Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015


Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Αδιαφορία ή άγνοια κινδύνου;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 
​Η πρόθεση του ΣΥΡΙΖΑ, εάν κερδίσει τις εκλογές, να διαπραγματευθεί τη μείωση του χρέους με τους ξένους δανειστές, γεννά πολλά ερωτήματα ως προς την πιθανή κατάληξη της διαδικασίας. Αυτό δεν θα κριθεί μόνο από τη διάθεση των εταίρων να αλλάξουν τα συμπεφωνημένα, αλλά και από τη διαπραγματευτική δεινότητα της ελληνικής αντιπροσωπείας. Εάν κρίνουμε απ’ όσα έχουμε δει στην πολιτική μας σκηνή τις τελευταίες δεκαετίες, η ελληνική πλευρά θα έχει σοβαρότατο μειονέκτημα – θα αντιπροσωπεύει μια πολιτική κουλτούρα που δεν κατέχει την τέχνη της διαπραγμάτευσης, της συναίνεσης και του συμβιβασμού.

Οι ρίζες αυτού του κακού είναι βαθιές. Ο προηγούμενος αιώνας σημαδεύτηκε από διχόνοια και εσωτερικές συγκρούσεις τις οποίες ο λαός πλήρωσε με το ακριβότερο τίμημα. Η Ελλάδα τότε ήταν μικρή και αδύναμη, με λιγοστούς πόρους· η ανάγκη και ο φόβος υπέθαλπαν τη σύγκρουση και συσπείρωση των ανθρώπων σε ομάδες που έβλεπαν τους υπόλοιπους σαν εχθρούς που επιβουλεύονταν την ίδια μικρή πίτα. Το δυστύχημα είναι ότι οι πρόσφατες δεκαετίες σπάνιας και πολύτιμης ευημερίας δεν έγιναν αφορμή για αλλαγή νοοτροπίας. Αντιθέτως, η αίσθηση ότι υπήρχαν χρήματα και ευκαιρίες για όλους ενθάρρυνε ακόμη περισσότερο κάθε ομάδα να πιέζει για τα περισσότερα προνόμια χωρίς να λογαριάζει το κόστος που θα πλήρωνε η υπόλοιπη κοινωνία – επειδή, για πρώτη φορά, φαινόταν ότι υπήρχαν χρήματα για όλους.

Σε αυτό το κλίμα της μεταπολίτευσης, της ανάπτυξης και της ευημερίας ανδρώθηκαν οι νεότεροι πολιτικοί μας. Ο Αλέξης Τσίπρας, για παράδειγμα, γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1974 με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας και γαλουχήθηκε σε ένα κλίμα όπου ήταν αυτόματη η μαξιμαλιστική απαίτηση κάθε οργανωμένης ομάδας για δικαιώματα και προνόμια. Και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία πολιτικοί είναι προϊόντα του συστήματος της μεταπολίτευσης, όπου δύο μεγάλα κόμματα εναλλάσσονταν στην εξουσία χωρίς να αναγκάζονται να διαπραγματευτούν με εταίρους για τον σχηματισμό συνασπισμών, χάρη σε εκλογικά συστήματα που εξασφάλιζαν την αυτοδυναμία. Ετσι, τα στελέχη και οι οπαδοί των μεγάλων κομμάτων, αλλά και των μικρών, έμαθαν να απαιτούν τα πάντα – οι μεν επειδή γνώριζαν ότι θα ερχόταν η σειρά τους να χαρούν την εξουσία, οι δε επειδή δεν κινδύνευαν να μολύνουν τις ιδεολογίες τους με την πραγματικότητα της διακυβέρνησης αλλά με την κριτική τους επηρέαζαν την πολιτική των «γενναιόδωρων» μεγάλων κομμάτων. Κυβερνητικοί, αντιεξουσιαστές και ουτοπιστές ζούσαν σε παράλληλους κόσμους, όπου φαινόταν ότι οι πράξεις δεν είχαν κόστος, όπου ο καθένας μπορούσε να έχει αυτά που ήθελε.

Σήμερα, το ΠΑΣΟΚ έχει εξαερωθεί και η Νέα Δημοκρατία έχει πληγεί βαρύτατα από το κόστος της διακυβέρνησης στα δύσκολα χρόνια της βίαιης προσαρμογής. Ο κάποτε ισχνός ΣΥΡΙΖΑ είναι πρώτος στις δημοσκοπήσεις, συσπειρώνοντας κάθε τάση ιδεολογικής «καθαρότητας» και πολλά ρεύματα διαμαρτυρίας. Εχει υιοθετήσει την αλαζονεία των κομμάτων εξουσίας (όπως αυτοαποκαλούνταν αυτάρεσκα η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ). Ολα αυτά θα τον δυσκολέψουν να αντιμετωπίσει έναν κόσμο όπου οι ψηφοφόροι χρειάζονται ανακούφιση και ελπίδα, όπου οι ξένοι δανειστές απαιτούν συνέχιση του προγράμματος χρηματοδότησης σε αντάλλαγμα μεταρρυθμίσεων.

Η συμπεριφορά του ΣΥΡΙΖΑ είναι αντιγραφή του ναρκισσισμού των παλαιότερων μεγάλων κομμάτων, τα οποία δεν είχαν καμία ανάγκη να συμβιβαστούν ούτε μεταξύ τους ούτε με δανειστές και εταίρους. Οταν αναγκάστηκαν να συνεργαστούν, οι συμφωνίες τους δεν ήταν προϊόντα μακράς συζήτησης και συμβιβασμού αλλά βιαστικές και πρόχειρες, με αποτέλεσμα να προκύπτουν συνεχώς προβλήματα και τριβές μεταξύ των κυβερνητικών συμμάχων. Επίσης, οι διαπραγματεύσεις με τους ξένους εταίρους έδειχναν την τραγική έλλειψη πείρας της ελληνικής πλευράς. Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, όμως, υπάρχει κι άλλος ένας ανησυχητικός οιωνός: ενώ η ηγεσία του δεν διστάζει να συγκρουστεί με άλλα κόμματα και δηλώνει ότι θα τηρήσει σκληρή στάση εναντίον των δανειστών, αντιμετωπίζει τις εσωτερικές έριδες μεταξύ των συνιστωσών του με τη γνωστή ελληνική μέθοδο – κάνει ότι δεν τις βλέπει. Ούτε εκεί δείχνει κάποια διαπραγματευτική ικανότητα.

Η μεγαλύτερη αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ, όμως, είναι ότι ενώ κάθε πολίτης διαπραγματεύεται μονίμως πλέον με την ανάγκη και το χρέος, και χρειάζεται κυβέρνηση με νέους ανθρώπους, νέες ιδέες και άλλες συμπεριφορές, το κόμμα που υπόσχεται ανατροπή μιμείται πιστά όσα οδήγησαν στο αδιέξοδο. Από αδιαφορία ή άγνοια κινδύνου;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου