Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Επιστρέφει σταδιακά η αγωνία για το μέλλον της χώρας.

​Επιστρέφει σταδιακά η αγωνία για το μέλλον της χώρας. Αλλά αυτήν τη φορά κάτι έχει αλλάξει στην ατμόσφαιρα. Με την άνοιξη πια να κάνει δειλά την εμφάνισή της, αλλά ανήμπορη να διασκεδάσει το αίσθημα απογοήτευσης, εξάντλησης και γενικευμένης απάθειας, οι Ελληνες εμφανιζόμαστε όλο και περισσότερο πρόθυμοι να συμβιβαστούμε με την πραγματικότητα, όπως τουλάχιστον μας τη σερβίρει η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Κάτω από διαδοχικά στρώματα ανορθολογισμού, συνωμοσιολογίας και ακραίου κυνισμού, αναβλύζει μια διάθεση συνθηκολόγησης ακόμα και με τις πιο ακραίες όψεις της κυβερνητικής πολιτικής. Ο κοινός παρονομαστής αυτής της φαινομενικά παράδοξης στάσης είναι «να πάμε, επιτέλους, παρακάτω, μήπως και ξεκολλήσουμε κάποια στιγμή». Εκλογές είχαμε πρόσφατα, ο Τσίπρας θεωρητικά «αντέχει» (δεν καταρρέει πάντως), και σε κάθε περίπτωση μήπως είναι καλύτερα να γίνει ό,τι να γίνει με τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, από το να επιστρέψουμε σε μια λύση με τις δυνάμεις του «Ναι» ξανά στα πράγματα και την Αθήνα να καίγεται κάθε τρεις και λίγο;

Εδώ προκύπτουν δύο πολύ βασικά ερωτήματα: Θέλει η ίδια η κυβέρνηση πραγματικά να πάμε παρακάτω; Κι αν υποθέσουμε ότι θέλει, μπορεί να βάλει τη χώρα στην επόμενη «πίστα»;
Η απάντηση και στα δύο δεν είναι εύκολη. Σύμφωνοι, όλοι θέλουμε να «πάμε παρακάτω». Το θέμα είναι πώς το εννοεί ο καθένας. Η ίδια η κυβέρνηση, πάντως, φαίνεται ότι επιλέγει εκ νέου μια στρατηγική μακρόσυρτης, «σκληρής» διαπραγμάτευσης, γιατί γνωρίζει, ανάμεσα σε άλλα, ότι είναι και η μόνη στρατηγική που μπορεί να της αποφέρει πολιτικά οφέλη. Το περίφημο «ταξικό πρόσημο» του υπουργού Εργασίας Γιώργου Κατρούγκαλου δεν είναι μόνο ένα επικοινωνιακό τέχνασμα. Η υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης και των «πλουσίων» (με την ταυτόχρονη υπεράσπιση και διαιώνιση κάθε παθογένειας στο ευρύτερο Δημόσιο) στηρίζει το νέο κυβερνητικό αφήγημα. Είναι η περαιτέρω φτωχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας, που διευρύνει το κομματικό ακροατήριο του Αλέξη Τσίπρα με όλους τους παραδοσιακούς μύθους και τις θεωρητικές κατασκευές της ελληνικής Αριστεράς.

Το δεύτερο ερώτημα μοιάζει λιγότερο περίπλοκο: Μπορούμε να περιμένουμε από μια κυβέρνηση που αποστρέφεται ιδεολογικά την ελεύθερη οικονομία και λατρεύει το μεγάλο κράτος, να δημιουργήσει συνθήκες ανάκαμψης σε ένα περιβάλλον δημοσιονομικού στραγγαλισμού και, επομένως, διαρκώς μειούμενων δημόσιων επενδύσεων; Από πού θα προκύψουν οι νέες θέσεις εργασίας, όταν η κυβερνητική «μεγαλοψυχία» απέναντι στις ελάχιστες ιδιωτικοποιήσεις που προχώρησε επιδεικνύεται εξαιτίας της αφόρητης πίεσης των δανειστών; Ποιος ξένος επενδυτής θα τολμήσει να έρθει στην Ελλάδα, όταν γνωρίζει πόσο ιδεοληπτική και καχύποπτη είναι η κυβέρνηση της χώρας; Και ο χρόνος θα περνάει, θα πηγαίνουμε από «σκληρή» διαπραγμάτευση σε «σκληρή» διαπραγμάτευση, κι αν δεν συμβεί κάποιο ατύχημα στον δρόμο, θα σερνόμαστε όπως ακριβώς σερνόμαστε σήμερα. Εξάλλου, όλα μια συνήθεια είναι.
Έντυπη

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

Τι μπορείς να ελπίζεις από μια κυβέρνηση που οι υπουργοί της δεν μπορούν να συμφωνήσουν .

Τι μπορείς να ελπίζεις από μια κυβέρνηση που οι υπουργοί της δεν μπορούν να συμφωνήσουν ούτε στα αυτονόητα; Οχι γιατί δεν μπορούν αλλά γιατί έχουν επιλέξει να ψεύδονται και να κοροϊδεύουν ασύστολα, ανάλογα με το ακροατήριο στο οποίο απευθύνονται. Η Ειδομένη, για παράδειγμα, τη μια είναι γροθιά στο στομάχι της Ευρώπης, την άλλη σώζει την τιμή της Ελλάδας, την επομένη είναι ένα Νταχάου και την παράλλη είναι... ευθύνη της Ιστορίας και όχι της κυβέρνησης.

Οι αριστεροί μας ανθρωπιστές που είχαν κάνει σημαία τους την τραγωδία στο Αγαθονήσι πριν από μερικά  χρόνια - ακόμη και την περασμένη εβδομάδα το επικαλέστηκε ο Τσίπρας στη Βουλή... - τώρα σφυρίζουν αδιάφοροι για τις καθημερινές σχεδόν τραγωδίες που συμβαίνουν στο Αιγαίο. Εμφανίζονται πλέον ως οι προστάτες και θεματοφύλακες της ευρωπαϊκής ιδέας και την ίδια ώρα χαϊδεύουν τον... κεντρώο εθνικιστή σύμμαχό τους καθώς βλέπουν ότι εξαρτάται από αυτόν η επιβίωσή τους στην εξουσία.

Καταγγέλλουν διαρκώς τον επάρατο νεοφιλελευθερισμό, ομνύουν στον κρατισμό, αλλά στην Ειδομένη έχουν εκχωρήσει κάθε κρατική ευθύνη σε ΜΚΟ και  αλληλέγγυους, με αποτέλεσμα να βλέπουμε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, όπως η απόπειρα μαζικής φυγής στα Σκόπια. Εγκωμιάζουν και προβάλλουν την εντυπωσιακή όντως αλληλεγγύη της κοινωνίας που υποκαθιστά σε μεγάλο βαθμό τον ρόλο των κρατικών υπηρεσιών και αντί να δουν πώς θα οργανωθούν καλύτερα σχεδιάζουν συναυλίες  για να ανταγωνιστούν την κοινωνία των πολιτών.

Πανηγυρίζουν για τη συμφωνία που επιτεύχθηκε στη σύνοδο κορυφής και δεν αντιλαμβάνονται ότι για να υλοποιηθεί δεν θα μας σώσουν οι 2.000 Κοινοτικοί που θα έλθουν αν οι  ανοργάνωτες κρατικές υπηρεσίες που πρέπει να διαχειριστούν τον όγκο του προσφυγικού κύματος δεν λειτουργήσουν με ρυθμούς άγνωστους σε αυτές. Με οριστικά κλειστά τα σύνορα, με άγνωστες τις βουλές της Τουρκίας, με πολλές χώρες της Ευρώπης να σφυρίζουν αδιάφορες, με δεδομένη την κυβερνητική  διαχειριστική ανεπάρκεια, ο κίνδυνος να ζήσουμε  νέες Ειδομένες είναι δυστυχώς υπαρκτός...

Με συνέπεια μια κοινωνία που έχει γαλουχηθεί με εθνολαϊκιστικά και δημαγωγικά ιδεολογήματα και με την  οικονομική κρίση συνεχώς παρούσα, να μην είναι καθόλου απίθανο, αν δεν αντιμετωπιστεί το Προσφυγικό, να ξαναβρεθεί μπροστά σε ακραίες εθνικιστικές υστερίες και ακροδεξιές εξάρσεις.

Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

Ο λαϊκισμός καθρεφτίζεται και στα λασπόνερα και στα πρόσωπα .

Η μία στα σύνορα. Εκεί που τσαλαβουτούν για να επιβιώσουν μερικές χιλιάδες παιδιά, εκεί που βυθίζεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εκεί στη γραμμή των συνόρων που έχει εκχωρηθεί ο έλεγχος σε «Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις». Αυτές που με αυτοθυσία σώζουν ανθρώπους αλλά και άλλες που καταγγέλλονται από τον ίδιο τον Π/Θ. Εκεί που το κράτος απλώς απουσιάζει. Εκεί στα λασπόνερα της Ειδομένης, που καθρεφτίζεται το πρόσωπο της λαϊκιστικής πολιτικής, του δήθεν και του φαίνεσθαι. Γιατί ακούγεται αριστερό και είναι εύκολο να μιλά κανείς για ανθρωπιστική κρίση, να εξισώνει πρόσφυγες και παράνομους μετανάστες, να προβάλλει την ανάγκη διάσωσης αυτών που πνίγονται στη θάλασσα, να δηλώνει ότι έχει ανοικτές τις αγκαλιές της φιλοξενίας, να προκρίνει τις ανοικτές και να καταγγέλλει τις κλειστές δομές, να μετατρέπει τη χώρα σε ζώνη transit προς την Ευρώπη.
Οταν όμως αυτά βασίζονται σε θεωρίες, χωρίς καμία ανάλογη προετοιμασία, χωρίς εκτίμηση των πραγματικών αντοχών της χώρας, χωρίς συνεννόηση με τους εταίρους, χωρίς προοπτική, εξελίσσονται σε εγκληματική συμπεριφορά, που μετρά εκατοντάδες θύματα στο Αιγαίο, ακόμη και στον παραπόταμο των συνόρων, χιλιάδες που κινδυνεύουν από επιδημίες, εκατοντάδες χιλιάδες που εγκλωβίζονται σε έναν τόπο που δεν ήθελαν ποτέ να μείνουν. Η άλλη στην καρδιά της Αθήνας. Εκεί που αποφασίζονται τα επώδυνα μέτρα για τον δικό μας λαό, εκεί που οι «κόκκινες γραμμές» γίνονται ροζ και μετά πένθιμο μοβ, εκεί που οι Ελληνες υπουργοί μιας κυρίαρχης χώρας σπεύδουν να επισκεφθούν τους άλλοτε «υπαλλήλους της τρόικας» και να καταθέσουν προς έγκριση τις απόψεις τους. Εκεί που το κράτος ευτελίζεται, με την κυβέρνηση ικανοποιημένη γιατί «δεν πάει η τρόικα στα υπουργεία», αλλά πάνε οι υπουργοί στο ξενοδοχείο των «θεσμών». Εκεί στα σαλόνια του Χίλτον, που επίσης καθρεφτίζεται το πρόσωπο της λαϊκιστικής πολιτικής, του δήθεν και του φαίνεσθαι. Γιατί ακούγονταν αριστερές και ήταν εύκολες οι προεκλογικές υποσχέσεις της Θεσσαλονίκης, ο φραστικός τσαμπουκάς προς κάθε κατεύθυνση, η υπόσχεση ανατροπής των ευρωπαϊκών πολιτικών.
Οταν όμως όλα αυτά είναι λόγια, έτσι χωρίς πρόγραμμα, που έλεγε και η Ρεζάν, χωρίς επίγνωση των πραγματικών αναγκών και δυνατοτήτων, χωρίς καν συνείδηση των διεθνών σχέσεων και εθνικών συμφερόντων (από τη Νέα Υόρκη με τον Κλίντον μέχρι τη Σμύρνη με τον «φίλο Αχμέτ»), χωρίς αίσθηση του χρόνου που χάνεται από ιδεοληψία ή αυταρέσκεια, και με μια μεταρρυθμιστική αντίληψη που εξαντλείται στα ανατολίτικα παζάρια, τότε όλα αυτά εξελίσσονται σε καταστροφική πολιτική για τη χώρα, που μετρά σε εκατομμύρια ανέργων, σε πρόσθετες περικοπές μισθών και συντάξεων, σε νέους φόρους, σε ένα συνεχιζόμενο αδιέξοδο. Ο λαϊκισμός καθρεφτίζεται και στα λασπόνερα και στα πρόσωπα της δικής μας απόγνωσης. Η ανασύνταξη της χώρας πρέπει να ξεκινήσει από την ήττα του στο μυαλό και στην ψυχή των ανθρώπων.

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Το υβρίδιο των ΑΝΕΛ είναι χαρακτηριστική περίπτωση.

Η εγχώρια πολιτική εξακολουθεί να βρίσκεται σε διάσταση με τη ζώσα πραγματικότητα. Οι εκπρόσωποί της, παγιδευμένοι στον μικρόκοσμό τους, εμφανίζουν συμπτώματα εγκλεισμού. Και το χειρότερο, δεν μπορούν να απεξαρτηθούν από τα υποδείγματα του παρελθόντος. Επιδίδονται σε σκιαμαχίες, υιοθετώντας παρωχημένους φορμαλισμούς. Συντηρούν φαντασιώσεις, υποδαυλίζοντας φοβικά σύνδρομα. Το υβρίδιο των ΑΝΕΛ είναι χαρακτηριστική περίπτωση. Ενα κράμα ακροδεξιών, εθνικιστών, λαϊκιστών και ρατσιστών, που όχι μόνο απέκτησε αξιοσημείωτη κοινοβουλευτική παρουσία, αλλά έγινε και κυβερνητικός εταίρος. Το γεγονός αυτό θέτει καίρια ερωτήματα για την αξιοπιστία και φερεγγυότητα της σημερινής συγκυβέρνησης. Η σύμπραξη του Αλ. Τσίπρα με τον Π. Καμμένο μόνο κομματικές και προσωπικές επιδιώξεις εξυπηρετεί. Συνιστά ένα συνονθύλευμα αριστερών ιδεοληψιών και δεξιάς πατριδοκαπηλίας με κοινό παρονομαστή τον λαϊκισμό και τη μισαλλοδοξία. Στην ουσία επιβεβαιώνεται με τον χειρότερο τρόπο ότι η κοντόφθαλμη πολιτική που ασκείται βρίθει αντινομιών και αντιφάσεων. Μοναδική συνεκτική ουσία είναι η εξουσία.
Το επεισόδιο που προκάλεσε ο υπουργός Αμυνας αναφορικά με τον υπουργό αναπληρωτή Μεταναστευτικής Πολιτικής είναι το τίμημα που πληρώνει ο πρωθυπουργός εξαιτίας των επιλογών του. Αποτελεί τη φυσική συνέπεια μιας αβαθούς πολιτικής. Προσπαθώντας να μοντάρει αντιτιθέμενες και αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις, ο Αλ. Τσίπρας το μόνο που επιτυγχάνει είναι η πολτοποίησή τους. Κι όταν η πολιτική μετατρέπεται σε χυλό δεν διασφαλίζεται η κυβερνητική συνοχή και ανθεκτικότητα, ενώ η όποια κυριαρχία αποδεικνύεται θνησιγενής. Παράλληλα, θέλοντας να συγκεράσει τις προγενέστερες απόψεις του με τις τωρινές επιδίδεται σε ασκήσεις ισορροπιών με αποτέλεσμα να βρίσκεται συνεχώς σε κενό. Οι πατριδοκάπηλοι εκβιασμοί του Π. Καμμένου υπερβαίνουν την πραγματική διάσταση της δήλωσης του Γ. Μουζάλα. Υπαγορεύονται και εξυπηρετούν συγκεκριμένες κομματικές επιδιώξεις. Αποβλέπουν στο εκλογικό του ακροατήριο. Εκεί απευθύνεται ο αρχηγός των ΑΝΕΛ και αυτό θέλει να συντηρεί, τώρα μάλιστα που διαπιστώνει τη συρρίκνωση της απήχησής του.
Η προσπάθεια να εμφανίσει την αντίδρασή του ως έκφραση εθνικής ευαισθησίας είναι ψευδεπίγραφη και αποπνέει αναχρονισμό. Γνωρίζει πως η αναπαραγωγή του πολιτικού του κεφαλαίου χρειάζεται κατά καιρούς ισχυρή δοσολογία εθνικιστικού λόγου. Αξιοποιώντας υπαρκτά προβλήματα, αλλά και διαχρονικές εκκρεμότητες, επενδύει χωρίς καμιά συστολή σε φοβικά σύνδρομα. Ταυτόχρονα, μ' αυτά προσπαθεί να συγκαλύψει την εκ μέρους του αποδοχή των μνημονιακών μέτρων που μέχρι πρότινος μετά βδελυγμίας αποκήρυσσε. Ο τακτικισμός και η ελαφρότητα του Π. Καμμένου είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος - του ακραίου κυνισμού. Το βέβαιο είναι πως η πλειονότητα της πολιτικής τάξης πολιτεύεται με στερεότυπα και μύθους άλλων εποχών. Διαχειρίζεται με ξεπερασμένα κλισέ τόσο τα εσωτερικά όσο και τα εξωτερικά ζητήματα. Η χρεοκοπία της χώρας, αλλά και του κομματικού συστήματος δεν στάθηκε αφορμή για την αποδέσμευσή της από ένα παρωχημένο πολιτικο-ιδεολογικό οπλοστάσιο. Μάλιστα, η κρίση διόγκωσε το υπαρκτό υπόστρωμα του εθνολαϊκισμού, τροφοδοτώντας τις εκλογικές δεξαμενές ακραίων δυνάμεων.

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

Τώρα βρίσκεται αντιμέτωπος με τους εκβιασμούς και τις απειλές .

Ο κ.Τσίπρας, επέλεξε χωρίς δεύτερη συζήτηση, εν ονόματι του κοινού χωρίς όρια, αντιμνημονιακού αγώνα, ως κυβερνητικό εταίρο του τον κ.Καμμένο. Ταυτίστηκε απολύτως με ένα ακραίο δεξιό και εθνικιστικό κόμμα, ανέθεσε στον αρχηγό του ένα σημαντικό υπουργείο και δεν έχανε ευκαιρία να συναγελάζεται μαζί του σε κάθε είδους εθνικοπατριωτικές παράτες. Τώρα βρίσκεται αντιμέτωπος με τους εκβιασμούς και τις απειλές του, αδυνατώντας  να διαχειριστεί μια κυβερνητική κρίση που ο ίδιος με τις επιλογές του προδιέγραψε.

Ο κ.Καμμένος κάνει αυτό που έκανε πάντα. Πουλά λαϊκισμό και εθνικοφροσύνη γιατί έτσι προφανώς πιστεύει ότι θα επιβιώσει πολιτικά.Το πρόβλημα όμως δεν είναι ο αρχηγός των ΑΝΕΛ, αλλά ο κ.Τσίπρας και η κυβέρνηση του. Μια τυχάρπαστη συμπόρευση , χωρίς αρχές με μόνο στόχο τη νομή της εξουσίας καταρρέει σε μια συγκυρία που η χώρα βρίσκεται κυριολεκτικά και πάλι μετέωρη, με όλα τα μέτωπα ανοικτά και με ανύπαρκτες εσωτερικές και διεθνείς συμμαχίες .

Με την κατάσταση στο προσφυγικό ανεξέλεγκτη, με την Ευρώπη διχασμένη, με ορατό τον κίνδυνο να βρεθούμε με δεκάδες χιλιάδες εγκλωβισμένους σε τραγικές συνθήκες και την κυβέρνηση ανίκανη και ανήμπορη να διαχειριστεί το πρόβλημα. Με την αξιολόγηση  ακόμα στον αέρα, με νέα μέτρα και περικοπές στον ορίζοντα, ακόμα και στην πιο ευνοϊκή εξέλιξη και με μια κυβερνητική πλειοψηφία, που δεν ξέρει κανείς τι της ξημερώνει.

Ο κ.Τσίπρας βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με τις τραγικές επιλογές του, αναγκασμένος να διαχειριστεί μια κρίση, που δεν μπορεί ως συνήθως να τη μεταθέσει ή να την προσπεράσει με επικοινωνιακά παιγνιδάκια. Είναι αναγκασμένος είτε να αποδεχθεί τον εκβιασμό Καμμένου και να συγκρουστεί με ένα μέρος τουλάχιστον των στελεχών του, ή να ρισκάρει την απώλεια της κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Όποια επιλογή και να κάνει είναι προφανές ότι η κυβερνητική σταθετόρητα, θα βρίσκεται πλέον υπό διαρκή απειλή. Με δεδομένα μάλιστα τα ανοικτά μέτωπα, αλλά και τα τεράστια προβλήματα διαχειριστικής ανικανότητας που εξελίσσονται καθημερινά,η κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο. Με συνέπειες δυστυχώς οδυνηρές για τη χώρα και με ορατό τον κίνδυνο να βρεθούμε και πάλι σε ένα σκηνικό αβεβαιότητας και αστάθειας, με τραγικές επιπτώσεις σε μια χειμαζόμενη οικονομία και μια βαθιά τραυματισμένη και οργισμένη κοινωνία...

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

H πραγματικότητα φωνάζει.

Ο πρωθυπουργός έχει εγκλωβιστεί για ακόμη μία φορά, όπως ακριβώς συνέβη με τη διαπραγμάτευση των πρώτων μοιραίων μηνών του 2015. Από τη μια, η πραγματικότητα «φωνάζει» πως η κατάσταση με τους πρόσφυγες και μετανάστες βρίσκεται εκτός ελέγχου. Από την άλλη, οι ιδεοληψίες μιας μεγάλης μερίδας του κόμματός του δεν τον αφήνουν εδώ και καιρό να κάνει τα αυτονόητα. Αρχικώς η χώρα βρέθηκε στα χέρια υπουργών και στελεχών που πίστευαν στα ανοιχτά σύνορα. Κατόπιν επικράτησε η αντίληψη ότι δεν πρέπει να υπάρχει διαχωρισμός προσφύγων και παράνομα εισερχόμενων μεταναστών. Τώρα η κυβέρνηση πιστεύει ότι θα πείσει τους ταλαιπωρημένους αυτούς ανθρώπους με διαγγέλματα από την Αθήνα και δυσκολεύεται να αποφασίσει τη δημιουργία κλειστών κέντρων. Το αποτέλεσμα το βλέπουμε, και δεν τιμά ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος που ούτε ειλικρινή ανθρωπισμό δείχνει ούτε στοιχειώδη αποτελεσματικότητα στην προστασία των συνόρων του.

Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Ξανά στη σκληρή πραγματικότητα.

Ξανά στη σκληρή πραγματικότητα μετά το τριήμερο αποκριάτικο διάλειμμα. Η δεύτερη φάση των διαπραγματεύσεων, μετά την επιστροφή του κουαρτέτου στην Αθήνα, ξεκινά σήμερα, με την κυβέρνηση να μη στοιχηματίζει για την ημερομηνία ολοκλήρωσης της αξιολόγησης. Αν και επείγεται, αισιοδοξώντας ότι αυτό θα συμβεί τον επόμενο ενάμιση μήνα. Παρότι υπάρχουν σημεία επαφής Αθήνας - ευρωπαϊκών θεσμών, υψώνεται σαν φράχτης η εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για το δημοσιονομικό κενό.
Η εμμονή αυτή, παρά το βεβαρημένο παρελθόν με άλλες ανεδαφικές προβλέψεις-εκτιμήσεις των γραφειοκρατών στην Ουάσιγκτον, ωθεί και όλα τα υπόλοιπα να κινούνται σε τεντωμένο σκοινί. Δεδομένου ότι συνεπάγεται νέα πρόσθετα σκληρά μέτρα λιτότητας. Θετικά, ίσως, για την ποσοστομανία του Ταμείου, ατελέσφορα έως νεο-καταστροφικά για την πραγματική οικονομία.
Μέσα στο ευρύτερο αυτό πλαίσιο εξελίσσεται μια συγκρουσιακή, λίγο-πολύ, διαπραγματευτική διαδικασία σε πέντε μέτωπα. Κρίσιμα για την καθημερινότητα των οικονομικώς εξαντλημένων πολιτών. Πριν απ' όλα για το Ασφαλιστικό και το Φορολογικό.
Η κυβέρνηση φέρεται διατεθειμένη να μη δεχθεί τη λήψη μέτρων, πέραν όσων αναφέρονται στη συμφωνία για το χρηματοδοτικό πρόγραμμα. Να μην πληγούν άλλο μισθωτοί και συνταξιούχοι. Η «γραμμή» αυτή είναι και μονόδρομος για την κυβερνητική πορεία. Προϋπόθεση για να προβληθεί στην κοινωνία η συνολική συμφωνία με τους εταίρους ως αναγκαία συνθήκη για την έξοδο από την κρίση. Η «αχίλλειος πτέρνα» σε αυτή τη διαδικασία, όμως, είναι το υπερεπείγον για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Ο χρόνος που πιέζει πια ασφυκτικά...