Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Η πραγματική οικονομία στερείται ρευστότητας.

Η ελληνική κυβέρνηση χθες επιχείρησε με επιτυχία μια περιορισμένη και «πιλοτική» έξοδο στις αγορές, στην οποία ανταποκρίθηκαν οι επενδυτές, με θετικό αντίκρισμα για τη χώρα. Αυτό συνέβη γιατί οι αποδόσεις ήσαν υψηλές, τα ελλείμματα έχουν ελεγχθεί και το ελληνικό χρέος βρίσκεται υπό «ευρωπαϊκή προστασία» παρότι ακόμα δεν είναι βιώσιμο. Στο σημείο αυτό χρειάζονται δύο επισημάνσεις: Η οικονομική πολιτική της χώρας, σε συνθήκες κρίσης, δεν πρέπει να εντάσσεται σε τρέχουσες εκλογικές και επικοινωνιακές σκοπιμότητες.
Και όσο λάθος είναι οι πρώιμοι και υπερβολικοί πανηγυρισμοί, άλλο τόσο λάθος είναι μια θέση καταστροφολογικής μεμψιμοιρίας. Ούτε τελείωσαν τα «μνημόνια» ούτε περάσαμε σε συνθήκες ανάπτυξης. Η μεγάλη εικόνα της ελληνικής οικονομίας εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έλλειμμα ανάπτυξης και επενδύσεων και από την επικίνδυνα υψηλή ανεργία. Η πραγματική οικονομία στερείται ρευστότητας, ενώ οι υφεσιακές επιλογές εξακολουθούν να επηρεάζουν αρνητικά την οικονομία μας.
Ο δρόμος μιας σταθερής και υγιούς πρόσβασης της ελληνικής οικονομίας στις κεφαλαιαγορές, αναπτυξιακού χαρακτήρα, έχει ακόμα πολλές συνδυαστικές προϋποθέσεις.
Κεντρικό ζητούμενο είναι μια ουσιαστική διευθέτηση του χρέους. Το ξαναλέμε: το πρόγραμμα εξόδου της χώρας από την κρίση θέλει σοβαρές αναθεωρήσεις για να είναι αποτελεσματικό και να οδηγηθεί η χώρα σε έξοδο από την κρίση. Ο κίνδυνος για μια μακρά πορεία μεταξύ «φθοράς και αφθαρσίας» είναι μεγάλος. Και κάτι ακόμα: Η Ευρώπη χρειάζεται μια «νέα αρχιτεκτονική» στις οικονομικές και πολιτικές λειτουργίες της, καθώς εάν δεν διορθώσει τα «συστημικά κενά της» θα βρίσκει την «κρίση του ευρώ» συνεχώς μπροστά της...

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Δική μας απόφαση και επιλογή είναι τι είδους πολιτικούς θα έχουμε.

Το «νέο αίμα» που περιλαμβάνουν. Και μακάρι ανάλογα να είναι και τα ψηφοδέλτια της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ. Να έχουν κατανοήσει και οι πυλώνες του «μικρού δικομματισμού» την ανάγκη από ανανέωση που έχει το πολιτικό δυναμικό μας.
Φυσικά και υπάρχουν και οι παλιοί, δεν θα μπορούσαν να λείπουν. Αλλά εκείνο που μετράει είναι οι δεκάδες νέοι. Και νέες. Με προσόντα, με σπουδές, με καριέρες και κυρίως χωρίς ψευδαισθήσεις για το τι τους περιμένει και τι περιμένουμε εμείς απ' αυτούς κι απ΄ αυτές. Κι αυτό το τελευταίο μην το θεωρείτε δευτερεύον ή ασήμαντο.
Γνωρίζουν καλά όσοι και όσες αποφάσισαν να μπουν αυτή την περίοδο στον χώρο της πολιτικής ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει, ότι η πολιτική έχει πάψει να είναι πεδίο εύκολου και άκοπου πλουτισμού, ότι οι πράξεις και οι παραλείψεις τους, όλες τους οι κινήσεις, παρακολουθούνται αδιάκοπα και ελέγχονται αυστηρότατα.
Αρα από τη στιγμή που η ιδιοτέλεια εκ των πραγμάτων αποκλείεται, εκείνο που μένει είναι η ειλικρινής διάθεση της προσφοράς. Που όμως δεν αρκεί να υπάρχει από πλευράς τους, θα πρέπει να υιοθετηθεί και από πλευράς μας με την ψήφο μας. Κι αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε. Δική μας απόφαση και επιλογή είναι τι είδους πολιτικούς θα έχουμε.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Τα τελευταία πέντε χρόνια η χώρα υπόκειται σε έναν διαρκή φαύλο κύκλο .

Τα τελευταία πέντε χρόνια η χώρα υπόκειται σε έναν διαρκή φαύλο κύκλο οικονομικής και πολιτικής φθοράς, που ακυρώνει προσπάθειες και απομειώνει τις θυσίες των πολιτών.

Από το 2008 και εντεύθεν στις περισσότερες των περιπτώσεων είχαμε ακραίες εκδηλώσεις της οικονομικής κρίσης, οι οποίες έφερναν αναγκαστικά περιοριστικά μέτρα.

Αλλά επειδή η κρίση ήταν βαθιά, τα όποια μέτρα αποδεικνύονταν ανεπαρκή και ανάγκαζαν τις κυβερνήσεις να επανέρχονται με ακόμη σκληρότερα, με αποτέλεσμα οι πολίτες να αντιδρούν, η αξιοπιστία να χάνεται και η πολιτική κρίση να έπεται των εκρήξεων της οικονομικής.

Με τον καιρό, ο φαύλος κύκλος οικονομικής και πολιτικής κρίσης εγκαταστάθηκε για τα καλά στη χώρα, επιτρέποντας σε πλήθος τυχοδιωκτών και λαϊκιστών να ασκούνται πάνω της.

Τον τελευταίο χρόνο ωστόσο οι προσπάθειες ήταν επίπονες και διαμορφώθηκαν συνθήκες εξόδου από αυτόν τον κύκλο διαρκούς φθοράς.

Τα δημόσια οικονομικά ελέγχθηκαν πέραν πάσης προσδοκίας, το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών μετατράπηκε σε πλεόνασμα, οι ελληνικές τράπεζες μπόρεσαν να «σηκώσουν» χωρίς βοήθεια κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές, η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής επανακτήθηκε σε μεγάλο βαθμό, οι ξένοι ήραν τις πολλές επιφυλάξεις τους για τις ελληνικές προσπάθειες και ο άλλοτε καταδικαστικός διεθνής Τύπος έγινε διθυραμβικός για την Ελλάδα.

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Η πολιτική σταθερότητα σε μια χώρα είναι όντως πολύτιμο αγαθό.

Η πολιτική σταθερότητα σε μια χώρα είναι όντως πολύτιμο αγαθό, με σπουδαίες, μάλιστα, θετικές οικονομικές αποτιμήσεις. Η Moody's, λ.χ., ανέβαλε την έκθεσή της για την ελληνική οικονομία για μετά τις ευρωεκλογές, προφανώς για να συνυπολογίσει και τα πολιτικά δεδομένα. Κατά συνέπεια, για όλες τις πολιτικές δυνάμεις, είτε το καταλαβαίνουν είτε όχι, εάν θέλουν να κυβερνήσουν τη χώρα πρέπει να έχουν επιδίωξη την πολιτική σταθερότητα. Ομως, η «πολιτική σταθερότητα» είναι ευρύτερη και ουσιαστικότερη έννοια από μια λογική τρέχουσας κυβερνητικής σταθερότητας. Συνδέεται με την ουσία των πολιτικών που υιοθετούνται και ασκούνται. Και μακάρι, κάθε φορά, «κυβερνητική» και «πολιτική» σταθερότητα να συμπίπτουν... Πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, όπως αποδεικνύεται, στις παρούσες συνθήκες κρίσης που διέρχεται η χώρα. Κερδίζεται πολιτικά, δεν εκβιάζεται... Το είδαμε στο πρόσφατο παρελθόν, από το 2009, την κυβέρνηση Παπαδήμου, τις διπλές εκλογές του 2012 και μέχρι σήμερα. Και πιθανότατα θα το δούμε και στο μέλλον...
Η πολιτική σταθερότητα έχει ορισμένες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές προϋποθέσεις. Λόγου χάρη, μια «μεγάλη ανεργία», σε συνδυασμό με μια «φτωχοποίηση» ενός τμήματος της κοινωνίας, δεν είναι σταθεροποιητικός παράγοντας. Χωρίς «ρευστότητα», οι αγορές δεν λειτουργούν δημιουργώντας ευρύτερες απορρυθμιστικές τάσεις. Οπως, επίσης, όταν δεν λειτουργούν σωστά οι δημοκρατικοί θεσμοί δημιουργούνται «ρήγματα» στους σταθεροποιητικούς μηχανισμούς της χώρας κ.λπ. Σ' αυτά τα ζητήματα πρέπει να επικεντρώσει την προσοχή της η κυβέρνηση εάν θέλει να είναι ο χρήσιμος «εγγυητής» της σταθερότητας. Και όχι σε μια συμφωνία τυπικών διαδικασιών και διανομής ρόλων. Για την πολιτική σταθερότητα δεν αρκεί, δυστυχώς, μια εξαγγελία καλών προθέσεων ή ένα «γενικό αφήγημα», εάν δεν στηρίζεται σε κοινωνικο-οικονομικά δεδομένα, που θα αγγίζουν την καθημερινότητα του πολίτη...

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Ομως, δεν πρέπει ποτέ να ξανασυμβεί.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 οι εκθέσεις έδειχναν ότι το ασφαλιστικό σύστημα θα σκάσει με μαθηματική βεβαιότητα γύρω στο 2020. Δεν κάναμε τίποτα. Κοινωνία, κυβέρνηση, αντιπολίτευση, συνδικάτα, αριστερά, απέρριπταν μετά βδελυγμίας τη μία μεταρρυθμιστική απόπειρα μετά την άλλη. Μέχρι που η έλευση της τρόικας το 2010 μάς υποχρέωσε να αναπληρώσουμε με πολλαπλάσιο κόστος την τρυφηλή αδράνεια δεκαετιών. Ο καλπασμός μας στη «φούσκα» του 2007-08 είχε όλη την αναιδή περιφρόνηση προς την επόμενη μέρα. Ακριβά αυτοκίνητα, εισαγωγές, διακοποδάνεια, υπερχρέωση, ανεξέλεγκτα ελλείμματα. Η χώρα είχε επιλέξει την αμεριμνησία, τη μυωπία, τη συλλογική εθελοτυφλία. Σύμπαν το πολιτικό μας σύστημα τότε αναφωνούσε: «Γιατί να νοιαστώ για τους μεταγενέστερους; Τι έχουν κάνει ποτέ εκείνοι για μένα;»

Η υποτίμηση του μέλλοντος συνδέεται με τη χαμηλή εμπιστοσύνη στο κράτος και στους θεσμούς. Αυτοί εγγυώνται την οργανωμένη, συλλογική μετάβαση στο μέλλον. Η αξιοπιστία τους αυξάνει την προβλεψιμότητα, μας υποχρεώνει να πάρουμε το μέλλον σοβαρά. Ημασταν πάντοτε μια κοινωνία χαμηλής κοινωνικής εμπιστοσύνης. Γι’ αυτό ένα από τα χειρότερα πράγματα που συνέβησαν τα τελευταία τέσσερα χρόνια ήταν η διάρρηξη της, ούτως ή άλλως, χαμηλής εμπιστοσύνης προς το κράτος. Η αθέτηση υποχρεώσεών του (προς συνταξιούχους, προμηθευτές, επιχειρήσεις που διεκδικούσαν επιστροφή ΦΠΑ, ομολογιούχους, καλόπιστους συναλλασσόμενους και φορολογούμενους) ήταν βάναυσο πλήγμα. Αναπόφευκτο ίσως, προκειμένου να αποτραπεί η εθνική καταστροφή μιας άτακτης χρεοκοπίας. Ομως, δεν πρέπει ποτέ να ξανασυμβεί.

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Ας τους θυμίσει κάποιος ότι περισσεύουν οι αναντικατάστατοι.

Τα όσα συμβαίνουν εσχάτως με την υπόθεση Μπαλτάκου και τα συνακόλουθα δεν είναι αθώα παιχνιδάκια που πρέπει να περνούν απαρατήρητα ή να χαίρονται όσοι πανηγυρίζουν τώρα, επειδή διαπιστώνεται μια ανίερη υπόγεια σχέση ενός κυβερνητικού στελέχους με τη γνωστή εγκληματική οργάνωση. Οι αδίστακτοι ήδη έχουν αφήσει δηλητηριώδη υπονοούμενα και ευθείες απειλές για το σύνολο των πολιτικών του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου προ του ενδεχομένου να ακολουθήσουν τον δρόμο των συνοδοιπόρων τους προς τον Κορυδαλλό. Ουαί και αλίμονο αν επιτρέψουμε σε μια συμμορία να ορίσει τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού και την καταστήσουμε ρυθμιστή των εξελίξεων. Σε κάθε περίπτωση ας τους αφήσουμε να απολογούνται αρμοδίως για τις εγκληματικές τους ενέργειες με βάση τον νόμο και το Σύνταγμα.
Η πολιτική απομόνωση είναι δημοκρατικό καθήκον όλων μας και πρωτίστως των κομμάτων που δεν πρέπει να υιοθετούν για μικροκομματικές σκοπιμότητες την επιχειρηματολογία των αρνητών του κοινοβουλευτισμού και πάντως μη χάσουμε το μείζον για το έλασσον.
Επί της ουσίας όμως υπάρχει ένα σοβαρότερο πρόβλημα -πέραν της αναστάτωσης που δημιουργεί το συνονθύλευμα των φασιστών- και αυτό αφορά στην ανάγκη πολιτικής σταθερότητας για να εξασφαλιστεί η πορεία της χώρας προς την οικονομική ανάκαμψη. Η εύθραυστη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και η επιχειρούμενη δολιοφθορά από ορισμένους είναι πολύ περισσότερο επικίνδυνο φαινόμενο από τα βίντεο και τις θρυλούμενες υποκλοπές.
Τώρα που η οικονομία βγαίνει από τη διεθνή απομόνωση και καλλιεργούνται οι προϋποθέσεις για μια νέα αρχή που θα δημιουργήσει ευκαιρίες ανάπτυξης και απασχόλησης, φαίνεται πως ενοχλούνται όσοι είχαν επενδύσει τα πολιτικά και προσωπικά τους αδιέξοδα στην καταστροφή.
Είναι τέτοιο το μένος τους εναντίον της όποιας επιτυχίας της χώρας που δεν τηρούν ούτε τα προσχήματα και ας έχουν ανοικτούς λογαριασμούς σε πολλά επίπεδα. Ας τους θυμίσει κάποιος ότι περισσεύουν οι αναντικατάστατοι που είναι τελικώς χρήσιμοι μόνο σε «αυλές και κήπους».

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Οι πολιτικοί στην πλειονότητά τους έχουν χάσει το κύρος τους.

Η ελληνική κοινωνία λειτουργεί κάτω από το βάρος της οικονομικής κρίσης κι αυτό έχει δημιουργήσει παρενέργειες, από ψυχολογικές μέχρι επιθετικές συμπεριφορές. Οι σχέσεις των συνανθρώπων που συνυπάρχουν συνεχώς εκπίπτουν. Παρατηρούμε φαινόμενα που αγγίζουν τα όρια της επικινδυνότητας. Μια μεγάλη απαξίωση, ακόμα και για την ίδια τη ζωή έρχεται να προστεθεί στην κλονισμένη πίστη σε αξίες, θεσμούς, νόμους, δικαιοσύνη, ασφάλεια, αγάπη, ομορφιά, τέχνη, πολιτική. Τα κόμματα στην πλειονότητά τους δεν έχουν εσωτερική δημοκρατία.
Μια αρρωστημένη κατάσταση επικρατεί. Το κακό έχει καλές δημόσιες σχέσεις και προβάλλεται. Το καλό πνίγεται, θεωρείται γελοίο να είναι, καλός καγαθός σήμερα ένας άνθρωπος. Οι πολιτικοί στην πλειονότητά τους έχουν χάσει το κύρος τους. Ο ναός της Δημοκρατίας, το Κοινοβούλιο, λοιδωρείται και συνεχώς απαξιώνεται. Αυτά που συμβαίνουν αυτές τις μέρες με αφορμή τον γενικό γραμματέα της συγκυβέρνησης λειτουργούν απωθητικά. Η δημοκρατία, όμως, είμαστε εμείς, η πατρίδα μας είμαστε εμείς, δεν μπορούμε να λέμε οι άλλοι φταίνε. Λόγω κρίσης μάς λένε οι στατιστικές πως μειώθηκαν κατά 30% τα φακελάκια. Δεν μειώθηκαν, όμως, η ασυδοσία, η βία της εξουσίας και δεν κέρδισαν ο διάλογος και η συμμετοχή μας στη δημοκρατία. Δεν μπορεί να αισθανόμαστε περήφανοι για τον Μπαλτάκο και τον γιο του. Η Χρυσή Αυγή, οι νεοναζιστές εγκληματίες που σκότωσαν μετανάστες, τον Φύσσα και μαχαίρωσαν μαθητή στο Παλαιό Φάληρο πέρυσι τον Ιανουάριο, είναι δικά μας, της κοινωνίας γεννήματα. Οι κασιδιάρηδες κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Αυτοί που τους ψήφισαν και τους νομιμοποίησαν έχουν μεγαλύτερη ευθύνη. Ντροπή είναι, για παράδειγμα, και η δολοφονία ενός βαρυποινίτη από σωφρονιστικούς υπαλλήλους μέσα σε ένα «σωφρονιστικό κατάστημα». Δεν γίνεται όταν είμαστε εναντίον της θανατικής ποινής να δημιουργείται ένα σύστημα αυτοδικίας και ένα πολιτισμός βαρβαρότητας.