Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Ο ΣΥΡΙΖΑ «η χρονιά της ανατροπής, η χρονιά της μεγάλης αλλαγής στον τόπο μας»


Δυστυχώς, η προσδοκία του ότι το 2013 θα είναι, κατά τη διατύπωσή του, «η χρονιά της ανατροπής, η χρονιά της μεγάλης αλλαγής στον τόπο μας» δεν είναι τελείως στον αέρα. Κατ’ αρχάς, επειδή βάσιμες είναι οι ενδείξεις ότι το στρατηγικό βάθος της συνεργασίας των τριών κομμάτων της συγκυβέρνησης έχει πλέον εξαντληθεί: ως επί το πλείστον, καταγίνονται με την περιχαράκωση των χώρων τους, αντί να αναζητούν κοινούς χώρους εποικοδομητικής συνεργασίας. Συγχρόνως, η συγκυρία προσφέρει στον ΣΥΡΙΖΑ, μέσω της λίστας Λαγκάρντ, ένα πρώτης τάξεως τακτικό πλεονέκτημα, το οποίο και εκμεταλλεύεται στο έπακρο. Εδώ που τα λέμε, το ίδιο θα έκανε και όποιος άλλος αν ήταν στη θέση του αρχηγού της αντιπολίτευσης. Διότι την «κάθαρση», η οποία επιχειρείται σχετικά με τις ευθύνες για την αλλοίωση και την απόκρυψη της λίστας Λαγκάρντ, την επιβάλλει το πολιτικό κλίμα της εποχής και είναι αναπόφευκτη. Ωστόσο, το εγχείρημα είναι δίκοπο μαχαίρι: αν η «κάθαρση» προχωρήσει μέχρις ενός σημείου είναι δυνατόν να ευνοήσει την κυβέρνηση που την αποτολμά, εφόσον την παρουσιάζει ως ηθικά ανεπίληπτη και άτεγκτη· πέρα από αυτό το σημείο, όμως, μπορεί να την αποσταθεροποιήσει και, όπως ελπίζει ο Τσίπρας, να την ανατρέψει. Γιατί λοιπόν να μην κηρύσσει την ανατροπή ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ;
Το πρόβλημα είναι ότι με τον όρο «ανατροπή», που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον την τελευταία τριακονταετία, ο Τσίπρας δεν εννοεί το ίδιο με τους άλλους επαγγελματίες της πολιτικής που έμαθαν την τέχνη τον καιρό της ώριμης μεταπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα του οποίου η μεγέθυνση στα σημερινά εκλογικά ποσοστά οφείλεται κυρίως σε ψηφοφόρους οι οποίοι δεν μπορούν ακόμη να χωνέψουν ότι το μοντέλο του κρατισμού και της ευημερίας με δανεικά έχει τελειώσει, ενώ την ίδια ώρα ο κομματικός, στελεχικός πυρήνας του συντίθεται από όλες οι τάσεις της παλαβής Αριστεράς. Με άλλα λόγια, ιδεοληπτικοί μαρξιστές, αιθεροβάμονες ουτοπιστές, αναρχικοί μπαχαλάκηδες και καταληψίες οδηγούν ένα κοπάδι δυσαρεστημένης πασοκαρίας. Δεν είναι αποκαλυπτικό, λ.χ., πώς και μέχρι ποίου βαθμού έσπευσε ο ΣΥΡΙΖΑ να υπερασπισθεί τους καταληψίες της βίλας Αμαλία και τους πυρήνες του υποκόσμου που έβρισκαν άσυλο στην πρώην ΑΣΟΕΕ;
Ο ίδιος ο Τσίπρας ως πρόσωπο ενσαρκώνει αυτή την αντίφαση. Από τη μία πλευρά, είναι ένας άεργος, ακραία φιλόδοξος επαγγελματίας πολιτικός, ο οποίος μπήκε από μικρός στη «δουλειά» και ελάχιστα διαφέρει ως προς την αντίληψη για τη λειτουργία του ρόλου του από εκείνους τους οποίους κατακεραυνώνει. Χρησιμοποιεί με την ίδια άνεση τα αξεσουάρ του πολιτικού μάρκετινγκ και αναγνωρίζει στον εαυτό του τα ίδια δικαιώματα στην πολυτέλεια της εξουσίας. Οι διαφορές του με τους άλλους αφορούν τους τύπους και το στυλ, όχι την ουσία. Δεν διπλώνεται στα δύο, λ.χ., για να κολλήσει τα χείλη του στην ευτραφή χείρα κάποιου τοπικού μητροπολίτη· εμφανίζεται όμως με ένα μαύρο κορίτσι να τον συνοδεύει στο προεδρικό μέγαρο. Δεν δαπανά τα χρήματα των φορολογουμένων για να κάνει ένα long weekend σαν Αραβας πρίγκιπας στο Four Seasons των Παρισίων, με πρόσχημα ένα τυπικό συμβούλιο υπουργών· τα δαπανά όμως για ένα μηδαμινής πολιτικής αξίας πολυήμερο ταξίδι στη Λατινική Αμερική, παίρνοντας μαζί την οικογένειά του.
Από την άλλη πλευρά, είναι ένας αριστερός με παρωπίδες και χωρίς εμπειρίες από τον ευρωπαϊκό κόσμο, διαπαιδαγωγημένος στις καταλήψεις σχολείων της δεκαετίας του 1990, αυτάρκης και αυτάρεσκος μέσα στον εσωστρεφή μικρόκοσμο του εγχώριου κατεστημένου της Αριστεράς, ο οποίος παραμένει προσκολλημένος στις υποτιθέμενες αιώνιες και ακατάλυτες αλήθειες των ευαγγελίων του μαρξισμού. Και μόνο το γεγονός ότι εντάχθηκε στην ΚΝΕ το 1989, όταν ο κομμουνισμός κατέρρεε υπό το βάρος της αποτυχίας του, έχει μια σημασία που δεν ξεθωριάζει με την πάροδο του χρόνου. Εξάλλου, δεν της επιτρέπει και ο ίδιος να ξεθωριάσει, αφού δηλώνει σε συνεντεύξεις ότι εξακολουθεί να μελετά τους κλασικούς του μαρξισμού και, χωρίς συναίσθηση των λόγων του, διαλαλεί ότι βρίσκει χρήσιμα διδάγματα στην «πολιτιστική επανάσταση» του Μάο, δηλαδή σε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του 20ού αιώνα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ «η χρονιά της ανατροπής, η χρονιά της μεγάλης αλλαγής στον τόπο μας»


Δυστυχώς, η προσδοκία του ότι το 2013 θα είναι, κατά τη διατύπωσή του, «η χρονιά της ανατροπής, η χρονιά της μεγάλης αλλαγής στον τόπο μας» δεν είναι τελείως στον αέρα. Κατ’ αρχάς, επειδή βάσιμες είναι οι ενδείξεις ότι το στρατηγικό βάθος της συνεργασίας των τριών κομμάτων της συγκυβέρνησης έχει πλέον εξαντληθεί: ως επί το πλείστον, καταγίνονται με την περιχαράκωση των χώρων τους, αντί να αναζητούν κοινούς χώρους εποικοδομητικής συνεργασίας. Συγχρόνως, η συγκυρία προσφέρει στον ΣΥΡΙΖΑ, μέσω της λίστας Λαγκάρντ, ένα πρώτης τάξεως τακτικό πλεονέκτημα, το οποίο και εκμεταλλεύεται στο έπακρο. Εδώ που τα λέμε, το ίδιο θα έκανε και όποιος άλλος αν ήταν στη θέση του αρχηγού της αντιπολίτευσης. Διότι την «κάθαρση», η οποία επιχειρείται σχετικά με τις ευθύνες για την αλλοίωση και την απόκρυψη της λίστας Λαγκάρντ, την επιβάλλει το πολιτικό κλίμα της εποχής και είναι αναπόφευκτη. Ωστόσο, το εγχείρημα είναι δίκοπο μαχαίρι: αν η «κάθαρση» προχωρήσει μέχρις ενός σημείου είναι δυνατόν να ευνοήσει την κυβέρνηση που την αποτολμά, εφόσον την παρουσιάζει ως ηθικά ανεπίληπτη και άτεγκτη· πέρα από αυτό το σημείο, όμως, μπορεί να την αποσταθεροποιήσει και, όπως ελπίζει ο Τσίπρας, να την ανατρέψει. Γιατί λοιπόν να μην κηρύσσει την ανατροπή ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ;
Το πρόβλημα είναι ότι με τον όρο «ανατροπή», που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον την τελευταία τριακονταετία, ο Τσίπρας δεν εννοεί το ίδιο με τους άλλους επαγγελματίες της πολιτικής που έμαθαν την τέχνη τον καιρό της ώριμης μεταπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα του οποίου η μεγέθυνση στα σημερινά εκλογικά ποσοστά οφείλεται κυρίως σε ψηφοφόρους οι οποίοι δεν μπορούν ακόμη να χωνέψουν ότι το μοντέλο του κρατισμού και της ευημερίας με δανεικά έχει τελειώσει, ενώ την ίδια ώρα ο κομματικός, στελεχικός πυρήνας του συντίθεται από όλες οι τάσεις της παλαβής Αριστεράς. Με άλλα λόγια, ιδεοληπτικοί μαρξιστές, αιθεροβάμονες ουτοπιστές, αναρχικοί μπαχαλάκηδες και καταληψίες οδηγούν ένα κοπάδι δυσαρεστημένης πασοκαρίας. Δεν είναι αποκαλυπτικό, λ.χ., πώς και μέχρι ποίου βαθμού έσπευσε ο ΣΥΡΙΖΑ να υπερασπισθεί τους καταληψίες της βίλας Αμαλία και τους πυρήνες του υποκόσμου που έβρισκαν άσυλο στην πρώην ΑΣΟΕΕ;
Ο ίδιος ο Τσίπρας ως πρόσωπο ενσαρκώνει αυτή την αντίφαση. Από τη μία πλευρά, είναι ένας άεργος, ακραία φιλόδοξος επαγγελματίας πολιτικός, ο οποίος μπήκε από μικρός στη «δουλειά» και ελάχιστα διαφέρει ως προς την αντίληψη για τη λειτουργία του ρόλου του από εκείνους τους οποίους κατακεραυνώνει. Χρησιμοποιεί με την ίδια άνεση τα αξεσουάρ του πολιτικού μάρκετινγκ και αναγνωρίζει στον εαυτό του τα ίδια δικαιώματα στην πολυτέλεια της εξουσίας. Οι διαφορές του με τους άλλους αφορούν τους τύπους και το στυλ, όχι την ουσία. Δεν διπλώνεται στα δύο, λ.χ., για να κολλήσει τα χείλη του στην ευτραφή χείρα κάποιου τοπικού μητροπολίτη· εμφανίζεται όμως με ένα μαύρο κορίτσι να τον συνοδεύει στο προεδρικό μέγαρο. Δεν δαπανά τα χρήματα των φορολογουμένων για να κάνει ένα long weekend σαν Αραβας πρίγκιπας στο Four Seasons των Παρισίων, με πρόσχημα ένα τυπικό συμβούλιο υπουργών· τα δαπανά όμως για ένα μηδαμινής πολιτικής αξίας πολυήμερο ταξίδι στη Λατινική Αμερική, παίρνοντας μαζί την οικογένειά του.
Από την άλλη πλευρά, είναι ένας αριστερός με παρωπίδες και χωρίς εμπειρίες από τον ευρωπαϊκό κόσμο, διαπαιδαγωγημένος στις καταλήψεις σχολείων της δεκαετίας του 1990, αυτάρκης και αυτάρεσκος μέσα στον εσωστρεφή μικρόκοσμο του εγχώριου κατεστημένου της Αριστεράς, ο οποίος παραμένει προσκολλημένος στις υποτιθέμενες αιώνιες και ακατάλυτες αλήθειες των ευαγγελίων του μαρξισμού. Και μόνο το γεγονός ότι εντάχθηκε στην ΚΝΕ το 1989, όταν ο κομμουνισμός κατέρρεε υπό το βάρος της αποτυχίας του, έχει μια σημασία που δεν ξεθωριάζει με την πάροδο του χρόνου. Εξάλλου, δεν της επιτρέπει και ο ίδιος να ξεθωριάσει, αφού δηλώνει σε συνεντεύξεις ότι εξακολουθεί να μελετά τους κλασικούς του μαρξισμού και, χωρίς συναίσθηση των λόγων του, διαλαλεί ότι βρίσκει χρήσιμα διδάγματα στην «πολιτιστική επανάσταση» του Μάο, δηλαδή σε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του 20ού αιώνα.

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά φεύγει το χούι του ανθρώπου.


Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά φεύγει το χούι του ανθρώπου» λέει ο λαός· και η συμπεριφορά της ελληνικής πολιτικής τάξης αποδεικνύει ότι έχει δίκιο. Για παράδειγμα, τα κόμματα τα οποία στηρίζουν την κυβέρνηση αδυνατούν να ξεφύγουν από συνήθειες, πρακτικές και νοοτροπίες του παρελθόντος, κάτι που διαπιστώνεται στη στελέχωση θέσεων του δημόσιου τομέα, στενότερου και ευρύτερου. Υπήρχαν σαφείς ενδείξεις τους πρώτους μήνες μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης, επιβεβαιώθηκαν όταν ανακοινώθηκαν τα ονόματα πολιτευτών για την ανάληψη της διοίκησης οργανισμών και σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες η αναζήτηση συνεχίζεται στο πλαίσιο συμφωνίας.
Πρόκειται για συμφωνία που προβλέπει ότι στο Δημόσιο η πλήρωση των θέσεων θα γίνεται με αναλογία 4:2:1 μεταξύ Νέας Δημοκρατίας, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ. Που σημαίνει ότι για άλλη μία φορά και ενώ το πρόβλημα της ανεπαρκούς δημόσιας διοίκησης είναι τεράστιο, τα κόμματα της εξουσίας επιμένουν στη στελέχωσή της με κομματικά κριτήρια και όχι με κριτήρια αξιοκρατίας. Αντίστοιχη είναι η συμπεριφορά των κομμάτων της αντιπολίτευσης που οραματίζονται τη στελέχωσή της με δικούς τους ανθρώπους, αν, όταν και όποτε αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό, παρά τις καταγγελίες και τις κραυγές. Παρά το γεγονός ότι στη διαχρονική ανεπάρκεια της δημόσιας διοίκησης οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό η καταβαράθρωση της Ελλάδας.
Υπάρχει όμως και μία άλλη διάσταση, που βοηθάει στη διατήρηση της… παράδοσης. Στη χώρα που κυριαρχεί ο λαϊκισμός έχει επικρατήσει το δόγμα «ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στ’ αλεύρι». Ετσι, ενώ τα λεφτά έρρεαν για να ικανοποιούνται απαιτήσεις συνδικαλιστών και συντεχνιών του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ, οι κυβερνήσεις πήγαν στο άλλο άκρο σε ό,τι αφορούσε τις αμοιβές διευθυντικών στελεχών, συμβούλων με ειδικές γνώσεις και γενικά ανθρώπων που τους είχε ανάγκη το κράτος για να διαχειριστούν εκατοντάδες εκατομμυρίων και χιλιάδες υπαλλήλων.

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Αυτοί έφτιαξαν έναν δημόσιο τομέα που σχεδόν όπου τον άγγιζες λερωνόσουν.


Για τη λίστα τις όποιες ευθύνες του θα τις βρει κάποια στιγμή η Δικαιοσύνη και θα του καταλογίσει και το όποιο τίμημα. Αλλά για τα άλλα κάτι θα έπρεπε να μας είχαν διδάξει αυτά τα δυόμισι χρόνια. Γιατί μπορεί ο Παπακωνσταντίνου, και γενικά η κυβέρνηση Παπανδρέου, να μη χειρίστηκαν την κρίση όσο αποτελεσματικά έπρεπε, αλλά ούτε δικό τους δημιούργημα ήταν το έλλειμμα των 36 δισ., ούτε αυτοί επέβαλαν στο 60% των Ελλήνων να φοροδιαφεύγουν, ούτε αυτοί έφτιαξαν έναν δημόσιο τομέα που σχεδόν όπου τον άγγιζες λερωνόσουν. Συνολικό και διαχρονικό «επίτευγμα» του πολιτικού κόσμου υπήρξαν όλα αυτά.
Θα περίμενε κανείς ότι μετά και την περίπτωση της Κύπρου, θα είχε εγκαταλειφθεί οριστικά η άποψη ότι υπήρχε άλλη λύση εκτός αυτής στην οποία οδηγήθηκε η κυβέρνηση Παπανδρέου. Δανεικά από άλλες πηγές δεν υπήρχαν, όπως δεν υπάρχουν και σήμερα. Και αργά ή γρήγορα θα πρέπει να πάψει να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι θα μπορούσαμε στα τέλη του 2009 να είχαμε δανειστεί για όλο το 2010. Το μόνο που θα καταφέρναμε θα ήταν να εκτοξεύσουμε το έλλειμμα στα 40 ή τα 45 δισ. Τίποτα άλλο.
Εστω και καθυστερημένα, θα πρέπει πολιτικοί και δημοσιογράφοι να το πάρουμε απόφαση ότι ο ασφαλέστερος τρόπος επίλυσης οποιουδήποτε προβλήματος περνά μέσα από τον εντοπισμό των αιτίων που το προκάλεσαν. Κι αυτό είναι απολύτως αναγκαίο και για την κρίση που βιώνουμε. Ο μοναδικός τρόπος να την υπερβούμε είναι να διορθώσουμε τα πολλά στραβά της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητάς μας. Ολα τα άλλα είναι προσπάθειες μετάθεσης ευθυνών, που έχουν ως τελικό στόχο την εμμονή στις πρακτικές και τις μεθοδεύσεις που μας έφεραν στα σημερινά χάλια.

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Κάποιος να εξηγήσει στον κόσμο πού πάει το πράγμα.

Δεν μπορεί άλλο ένας παραζαλισμένος κόσμος να ανέχεται κυβερνήσεις που δεν λύνουν ένα απλό πρόβλημα, για να πάνε μετά να λύσουν και κάποιο άλλο επόμενο. Δεν χρειάζονται Μεσσίες, καθαρό μυαλό μόνο και κάποιος να εξηγήσει στον κόσμο πού πάει το πράγμα, τι χρειάζεται να κάνει ο ένας, τι πρέπει να κάνει ο άλλος, αντί να κρύβονται πχ πίσω από την Τρόικα, τα Μνημόνια, τον Στουρνάρα, τα λάθη παλαιών κυβερνήσεων, τις ταμπέλες, τις καραμέλες, τα συνθήματα. Αυτά στέλνουν τον κόσμο σαν πρόβατα επί σφαγή, προκαλούν μίσος και αλληλοσπαραγμό, προξενούν καταθλιπτικά και αυτοκαταστροφικά φαινόμενα παντού –στην οικονομία, την πολιτική, στο σπίτι και την καθημερινή ζωή όλων μας.

Επιτέλους, για αυτήν την ψυχική οδύνη που προκαλεί στους πολίτες η ανυπαρξία Ηγεσίας (leadership) ποιος θα πληρώσει; Και ποιος θα την σταματήσει; Μη μου πείτε «ο τάδε ή ο δείνα» που ... έχει πρόγραμμα. Αυτά έπονται. Ας βάλουν πρώτα όλοι (όλοι μας) το μυαλό τους να δουλέψει στα απλά και ευεπίλυτα, και μετά δεν θα μπορεί κανένας «από πάνω» να κουνιέται. Κάθε πολίτης που λύνει καθημερινά δεκάδες προβλήματα στην προσωπική και κοινωνική ζωή του, δεν μπορεί να ανέχεται κάποιους "αδέξιους" που δεν ξέρουν να μοιράσουν «δύο γαϊδάρων άχυρα». Και αν δεν τους αρέσουν οι δικές μας «ιδέες και λύσεις», ας βρουν καλύτερες, αντί να παίζουν τους «αγανακτισμένους» όταν κάνουν χιλιοειπομένες πια  διαπιστώσεις με ό,τι στραβό συμβαίνει γύρω τους. Έλεος πια κύριοι της κυβέρνησης. Μας κουράζετε...

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

Η κάθαρση δεν είναι -μόνο- ποινικό θέμα. Είναι ζήτημα βαθιά πολιτικό.

Ασφαλώς, μόνο η πλήρης και ενδελεχής έρευνα μπορεί να αποκαλύψει τους ενόχους και να προστατέψει τους αθώους. Πέρα από αυτό, όμως, το γεγονός ότι επί δύο χρόνια υπάρχει πλήρης συσκότιση για την υπόθεση και ότι ουδείς δημόσιος φορέας ενήργησε για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος (ανεξάρτητα από τα γραφειοκρατικά προσχήματα που επικαλείται ο καθένας) λέει πολλά όχι μόνο για τις πιθανές ποινικές ευθύνες ορισμένων, αλλά και για τις πολιτικές ευθύνες όλων.

Η κάθαρση δεν είναι -μόνο- ποινικό θέμα. Είναι ζήτημα βαθιά πολιτικό. Είναι οπωσδήποτε αναγκαίο να τιμωρηθούν αυστηρά όσοι αποδεδειγμένα έκρυψαν, παραπλάνησαν, καταχράστηκαν, συγκάλυψαν ή πλούτισαν ασκώντας εξουσία. Η απονομή δικαιοσύνης είναι εκ των ων ουκ άνευ. Δεν είναι όμως αρκετό. 
Το ποινικό σκέλος είναι υπαρκτό και δημιουργεί, μάλιστα, αρκετό θόρυβο, αλλά είναι η κορυφή του παγόβουνου. 
Η ουσία του προβλήματος είναι ότι επί δεκαετίες θεωρούνταν αυτονόητο ότι κάποιοι μπορεί να εκμεταλλεύονται τη θέση τους για να πλουτίσουν, να εκμεταλλευτούν καταστάσεις και να εξυπηρετήσουν -με το αζημίωτο- τους δικούς τους, είτε επρόκειτο για ρουσφετάκια είτε για μεγάλες δουλειές. Αυτή η αλαζονεία της εξουσίας ίσως να εξηγεί και ορισμένες συμπεριφορές.

Σήμερα όμως έχει εξαντληθεί η ανοχή του κόσμου απέναντι σε αυτές τις πρακτικές, διότι οι πολίτες βυθίζονται κάθε μέρα βαθύτερα στα προβλήματα και όλο και περισσότεροι αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης. Βιώνουν στο πετσί τους ότι όσοι δεν πλήρωσαν φόρο για τα έσοδά τους, όσοι έκαναν μπίζνες από υπουργικούς θώκους, όσοι εκμεταλλεύτηκαν καταστάσεις, όσοι μοίραζαν κρατικές προμήθειες, στην ουσία έκλεβαν όλους τους υπόλοιπους. Στερούσαν πόρους από το κράτος, την Παιδεία, την Υγεία, τις υποδομές.

Σήμερα, που η χώρα υποφέρει και βυθίζεται όλο και βαθύτερα στο αδιέξοδο, η μόνη προοπτική είναι μια νέα πορεία, προς μια καινούρια ισορροπία, προσανατολισμένη στην παραγωγική δράση, στην κοινωνική δικαιοσύνη και την αίσθηση του συνόλου.
Χρειάζεται ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, το οποίο θα βασίζεται σε ένα συνολικό σχέδιο για την παραγωγική και κοινωνική ανασυγκρότηση της Ελλάδας.

Η πορεία αυτή, βέβαια, δεν μπορεί να καθοριστεί από εκείνους που άσκησαν εξουσία με τις πρακτικές του παρελθόντος.
Το νέο συμβόλαιο χρειάζεται νέες δυνάμεις.

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Αφήσαμε τη χώρα να πέσει στον κατήφορο της συνωμοσιολογίας, του διχασμού και του μίσους.


Αφήσαμε τη χώρα να πέσει στον κατήφορο της συνωμοσιολογίας, του διχασμού και του μίσους. Κανείς δεν αντιλέγει πως οι απάνθρωπες περικοπές και η δραματική μείωση του μέσου εισοδήματος θα οδηγούσαν ούτως ή άλλως στο μίσος, την κοινωνική ένταση, την παλαβομάρα. Θα είχαν, όμως, γίνει πολλά πράγματα πιο εύκολα και πιο γρήγορα αν οι μεγάλες πολιτικές δυνάμεις συναινούσαν και συνεργάζονταν.
Ο κ. Σαμαράς έχει αποδείξει τους τελευταίους μήνες ότι αντιλαμβάνεται πλήρως το καθήκον του έναντι της Iστορίας. Πήρε το κόστος και δίνει μια σκληρή μάχη με φθαρμένα υλικά και αδύναμους συμμάχους, αλλά με πολιτική γενναιότητα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει το λάθος των προηγούμενων και προπροηγούμενων ηγετών της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ζητεί εκλογές, εκλογές, εκλογές... Λες και είναι έτοιμος να κυβερνήσει ή λες και δεν αντιλαμβάνεται πως εκλογές τώρα θα οδηγήσουν σε μια καταστροφή.
 Αλλά μια εθνική συνεννόηση, ακόμη και αυτήν την ώρα που μοιάζει αδύνατη, θα μπορούσε να μας βγάλει από την κρίση μια ώρα αρχύτερα. Δεν μπορεί, σε κάποια στοιχειώδη, όπως αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, τη δικαιοσύνη, την υγεία κ.ά. μπορούν να συμφωνήσουν όλοι. Πρέπει στην ουσία να ξανακτίσουμε τη χώρα μας από τις βάσεις της. Η σημερινή κυβέρνηση δεν μπορεί να το κάνει εύκολα, γιατί από τη μια την τραβάνε προς τα κάτω παλαιοκομματικά βαρίδια και συνήθειες δεκαετιών και από την άλλη έχει μια αντιπολίτευση που καλεί το κράτος, τη δικαιοσύνη, όλους σε στάση. Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μοιάζει ούτε με Βενιζέλο του 1909 ούτε με Καραμανλή του 1955. Λέει «όχι» σε κάθε επένδυση, μεταρρύθμιση, ιδιωτικοποίηση και «ναι» σε κάθε αίτημα, σε κάθε απεργία, κάθε άρνηση.
Για να πάμε παρακάτω ως χώρα πρέπει να γεφυρώσουμε αυτό το χάσμα και να βρούμε ένα μίνιμουμ συνεννόησης. Αλλιώς θα πάμε στα βράχια, ας το καταλάβουμε.