόπο θα μπορούσε να (ξανα)μπεί σε έναν φυσιολογικό ρυθμό ζωής.
Και δεν είναι αβάσιμη η απαισιοδοξία όταν μιλάμε για νέους και νέες που όχι μόνο είναι άνεργοι, αλλά ούτε σπουδάζουν, ούτε και μετέχουν σε κάποια προγράμματα ή διαδικασίες κατάρτισης.
Για όλους αυτούς το αδιέξοδο φαντάζει απόλυτο και αξεπέραστο. Και όχι άδικα. Ακόμη και η μετανάστευση δεν είναι λύση κι ας τη σκέφτεται περίπου το 57% από αυτούς. Οσοι δεν διαθέτουν κάποια επιστημονική ή επαγγελματική ειδίκευση δεν είναι εύκολο να βρουν λύση στο πρόβλημά τους σε κάποια άλλη χώρα.
Προς το παρόν ασφαλέστερη λύση -με όλα τα μειονεκτήματα που έχει- είναι η οικογενειακή στήριξη. Που είναι ίσως και το αποτελεσματικότερο «όπλο» το οποίο διαθέτει η ελληνική κοινωνία απέναντι σε κρίσεις σαν αυτή που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια.
Η οικογένεια εξακολουθεί και διατηρεί στον τόπο μας τα βασικά παραδοσιακά της στοιχεία και άρα λειτουργεί ακόμη σαν ασπίδα προστασίας αν και όταν χρειαστεί.
Αλλά όνειρα για το μέλλον δεν είναι δυνατόν να γίνουν από νέες και νέους που δεν πατούν στα δικά τους πόδια και το κυρίαρχο συναίσθημα στη ζωή τους είναι η αβεβαιότητα.
Το μόνο που μπορούν να αντιτάξουν είναι ψυχική αντοχή, επιμονή και υπομονή. Κι ελπίδα. Γιατί, όπως λένε, η πιο σκοτεινή στιγμή της νύχτας είναι λίγο πριν ξημερώσει.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Ο δρόμος που ανεβαίνει και ο δρόμος που κατεβαίνει είναι ένας...

Δεν έλκεται πλέον ο πολίτης από τα εξαχρειωμένα πρότυπα, δεν τέρπεται από τη σήψη, την αποστρέφεται. Ολο και πιο φανερά. Και μια «αξία» χωρίς «ζήτηση», εκπίπτει. Το φάσμα της δίωξης και καταδίκης της διαφθοράς, που κάποτε ήταν αδιανόητο, επανατοποθετεί τους συντελεστές της ζωής σε μια νέα τάξη. Βέβαια ο κύκλος δεν κλείνει με λίγους. Θα πρέπει να αποσυρθεί μαζικά το ενδιαφέρον από την αρπαχτή και να υπάρξει σταθερή άνωθεν βούληση για κάθαρση προκειμένου να σταματήσει η διαρκής παλινδρόμηση της «μηχανής».
Η κοινωνία ακμάζει ή παρακμάζει μαζί με τις αξίες της. Το επίπεδο ζωής μας επιδεινώνεται, κατεβαίνει, και μετά ανεβαίνει και πάλι σπρωγμένο από τις κοινωνικές δυνάμεις. Ο Ηράκλειτος έλεγε ότι ο δρόμος που ανεβαίνει και ο δρόμος που κατεβαίνει είναι ένας... Ενας λαός είμαστε. Και τζογαδόροι, κομπιναδόροι, διαπλεκόμενοι, ευτελείς, αχρείοι, αλλά και αυτοδημιούργητοι μπροστάρηδες - σκυλιά στη δουλειά, γρήγοροι στο μυαλό, ανθεκτικοί στις αντιξοότητες. Το ζήτημα είναι πώς κοιτάζουμε το «νόμισμα». Αν βλέπουμε «κορώνα» ή «γράμματα». Και αν θα σταματήσουμε σ’ αυτόν τον τόπο να κρατάμε ό,τι μας βολεύει, τη μια μέρα να στρογγυλοκαθόμαστε στη μια όψη και την επόμενη να οχυρωνόμαστε πίσω από τη δεύτερη, φωνασκώντας ως θύματα ή εφορμώντας ως θύτες.
Ολη η ιστορία της νεότερης Ελλάδας είναι υποδόρια και μια φλογισμένη ταλάντευση από τον βόρβορο στην κορυφή, από το γήτεμα στο ανάθεμα. Ο κύκλος έπαρση-αναδίπλωση-έπαρση κρατάει χρόνια. Τώρα, ο όποιος ναρκισσισμός μας, σκουληκοφαγωμένος από την κρίση, τη διαπόμπευση, καταρρέει. Πλέον, η νέα εικόνα μας ανασυντίθεται πάνω σε μια βάση με περισσότερο πνεύμα, που ενισχύει -απ’ ό,τι φαίνεται- τη γέφυρα η οποία συνδέει το εγώ με το απέναντι πρόσωπο, με τον άλλο. Γνωρίζουμε, ο καθένας κλεισμένος στο γραφείο του, στο μαγαζί του, στο διαμέρισμά του, ότι δεν είμαστε πραγματικά μόνοι, ότι μοιραζόμαστε την έμφυτη ανθρώπινη ανάγκη να βάλουμε τέλος στην προβληματική κοινωνική μας κατάσταση. Ομως αυτό δεν αρκεί, χρειάζεται ειλικρινής πολιτική βούληση για ξεσκέπασμα των φαύλων και μαζί αντίσταση στο προμελετημένο «λάθος», στο κεκαλυμμένο ή απροκάλυπτο πλιάτσικο, χρειάζεται ένα απρόσβλητο «μύγδαλο» πολιτικής λογικής, ευαισθησίας και ανδρείας.

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Τουλάχιστον να έλειπε το ...δούλεμα!

Όταν  διάφοροι υπουργοί  βγαίνουν και υποστηρίζουν ότι έχουν γίνει σημαντικότατες αλλαγές στο κράτος. Αλήθεια ποιες αλλαγές;  Έγιναν απολύσεις; Μειώθηκε η γραφειοκρατία; Έγινε το δημόσιο αποτελεσματικό; Άλλαξαν οι σαθρές δομές του; Ή απλώς εμείς κάνουμε ότι αλλάζουμε και οι Ευρωπαίοι κάνουν πως μας πιστεύουν;
Μέχρι σήμερα  κάποιοι μέσα στην κυβέρνηση ορκίζονται στο μνημόνιο ( κάποιος μάλιστα έφθασε να πει ότι είναι το σοβαρότερο κείμενο των τελευταίων ετών για τη χώρα!) και δεν βλέπουν πως το  μόνο που επιτυγχάνει η άκριτη εφαρμογή του, είναι η συνεχής μείωση των εισοδημάτων με παράλληλη αύξηση των  φόρων.

Ο δε ιδιωτικός τομέας, από τον οποίο περιμένουμε όλοι να πάρει κάποια στιγμή μπροστά και να επανεκκινήσει η οικονομία, επί του παρόντος απλώς πληρώνει τα σπασμένα που δημοσίου ενώ ο  τραπεζικός τομέας  από τον οποίο προσδοκά ο ιδιώτης  ρευστότητα, βρίσκεται ακόμα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και ελάχιστα έχουμε να προσδοκούμε  ως συνεισφορά στην ανασυγκρότηση της οικονομίας στο άμεσο μέλλον.

Από την άλλη το 1,5 εκατομμύρια των ανέργων και ο διαλυμένος κοινωνικός αλλά και παραγωγικός ιστός της χώρας αποτελούν μια ωρολογιακή βόμβα στο  success story  για το οποίο επιχειρούν να μας πείσουν. Όλο θεωρίες και ωραία ανέξοδα λόγια για φανταστικές επιτυχίες  και στην πράξη η κατάσταση στα μη περαιτέρω. Τουλάχιστον να έλειπε το ...δούλεμα!

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Πρακτικές που ωφελούσαν τους λίγους σε βάρος των πολλών...

 Η χρεοκοπία της οικονομίας και της πολιτικής, η ολιγωρία των θεσμών  γεννούν την ανάγκη να αρχίσει από κάπου η ανοικοδόμηση της χώρας. Εάν οι εισαγγελείς, ανακριτές και δικαστές μπορούν να αποδείξουν ότι λειτουργούν ανεξαρτήτως απ’ οποιαδήποτε εξωθεσμική πίεση, ότι έχουν την επαγγελματική αρτιότητα, το πνευματικό και φυσικό σθένος για να πετύχουν στο έργο τους, θα αποτελέσουν ένα σταθερό σημείο μέσα στη ρευστότητα της εποχής και θα δώσουν την ευκαιρία και σε άλλους να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Εδώ μπορεί να φανεί ότι κάτι αλλάζει, ώστε να αισθάνονται οι πολίτες ότι κάποια στιγμή ίσως βρεθούμε σε ευνομούμενη χώρα χωρίς να αναγκαζόμαστε να μεταναστεύσουμε.
Υπάρχει, όμως, ο κίνδυνος ότι εάν οι υποθέσεις δεν είναι «δεμένες» επαρκώς θα φανούν φρούδες οι ελπίδες για κάθαρση, κάτι που θα μπορούσε να ενισχύσει τον κυνισμό και την απελπισία των πολιτών. Από την άλλη, το μέγεθος της διαφθοράς που θα αποκαλυφθεί ίσως ενισχύσει τη δυσπιστία και κλονίσει το πολιτικό και οικονομικό σύστημα. Κανείς δεν γνωρίζει πού μπορούν να οδηγήσουν οι έρευνες· το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν πρέπει να τις εμποδίσει τίποτα. Το πολιτικό σύστημα –η κυβέρνηση, κυρίως– έχει την υποχρέωση να παρέχει κάθε στήριξη στους δικαστικούς λειτουργούς, όπου και αν οδηγούν οι έρευνες. Το οικονομικό σύστημα, από τη δική του πλευρά, πρέπει να απαλλαγεί από παλιές αμαρτίες, να αποφύγει το πάγωμα, οι τράπεζες να συνδράμουν στην ανάπτυξη, οι διαδικασίες να απλοποιηθούν ώστε να είναι πιο διαφανείς και αποτελεσματικές.
Πολλά είναι αυτά που πρέπει να γίνουν για να πάρει μπρος η χώρα. Το γεγονός, όμως, ότι το απόστημα της διαφθοράς έσπασε μας επιτρέπει μια συγκρατημένη αισιοδοξία ότι ίσως μπορέσουμε να απαλλαγούμε από νοοτροπίες και πρακτικές που ωφελούσαν τους λίγους σε βάρος των πολλών, που καλλιεργούσαν την καχυποψία, που υπονόμευαν την ηθική των πολιτών και την έννοια της κοινωνίας.

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Η πλειονότητα των αγροτών να στέναζε στα χωράφια βυθισμένη στα χρέη.

ΤΟ ΥΠΕΡΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΠΑΡΤΙ των αγροτοσυνδικαλιστών, με τις προκλητικές σπατάλες, τα επιδόματα καφενείου και τα ταξίδια αναψυχής στο εξωτερικό, αποκαλύπτει την ασυδοσία που κυριαρχούσε επί ολόκληρες δεκαετίες όχι μόνο στα υπουργικά γραφεία, αλλά σε όλο το νοσηρό σύστημα της εξουσίας. Μπορεί η αγροτική παραγωγή της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες να έφθινε συνεχώς. Μπορεί η πλειονότητα των αγροτών να στέναζε στα χωράφια βυθισμένη στα χρέη, όμως οι «άρχοντες του κάμπου» το μόνο για το οποίο ενδιαφέρονταν ήταν η προσωπική τους καλοπέραση και η εξασφάλιση φίλων και ημετέρων. Τα θλιβερά αυτά συμπτώματα της σήψης και της παρακμής, όπως καταγράφονται στην έρευνα του οικονομικού εισαγγελέα, αποδεικνύουν περίτρανα γιατί η χώρα οδηγήθηκε στη χρεωκοπία. Ομως οι έρευνες και τα πορίσματα δεν αρκούν. Οι πολίτες, που άλλωστε πλήρωναν τον λογαριασμό όλα αυτά τα χρόνια, απαιτούν κάτι περισσότερο από διαπιστώσεις και αφορισμούς. Αξιώνουν την παραδειγματική τιμωρία όλων όσοι έβαλαν το δάχτυλο στο μέλι και παράλληλα την επιστροφή των χρημάτων που κατασπαταλήθηκαν, συνήθως με τις «ευλογίες» των εκάστοτε κυβερνώντων.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Μένουμε τελευταίοι γιατί ο λαϊκισμός καταστρέφει την επιχειρηματικότητα.

Τα τέσσερα τελευταία χρόνια, που συντελείται -εκτός των άλλων- μια μεγάλη ιδεολογική αναδιάρθρωση, η επιχειρηματικότητα, αποτελεί μια έννοια-πασπαρτού με την οποία μπορεί κανείς να διαχειρίζεται τα αδιέξοδα του ελληνικού καπιταλισμού αλλά και τις πολιτικές ποταπότητες.
Οπως ακριβώς η επίσης ασαφής έννοια «λαϊκισμός», ανέλαβε την πολιτική άμυνα αυτού του καπιταλισμού: «Μένουμε τελευταίοι γιατί ο λαϊκισμός καταστρέφει την επιχειρηματικότητα». Εύκολο, ασαφές, επικοινωνιακά λειτουργικό. Οι έννοιες αναδύονται μέσα από το γκρίζο τοπίο που κομματικού καριερισμού και της οικονομικής καχεξίας που αυτός παρήγαγε. Η ελληνική εκδοχή της επιχειρηματικότητας είναι αυτό που ξέρουμε. Κουμπαριές, κρατική επιχορήγηση, φυγάδευση χρημάτων, όχι επένδυση. Ενα διαρκές σύνδρομο κατοχής. Ιδρύουν μια μαϊμού, για να σφετεριστούν ευρωπαϊκά ή κρατικά χρήματα, που στη συνέχεια διασπείρονται έξυπνα με offshore εξάχνωση.
Ειδικότερα, πολλοί νεοφώτιστοι τέως αριστεροί δεν λένε καν αυτό που καταλαβαίνει και ο τελευταίος φιλελεύθερος: ότι το ζητούμενο είναι η παραγωγική επινοητικότητα και όχι η επιχειρηματικότητα. Μια διαφορετική επενδυτική κουλτούρα κι όχι μια αντίληψη μαυραγορίτη που αρπάζει το κόσμημα κι εξαφανίζεται. Τι σημαίνει παραγωγική επινοητικότητα; Οχι μόνο να δεις τι σπανίζει στη διεθνή αγορά, ώστε να το παράγεις, αλλά να δεις τις δυνάμει ποιότητες αυτού που ζητάει η αγορά, ακόμα κι αν η τελευταία δεν τις αντιλαμβάνεται.