Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Η Ελλάδα είχε πτωχεύσει στις συνειδήσεις των Ελλήνων.

Στην Ελλάδα αυτή η στάση μεταφραζόταν με όρους Αριστεράς και Δεξιάς. Αν δεν ήσουν ή αν δεν δήλωνες αριστερός δεν μπορούσες να γράψεις ούτε να μιλήσεις δημόσια. Αντιθέτως, εάν ήσουν ή δήλωνες αριστερός είχες το δικαίωμα να λες την οποιαδήποτε μπούρδα και να σε παίρνουν στα σοβαρά. Η δημιουργία, το ταλέντο, η απλή ευφυΐα παραμερίστηκαν στο όνομα των «σωστών» απόψεων. Οσοι έπιασαν το υπονοούμενο εντάχθηκαν στο πλέγμα των δημοκρατικών δυνάμεων, της πασοκοαριστεράς, και έκαναν δουλειές. Η πάλαι ποτέ συντηρητική δεξιά εζήλωσε τη δόξα της προοδευτικής αριστεράς με αποτέλεσμα να καταντήσει κι αυτή μια θλιβερή απομίμηση της πασοκοαριστεράς και όλοι μαζί να κοιτάνε να τη βγάλουν. Αυτή η έννοια του «να τη βγάλω» χαρακτηρίζει και την κοινωνική ποιότητα της μεταπολίτευσης. Στηρίχθηκε στην αδιαφορία για τη δημιουργία, κατά συνέπεια στον ευτελισμό και στην υποβάθμιση της παιδείας. Αποτέλεσε το θεμέλιο της ιδεολογίας του «περίπου»: ζούσαμε πιστεύοντας πως το ρεμπέτικο είναι περίπου Μπαχ, ο Μπαχ είναι περίπου Τσιτσάνης και πως η τραγωδία του Αισχύλου είναι ο πρόγονος του Καραγκιόζη, γιατί η ελληνική ψυχή είναι περίπου κάτι ανάμεσα στον ηρωισμό του Προμηθέα και τον δύσμορφο θεωρητικό πάσης κουτοπονηριάς. Παριστάναμε τους ήρωες, ενώ στην πραγματικότητα αισθανόμασταν καραγκιόζηδες. Μας έφτανε που η Ελλάδα ήταν περίπου ευρωπαϊκή χώρα. Το γεγονός ότι η καταρροή του πλούτου τις δεκαετίες του ενενήντα και του δύο χιλιάδες μας βρήκε άοπλους οφείλεται σ’ αυτήν την ψυχολογική αντίδραση. Οταν μπορείς να τη βγάλεις με χρήματα που είναι περίπου δικά σου, είναι και δεν είναι, τότε γιατί να κοπιάσεις για να βγάλεις δικά σου χρήματα; Το χρήμα για πολλούς είναι ιδέα, όμως σε αντίθεση με τις ιδέες, το χρήμα δεν σηκώνει πολλαπλές ερμηνείες.

Η ποιότητα του «περίπου» ευτέλισε τα έργα της μακρόσυρτης περιόδου που την ονομάζουμε μεταπολίτευση και εγκαινιάστηκε τέτοιες μέρες πριν από σαράντα χρόνια. Η Ελλάδα φτήνυνε ανεβάζοντας τις τιμές της, έγινε προϊόν που κανείς δεν ήθελε να αγοράσει και εντέλει πτώχευσε. Πανικόβλητοι τρέχουμε να ξεπληρώσουμε το χρέος απέναντι στους δανειστές μας, όμως κανείς δεν ασχολείται για το χρέος μας απέναντι στους ίδιους μας τους εαυτούς και τα έργα μας. Διότι πριν πτωχεύσει απέναντι στους δανειστές της, η Ελλάδα είχε πτωχεύσει στις συνειδήσεις των Ελλήνων.

Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

Σκέπτονται να λύσουν το πρόβλημα με ημίμετρα και λάθος κινήσεις.

Κάποιοι σκέπτονται να λύσουν το πρόβλημα με ημίμετρα και λάθος κινήσεις. Σκέπτονται (αν το ρήμα «σκέπτομαι» ταιριάζει στην περίσταση…), λέει, να καταργήσουν για διάστημα δύο ετών το «πόθεν έσχες» στην αγορά ακινήτων για να κινηθεί πάλι η αγορά. Δηλαδή θα διευκολύνουν παλιούς και νέους φοροφυγάδες να αγοράσουν ακίνητα σε χαμηλές τιμές. Και θα τους διευκολύνουν δίνοντας την ευχέρεια να αγοράσουν ακίνητα χωρίς «πόθεν έσχες» και σε αντάλλαγμα θα πληρώσουν την υψηλή φορολογία. Η κίνηση αυτή μπορεί να βοηθήσει κάποιους, αλλά δεν βοηθάει την κτηματαγορά. Ούτε είναι επιλογή μιας χρηστής διοίκησης να ανοίγουν παραθυράκια φοροφυγάδων.

Η μόνη σωστή επιλογή είναι να επιστρέψουμε στην αλήθεια. Οι αντικειμενικές τιμές να είναι αντικειμενικές. Να προσαρμοστούν στην πραγματική αγορά και σταθερά να αναπροσαρμόζονται κάθε χρόνο. Και να διατηρηθούν παράλληλα «πόθεν έσχες» και τεκμήρια για όλους. Αν νομίζουν ότι δεν πρέπει να υπάρχει «πόθεν έσχες» για ακίνητα, να καταργηθεί μόνιμα. Η επιστροφή στην πραγματικότητα είναι η μοναδική λύση για να ξεκινήσει πάλι η κτηματαγορά. Βέβαια αυτό πιθανότατα θα μειώσει προσωρινά τα φορολογικά έσοδα που εισπράττονται άδικα. Τα έσοδα που προκύπτουν από φορολογία ανύπαρκτης περιουσίας. Θα μειώσει ενδεχομένως την άδικη φορολογία που νομιμοποιεί ηθικά τη φοροδιαφυγή.

Πέρα όμως από το θέμα της ηθικής φορολογικής πολιτικής, υπάρχει και η αποτελεσματικότητα. Η υπερβολική φορολογία των ακινήτων για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα αποδίδει, αλλά μετά απλώς καταστρέφει τον κλάδο και μειώνει τα έσοδα. Δεν είναι αποδοτική πολιτική και γι’ αυτό πρέπει να αλλάξει.

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

Και ξαφνικά όλοι ξύπνησαν και άρχισαν να τρέχουν.

Και  ξαφνικά όλοι ξύπνησαν και άρχισαν να τρέχουν. Συζήτησαν  διάφορα σενάρια, όπως να κεφαλαιοποιηθούν οι απαιτήσεις της Τράπεζας  Πειραιώς , ανέθεσαν στην Κantor να μελετήσει το θέμα της λειτουργίας ή όχι και των τριών εργοστασίων και κατέληξαν να λειτουργήσουν το ένα .

Για όσους γνωρίζουν,  το παιχνίδι χάθηκε  πριν ξεκινήσει, δηλαδή όταν ανακοινώνονταν οι τιμές των τεύτλων. Εάν η ΕΒΖ έδινε π.χ.  5 εκατ. ευρώ  περισσότερα στους παραγωγούς και γινόταν και η κατάλληλη ενημέρωσή τους , θα συγκέντρωναν τεύτλα για τουλάχιστον 100.000 τόνους ζάχαρη και με πολύ ικανοποιητικό κόστος παραγωγής. Με παράλληλη παραγωγή του υπολοίπου της ποσόστωσης με τη διαδικασία φασόν και εισαγωγές για την κάλυψη της υπόλοιπης ζήτησης, η ΕΒΖ δεν θα είχε ζημιές και με τα κέρδη από τα εργοστάσια της Σερβίας, η Εταιρεία θα ήταν σε εξαιρετική κατάσταση.

Δυστυχώς όμως οι αρμόδιοι δεν ενδιαφέρθηκαν. Ακόμη και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης δήλωσε εγγράφως αναρμόδιο. Το Δ.Σ. της Εταιρείας  δεν μπόρεσε να λύσει το πρόβλημα, γιατί μάλλον δεν το κατανόησε . Γι αυτό και σήμερα θερίζει τις θύελλες που έσπειρε κατά την εξαγγελία των τιμών των τεύτλων, όταν έκανε σκληρή πολιτική

Υστερα από τα παραπάνω δημιουργούνται νέα ερωτήματα, όπως:

-Υπάρχει υπεύθυνος για το αδιέξοδο στην πορεία της ΕΒΖ και το κλείσιμό της ;

-Υπάρχει υπεύθυνος για το αδιέξοδο στο θέμα της πώλησης των μετοχών;

-Ποιος είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο προσελήφθη και δεύτερος σύμβουλος πώλησης των μετοχών;

-Ποια μεγάλη ευρωπαϊκή ζαχαροβιομηχανία τελικά  θα ωφεληθεί από τις εξελίξεις αυτές;

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Η κρίση δεν συνεχίζεται απλώς. Βαθαίνει.

Από την επομένη των ευρωεκλογών είναι φανερό πως η δικομματική κυβέρνηση διακατέχεται από το έντονο άγχος της πρόκλησης των πρόωρων εκλογών. Το πρόβλημα με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ είναι ότι στρατηγικά κινούνται ανερμάτιστα. Ο μόνος τρόπος για την αποτροπή των εκλογών αυτών, αντί για παλαιοκομματικές τακτικίστικες κινήσεις, θα ήταν η επένδυση σε ένα κυβερνητικό σχήμα το οποίο θα αποτελούσε ένα τολμηρό άλμα νέου ξεκινήματος. Με τον τρόπο αυτό, ανεξάρτητοι βουλευτές θα πείθονταν πως η κυβέρνηση αξίζει να στηριχθεί για να σταθεροποιήσει την οικονομία. Αντιθέτως, ο πανικός του μικροκομματικού λαϊκισμού έστειλε ένα μήνυμα αδυναμίας. Ποιος όμως επενδύει στην αδυναμία;
Από την άλλη πλευρά, αντί ο ΣΥΡΙΖΑ να αποπνέει σιγουριά και να επενδύει στα κυβερνητικά στρατηγικά αδιέξοδα, σπασμωδικά κατέφυγε στα περί δημοψηφίσματος για τη ΔΕΗ και σε έναν κρατικίστικο λαϊκισμό παλαιοπασοκικών εποχών. Ετσι, φτάσαμε σε έναν κούφιο θόρυβο χάριν του θορύβου.
Από εκεί και πέρα, ο ΣΥΡΙΖΑ αμύνθηκε ισχυριζόμενος ότι θέλει αλλαγές στον δημόσιο τομέα, αν και σε κάθε αλλαγή είναι αρνητικός. Επίσης, η προσπάθεια ταύτισης ΣΥΡΙΖΑ και Χρυσής Αυγής από τη ΝΔ είναι κωμική, όταν είναι οι νεοδημοκρατικοί χειρισμοί (αρχικά θωπείες και μετά θυματοποίηση) που έχουν εκτοξεύσει το ακραίο αυτό κόμμα. Το ασυναρτησίας το ανάγνωσμα περιλαμβάνει επίσης τον τραγέλαφο στον χώρο της λεγόμενης «Κεντροαριστεράς». Αυτή δεν πρόκειται να «ανασυγκροτηθεί» όσο το τοξικό ΠΑΣΟΚ αποτελεί πυλώνα της. Κάθε πολιτικός που εμπλέκεται τώρα στο εγχείρημα αυτό και έχει όντως κάτι να δώσει, απλώς θα «καεί».
Ετσι, η χώρα είναι φανερό πως ούτε τις οικονομικές προκλήσεις μπορεί τώρα να χειριστεί αποτελεσματικά ούτε να δημιουργήσει στοιχειώδη εμπιστοσύνη ότι διασφαλίζει πολιτική σταθερότητα. Η κρίση δεν συνεχίζεται απλώς. Βαθαίνει.

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Δε βαριέσαι, πάμε γι’ άλλα...

Αδικοι όπως συνήθως, κοντόθωροι, κοντόμυαλοι και βεβαίως μεμψίμοιροι, και το «σαξές στόρι» βιαστήκαμε να αποδομήσουμε με τα πολιτικάντικά μας και πως δεν υπάρχει σχέδιο εξόδου από την ανέχεια σπεύσαμε να συμπεράνουμε. Πεισματάρικη όμως η ελπιδοφόρα πραγματικότητα, κατακτά κάθε βράδυ τη μικρή οθόνη για να μας παρηγορήσει. Να μας δώσει κουράγιο, αλλά και κάτι παραπάνω: χρήμα. Ζεστό και φρεσκοτυπωμένο, αν κρίνουμε από τα ατσαλάκωτα χαρτονομίσματα που κρατούν στα χέρια τους αγόρια και κορίτσια, και τα ανεμίζουν δελεαστικά· για να δούμε επιτέλους όλοι από κοντά πώς είναι ένα διακοσάρικο και να το λιμπιστούμε. Για σχέδιο πρόκειται βέβαια. Για σχέδιο ενίσχυσης των οικονομικών μας, και μάλιστα με αξιοκρατικά τεκμήρια, ώστε να πάψουν, επιτέλους, οι συστηματίες παραπονιάρηδες να μιλάνε για κομματισμό και πελατειακό κράτος και ν’ αφήσουν στην άκρη την ανέξοδη αλλά και αδιέξοδη στρατηγική της γκρίνιας. Αν είσαι οξυδερκής και παρατηρητικός, θα ανταμειφθείς. Αν σε διακρίνει υπομονή και επιμονή, θα επιβραβευτείς. Αν τα πας καλά με τη «στοχοπροσήλωση» και δεν είσαι του «δε βαριέσαι, πάμε γι’ άλλα», θα επιδοτηθείς «ατάκα κι επιτόπου», για να θυμηθούμε την ατάκα του παλιού σουξέ. Αν όμως είσαι τεμπελάκος· αν τα μάτια τα ’χεις για ομορφιά και όχι για τη δουλειά που τους ανέθεσαν οι δημιουργοί τους (η φύση, οι εξωγήινοι, κάποιος από τους λατρευόμενους ανά τον κόσμο θεούς)· αν θες να κερδίσεις κατευθείαν το διχίλιαρο και αδιαφορείς για τα πρόσφορα διακόσια ή τριακόσια ευρώ, τότε, καλέ μου άνθρωπε, εσύ θα βγεις χαμένος. Και θα ξαναρχίσεις την γκρίνια: «Πού είναι το κράτος» και τα παρεμφερή.

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί.

Πέντε ολόκληρα χρόνια βαθιάς κρίσης και το πολιτικό σύστημα δεν έχει καταφέρει να διαμορφώσει ένα κατ' αρχήν εθνικό σχέδιο για το τι είδους παραγωγικό και κοινωνικό μοντέλο θέλουμε και να συμφωνήσει σε ένα μίνιμουμ συναίνεσης. Οι σχεδιασμοί και οι προσδοκίες όλων στρέφονται γύρω από το ενδεχόμενο εκλογών και για το πώς θα παραπλανήσουν για μία ακόμη φορά τους πολίτες ώστε να διατηρήσουν ή να κατακτήσουν τις καρέκλες της εξουσίας. Ολα τα άλλα έπονται...

Δεν καταλαβαίνουν καν ότι ο ασταθής και καχεκτικός  δικομματισμός που έχει διαμορφωθεί μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη από έναν αστάθμητο παράγοντα, από ένα τυχαίο ατύχημα. Δεν συνειδητοποιούν ότι ένα μειοψηφικό ακόμη αλλά συμπαγές τμήμα της κοινωνίας έχει ήδη το βλέμμα στην ατζέντα της επόμενης ημέρας, με όραμα την ισότιμη επανένταξη στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι αλλά και τον εκσυγχρονισμό και απογαλακτισμό του κράτους από κομματικά και συντεχνιακά δεσμά. Αυτό που λείπει είναι το πολιτικό υποκείμενο που θα αναλάβει το βάρος και την πρωτοβουλία να μετουσιώσει το όραμα σε πράξη.

Το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί ακόμη, με συνέπεια να ζούμε με τα νοσηρά συμπτώματα της μεσοβασιλείας.  Οι επόμενοι μήνες θα μας δείξουν αν θα μείνουμε παγιδευμένοι σε αυτό το μεταίχμιο ή αν υπάρχουν δυνάμεις που θα μπορέσουν να μας οδηγήσουν στην επόμενη ημέρα...

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Τα «παλιά φθαρμένα υλικά» από τα οποία δεν μπορεί να προκύψει κάτι καινούργιο.

Τα «παλιά φθαρμένα υλικά» από τα οποία δεν μπορεί να προκύψει κάτι καινούργιο στην πολιτική αποτελούν την πλέον στερεοτυπική φράση στο στόμα των πολιτικών όλων των κομμάτων, κινημάτων και κινήσεων. «Με παλιά φθαρμένα υλικά δεν φτιάχνεις κυβέρνηση» είχε πει ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τον πρόσφατο ανασχηματισμό. «Η “Νέα Ελλάδα”, στην οποία αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός, φτιάχνεται από τα γνωστά παλιά φθαρμένα υλικά» είχε σημειώσει το ΚΚΕ. «Η νέα κυβέρνηση αποτελείται από τα παλιά φθαρμένα υλικά του δικομματισμού» είχαν τονίσει οι ΑΝΕΛ. Ασχέτως αν σε πλήθος κόμματα, κινήματα, κινήσεις, και στον ΣΥΡΙΖΑ και στο «Ποτάμι» και στην «Ελιά» και στους «58» υπάρχουν, μαζί με τα «καινούργια» και «παλιά υλικά», όψιμοι αντιμνημονιακοί που εγκατέλειψαν το καράβι λίγο πριν βουλιάξει, για να σωθούν προσαράζοντας σε άφθαρτα λιμάνια. Η στερεοτυπική έκφραση για τον «φθαρμένο» αντίπαλο λειτουργεί ως απολυμαντικό και μαζί «κράχτης» της προσωπικής αφθαρσίας.

Ομως, βαθμηδόν, καθώς ο πολιτικός λόγος μετατρέπεται σε κλισέ, το νόημα φτωχαίνει· δεν ακυρώνεται, δεν εκκενώνεται, εξασθενεί. Από την άλλη το κλισέ έχει ένα δικό του βάρος, όχι σημαντικό αλλά αισθητό, μια δική του αξία, που δεν δεσμεύεται από την αλήθεια. Εκφέρεται εύκολα, αβίαστα, σαν προειδοποίηση και μαζί σαν διαπίστωση, στεγανή, απρόσβλητη, παγιωμένη -παγωμένη. Το κλισέ εμπεριέχει ένα στατικό μήνυμα. «Κομμένο» σε ένα μέγεθος, για να προσλαμβάνεται από όλους.

Εχουμε συνηθίσει να μιλάμε για την πραγματικότητα στερεοτυπικά. Να εγκιβωτίζουμε δηλώσεις μακριά από τον σπαραγμό του κοινωνικού κόσμου. Ακόμη και σε μια στιγμή με πιεστική την ανάγκη για συμφιλίωση της μορφής του λόγου με το βαθύ του περιεχόμενο, της πολιτικής με τον άνθρωπο.

Οχι ότι οι Ελληνες είναι απολίτικοι. Απλώς φοβούνται την πολιτική εκμετάλλευση. Επιτίθενται στην κυβέρνηση, αλλά είναι δύσπιστοι και απέναντι στην αντιπολίτευση. Μπερδεμένοι, ευμετάβολοι. Ολη η Ευρώπη σαρώνεται από αντιφατικά «ρεύματα». Από τη μια είναι τα λαϊκιστικά κόμματα, που καθυβρίζουν τα κόμματα εξουσίας, υμνούν την καταγωγή, πολεμούν τη μετανάστευση, εκμεταλλεύονται τους φόβους, επιδιώκουν τη σύμπτυξη στην περιοχή, την περιφέρεια, το έθνος, ζητούν μια δημοκρατία βασισμένη σε δημοψηφίσματα, επιχειρούν μια «νέα τάξη» (η παθιασμένη αναζήτησή της, άλλοτε, γέννησε μια ολέθρια αταξία) και μαγνητίζουν τα λαϊκά στρώματα. Από την άλλη αναπτύσσονται κινήματα, που με αφορμή κρίσιμα ζωτικά προβλήματα δημιουργούν έναν ευρύτερο χώρο δημόσιας διαβούλευσης, απαιτώντας διαφάνεια, έλεγχο της κυβέρνησης, ευήκοα ώτα σε προτάσεις βελτίωσης της καθημερινότητας και προσελκύουν κυρίως τα μεσαία στρώματα. Εμφανής κι εδώ η ανάγκη της προβολής στο μέλλον, της αλλαγής σελίδας, ακόμη και σε πλήρη ασυνέχεια με το δυσοίωνο σήμερα. Ομως η ιστορία του ανθρώπου δεν γνωρίζει την ασυνέχεια, τη λήθη, την απολύτως νέα αρχή. Η ρόδα δεν αρχίζει να κυλά, αν δεν κλείσεις τους λογαριασμούς με το παρελθόν. Αν δεν ξεκαθαρίσεις με βλαβερές νοοτροπίες, αγκυλώσεις, κλισέ.