Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Η πολιτική σταθερότητα σε μια χώρα είναι όντως πολύτιμο αγαθό.

Η πολιτική σταθερότητα σε μια χώρα είναι όντως πολύτιμο αγαθό, με σπουδαίες, μάλιστα, θετικές οικονομικές αποτιμήσεις. Η Moody's, λ.χ., ανέβαλε την έκθεσή της για την ελληνική οικονομία για μετά τις ευρωεκλογές, προφανώς για να συνυπολογίσει και τα πολιτικά δεδομένα. Κατά συνέπεια, για όλες τις πολιτικές δυνάμεις, είτε το καταλαβαίνουν είτε όχι, εάν θέλουν να κυβερνήσουν τη χώρα πρέπει να έχουν επιδίωξη την πολιτική σταθερότητα. Ομως, η «πολιτική σταθερότητα» είναι ευρύτερη και ουσιαστικότερη έννοια από μια λογική τρέχουσας κυβερνητικής σταθερότητας. Συνδέεται με την ουσία των πολιτικών που υιοθετούνται και ασκούνται. Και μακάρι, κάθε φορά, «κυβερνητική» και «πολιτική» σταθερότητα να συμπίπτουν... Πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, όπως αποδεικνύεται, στις παρούσες συνθήκες κρίσης που διέρχεται η χώρα. Κερδίζεται πολιτικά, δεν εκβιάζεται... Το είδαμε στο πρόσφατο παρελθόν, από το 2009, την κυβέρνηση Παπαδήμου, τις διπλές εκλογές του 2012 και μέχρι σήμερα. Και πιθανότατα θα το δούμε και στο μέλλον...
Η πολιτική σταθερότητα έχει ορισμένες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές προϋποθέσεις. Λόγου χάρη, μια «μεγάλη ανεργία», σε συνδυασμό με μια «φτωχοποίηση» ενός τμήματος της κοινωνίας, δεν είναι σταθεροποιητικός παράγοντας. Χωρίς «ρευστότητα», οι αγορές δεν λειτουργούν δημιουργώντας ευρύτερες απορρυθμιστικές τάσεις. Οπως, επίσης, όταν δεν λειτουργούν σωστά οι δημοκρατικοί θεσμοί δημιουργούνται «ρήγματα» στους σταθεροποιητικούς μηχανισμούς της χώρας κ.λπ. Σ' αυτά τα ζητήματα πρέπει να επικεντρώσει την προσοχή της η κυβέρνηση εάν θέλει να είναι ο χρήσιμος «εγγυητής» της σταθερότητας. Και όχι σε μια συμφωνία τυπικών διαδικασιών και διανομής ρόλων. Για την πολιτική σταθερότητα δεν αρκεί, δυστυχώς, μια εξαγγελία καλών προθέσεων ή ένα «γενικό αφήγημα», εάν δεν στηρίζεται σε κοινωνικο-οικονομικά δεδομένα, που θα αγγίζουν την καθημερινότητα του πολίτη...

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Ομως, δεν πρέπει ποτέ να ξανασυμβεί.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 οι εκθέσεις έδειχναν ότι το ασφαλιστικό σύστημα θα σκάσει με μαθηματική βεβαιότητα γύρω στο 2020. Δεν κάναμε τίποτα. Κοινωνία, κυβέρνηση, αντιπολίτευση, συνδικάτα, αριστερά, απέρριπταν μετά βδελυγμίας τη μία μεταρρυθμιστική απόπειρα μετά την άλλη. Μέχρι που η έλευση της τρόικας το 2010 μάς υποχρέωσε να αναπληρώσουμε με πολλαπλάσιο κόστος την τρυφηλή αδράνεια δεκαετιών. Ο καλπασμός μας στη «φούσκα» του 2007-08 είχε όλη την αναιδή περιφρόνηση προς την επόμενη μέρα. Ακριβά αυτοκίνητα, εισαγωγές, διακοποδάνεια, υπερχρέωση, ανεξέλεγκτα ελλείμματα. Η χώρα είχε επιλέξει την αμεριμνησία, τη μυωπία, τη συλλογική εθελοτυφλία. Σύμπαν το πολιτικό μας σύστημα τότε αναφωνούσε: «Γιατί να νοιαστώ για τους μεταγενέστερους; Τι έχουν κάνει ποτέ εκείνοι για μένα;»

Η υποτίμηση του μέλλοντος συνδέεται με τη χαμηλή εμπιστοσύνη στο κράτος και στους θεσμούς. Αυτοί εγγυώνται την οργανωμένη, συλλογική μετάβαση στο μέλλον. Η αξιοπιστία τους αυξάνει την προβλεψιμότητα, μας υποχρεώνει να πάρουμε το μέλλον σοβαρά. Ημασταν πάντοτε μια κοινωνία χαμηλής κοινωνικής εμπιστοσύνης. Γι’ αυτό ένα από τα χειρότερα πράγματα που συνέβησαν τα τελευταία τέσσερα χρόνια ήταν η διάρρηξη της, ούτως ή άλλως, χαμηλής εμπιστοσύνης προς το κράτος. Η αθέτηση υποχρεώσεών του (προς συνταξιούχους, προμηθευτές, επιχειρήσεις που διεκδικούσαν επιστροφή ΦΠΑ, ομολογιούχους, καλόπιστους συναλλασσόμενους και φορολογούμενους) ήταν βάναυσο πλήγμα. Αναπόφευκτο ίσως, προκειμένου να αποτραπεί η εθνική καταστροφή μιας άτακτης χρεοκοπίας. Ομως, δεν πρέπει ποτέ να ξανασυμβεί.

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Ας τους θυμίσει κάποιος ότι περισσεύουν οι αναντικατάστατοι.

Τα όσα συμβαίνουν εσχάτως με την υπόθεση Μπαλτάκου και τα συνακόλουθα δεν είναι αθώα παιχνιδάκια που πρέπει να περνούν απαρατήρητα ή να χαίρονται όσοι πανηγυρίζουν τώρα, επειδή διαπιστώνεται μια ανίερη υπόγεια σχέση ενός κυβερνητικού στελέχους με τη γνωστή εγκληματική οργάνωση. Οι αδίστακτοι ήδη έχουν αφήσει δηλητηριώδη υπονοούμενα και ευθείες απειλές για το σύνολο των πολιτικών του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου προ του ενδεχομένου να ακολουθήσουν τον δρόμο των συνοδοιπόρων τους προς τον Κορυδαλλό. Ουαί και αλίμονο αν επιτρέψουμε σε μια συμμορία να ορίσει τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού και την καταστήσουμε ρυθμιστή των εξελίξεων. Σε κάθε περίπτωση ας τους αφήσουμε να απολογούνται αρμοδίως για τις εγκληματικές τους ενέργειες με βάση τον νόμο και το Σύνταγμα.
Η πολιτική απομόνωση είναι δημοκρατικό καθήκον όλων μας και πρωτίστως των κομμάτων που δεν πρέπει να υιοθετούν για μικροκομματικές σκοπιμότητες την επιχειρηματολογία των αρνητών του κοινοβουλευτισμού και πάντως μη χάσουμε το μείζον για το έλασσον.
Επί της ουσίας όμως υπάρχει ένα σοβαρότερο πρόβλημα -πέραν της αναστάτωσης που δημιουργεί το συνονθύλευμα των φασιστών- και αυτό αφορά στην ανάγκη πολιτικής σταθερότητας για να εξασφαλιστεί η πορεία της χώρας προς την οικονομική ανάκαμψη. Η εύθραυστη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και η επιχειρούμενη δολιοφθορά από ορισμένους είναι πολύ περισσότερο επικίνδυνο φαινόμενο από τα βίντεο και τις θρυλούμενες υποκλοπές.
Τώρα που η οικονομία βγαίνει από τη διεθνή απομόνωση και καλλιεργούνται οι προϋποθέσεις για μια νέα αρχή που θα δημιουργήσει ευκαιρίες ανάπτυξης και απασχόλησης, φαίνεται πως ενοχλούνται όσοι είχαν επενδύσει τα πολιτικά και προσωπικά τους αδιέξοδα στην καταστροφή.
Είναι τέτοιο το μένος τους εναντίον της όποιας επιτυχίας της χώρας που δεν τηρούν ούτε τα προσχήματα και ας έχουν ανοικτούς λογαριασμούς σε πολλά επίπεδα. Ας τους θυμίσει κάποιος ότι περισσεύουν οι αναντικατάστατοι που είναι τελικώς χρήσιμοι μόνο σε «αυλές και κήπους».

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Οι πολιτικοί στην πλειονότητά τους έχουν χάσει το κύρος τους.

Η ελληνική κοινωνία λειτουργεί κάτω από το βάρος της οικονομικής κρίσης κι αυτό έχει δημιουργήσει παρενέργειες, από ψυχολογικές μέχρι επιθετικές συμπεριφορές. Οι σχέσεις των συνανθρώπων που συνυπάρχουν συνεχώς εκπίπτουν. Παρατηρούμε φαινόμενα που αγγίζουν τα όρια της επικινδυνότητας. Μια μεγάλη απαξίωση, ακόμα και για την ίδια τη ζωή έρχεται να προστεθεί στην κλονισμένη πίστη σε αξίες, θεσμούς, νόμους, δικαιοσύνη, ασφάλεια, αγάπη, ομορφιά, τέχνη, πολιτική. Τα κόμματα στην πλειονότητά τους δεν έχουν εσωτερική δημοκρατία.
Μια αρρωστημένη κατάσταση επικρατεί. Το κακό έχει καλές δημόσιες σχέσεις και προβάλλεται. Το καλό πνίγεται, θεωρείται γελοίο να είναι, καλός καγαθός σήμερα ένας άνθρωπος. Οι πολιτικοί στην πλειονότητά τους έχουν χάσει το κύρος τους. Ο ναός της Δημοκρατίας, το Κοινοβούλιο, λοιδωρείται και συνεχώς απαξιώνεται. Αυτά που συμβαίνουν αυτές τις μέρες με αφορμή τον γενικό γραμματέα της συγκυβέρνησης λειτουργούν απωθητικά. Η δημοκρατία, όμως, είμαστε εμείς, η πατρίδα μας είμαστε εμείς, δεν μπορούμε να λέμε οι άλλοι φταίνε. Λόγω κρίσης μάς λένε οι στατιστικές πως μειώθηκαν κατά 30% τα φακελάκια. Δεν μειώθηκαν, όμως, η ασυδοσία, η βία της εξουσίας και δεν κέρδισαν ο διάλογος και η συμμετοχή μας στη δημοκρατία. Δεν μπορεί να αισθανόμαστε περήφανοι για τον Μπαλτάκο και τον γιο του. Η Χρυσή Αυγή, οι νεοναζιστές εγκληματίες που σκότωσαν μετανάστες, τον Φύσσα και μαχαίρωσαν μαθητή στο Παλαιό Φάληρο πέρυσι τον Ιανουάριο, είναι δικά μας, της κοινωνίας γεννήματα. Οι κασιδιάρηδες κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Αυτοί που τους ψήφισαν και τους νομιμοποίησαν έχουν μεγαλύτερη ευθύνη. Ντροπή είναι, για παράδειγμα, και η δολοφονία ενός βαρυποινίτη από σωφρονιστικούς υπαλλήλους μέσα σε ένα «σωφρονιστικό κατάστημα». Δεν γίνεται όταν είμαστε εναντίον της θανατικής ποινής να δημιουργείται ένα σύστημα αυτοδικίας και ένα πολιτισμός βαρβαρότητας.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Οι πολίτες αντιμετωπίζουν με δυσπιστία, άρνηση ακόμη και απαξίωση την υπάρχουσα κομματική τάξη.

Η πρωτοφανής κρίση που αντιμετωπίζουμε δεν οφείλεται στα μνημόνια, ούτε σε εξωγενείς παράγοντες. Είναι προϊόν του χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος. Κομματικοί και συνδικαλιστικοί φορείς κράτησαν τη χώρα στην κοινωνική και θεσμική υστέρηση, αρνούμενοι τις αναγκαίες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις στο κράτος και στην οικονομία. Υπηρέτησαν με συνέπεια τις ανορθολογικές πολιτικές των ελλειμμάτων και της επίπλαστης ευημερίας, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις τους.
Τώρα που προσπαθούμε να ορθοποδήσουμε, γίνονται όλο και πιο διακριτές οι ευθύνες τους. Η πλειονότητα της κοινής γνώμης, αφήνοντας πίσω την οργή και την αγανάκτηση, φαίνεται να αντιμετωπίζει περισσότερο νηφάλια, αλλά πιο αυστηρά τους υπαίτιους της κρίσης. Υπερβαίνει υπεραπλουστεύσεις και αποστασιοποιείται από κομματικές σκοπιμότητες. Εμφανίζεται περισσότερο υποψιασμένη, δεν υιοθετεί ντιρεκτίβες και άστοχες ερμηνείες. Δεν πιστεύει στις διακηρύξεις των κομμάτων, ούτε προσδοκά από αυτά την έξοδο από το τέλμα. Η κρίση εκπροσώπησης είναι αξιοσημείωτη και καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις.
Είναι γεγονός ότι οι πολίτες αντιμετωπίζουν με δυσπιστία, άρνηση ακόμη και απαξίωση την υπάρχουσα κομματική τάξη, ως φορέα των πολιτικών που έπληξαν την οικονομία και τη χώρα. Η διαπίστωση αφορά κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενους. Ταυτόχρονα παρακολουθούν με ενδιαφέρον όσους δεν κουβαλούν στις αποσκευές τους τις παθογένειες του αποξενωμένου από αυτούς, αποστεωμένου, αναξιόπιστου και τελικά αναποτελεσματικού πολιτικού συστήματος. Αλλωστε, οι κομματικές δεξαμενές έχουν στερέψει. Οι δυνάμεις που απέμειναν, υπερασπιζόμενες τα κεκτημένα τους και αντιμαχόμενες όποιον αμφισβητεί την ισχύ και τους κανόνες τους, παραπέμπουν στο παρελθόν. Η τοξικότητά τους κόβει κάθε γέφυρα επικοινωνίας με τους πολίτες.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Κάποτε, αργά ή γρήγορα, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη.

Τελικά ο Σαμαράς. Κέρδισε, όπως επανειλημμένα τον πρώτο αριθμό του λαχείου χωρίς να έχει αγοράσει λαχείο, μεταλλάχθηκε από αντιμνημονιακός σε υπέρμαχο της πολιτικής που επί δύο χρόνια καταδίκαζε, έγινε πρωθυπουργός έχοντας οδηγήσει το κόμμα του σε πρωτοφανή χαμηλά ποσοστά και κάπου φαίνεται ότι του μπήκε η ιδέα ότι τα θαύματα γι' αυτόν δεν τελειώνουν πουθενά.
Κάποτε, αργά ή γρήγορα, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη. Και τυπικά μπορεί να έδωσε λύση στο πρόβλημα με την απομάκρυνση του Μπαλτάκου, αλλά ουσιαστικά το πρόβλημα παραμένει άλυτο. Γιατί το πρόβλημα είναι ο ίδιος, που μάλλον δεν έχει μετρήσει σωστά κάποια πράγματα. Μπορεί να είναι πρωθυπουργός, αλλά η ιδιότητα αυτή του έχει εκχωρηθεί λόγω της κρίσης την οποία διέρχεται η χώρα και όχι για να κυβερνά όπως του γουστάρει και με όποιους του γουστάρει.
Δικαίωμά του είναι να επιλέγει τους φίλους του. Κι αν κάποτε ο ελληνικός λαός τον αναδείξει αυτοδύναμα κυβερνήτη του, θα είναι δικαίωμά του να επιλέγει και τους συνεργάτες του. Αλλά όσο είναι πρωθυπουργός μιας δικομματικής κυβέρνησης που έχει ως αποστολή να οδηγήσει τη χώρα στην οικονομική και κοινωνική ασφάλεια, οφείλει να σέβεται τις ευαισθησίες του κυβερνητικού εταίρου του και να μη διακινδυνεύει επιπόλαια την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου.
Φιλοδοξεί ο Αντ. Σαμαράς να διευρύνει την απήχηση του κόμματός του και προς την ακροδεξιά αλλά και προς την Κεντροαριστερά. Δικαίωμά του να ζει με ψευδαισθήσεις. Εκείνο που δεν είναι δικαίωμά του είναι να πειραματίζεται σε κυβερνητικό επίπεδο, δημιουργώντας χωρίς λόγο μείζονος σημασίας προβλήματα. Οπως το χθεσινό. Εύχομαι τουλάχιστον να το έχει καταλάβει. Και να σοβαρευτεί.

Τετάρτη 2 Απριλίου 2014

Ενόψει εκλογών, τα κόμματα έχουν βγει στη γύρα.

ΩΣ ΣΥΝΗΘΩΣ, ενόψει εκλογών, τα κόμματα έχουν βγει στη γύρα προς άγραν λαμπερών προσώπων για τα ψηφοδέλτιά τους. Μέχρι ένα σημείο, δίκαιο, αναμενόμενο και αποτελεσματικό ως προς τις προθέσεις και των δύο πλευρών. Κάθε ενήλικας πολίτης έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Με ποια λογική κάποιος που τυγχάνει να είναι πιο αναγνωρίσιμος από τον άλλον να εξαιρείται από το εν λόγω δικαίωμα; Και ποιο στερεότυπο αποδεικνύει ότι ο λεγόμενος «επώνυμος» θα είναι χειρότερος δημοτικός σύμβουλος ή δήμαρχος από έναν λιγότερο γνωστό υποψήφιο; Στο τέλος-τέλος, αν ο αναγνωρίσιμος αξιοποιήσει αυτή τη δυναμική για να παρουσιάσει θέσεις, να αναδείξει προβλήματα ή να ανοίξει κλειστές πόρτες, μάλλον για καλό σκοπό θα είναι η συμμετοχή του και όχι το αντίθετο.

ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΙΝΑΙ
πόσο αγνές είναι σε κάθε περίπτωση οι εκάστοτε προθέσεις. Μιλάμε για ακόμα έναν «εθνοσωτήρα» στην ουρά όσων ήλθαν, πέρασαν και δεν ακούμπησαν με μοναδικό διαπιστευτήριο το όνομά τους, ή για έναν ευσυνείδητο πολίτη με τον έντιμο στόχο να προσφέρει; Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν μπορείς να γνωρίζεις από πριν, παρά μόνο μετά την εκλογή. Αλλά το κακό είναι ότι έπειτα από την απομάκρυνση από την κάλπη ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Γιατί, αν η εκλογή αποκαλυφθεί ότι δεν έχει καμία σχέση με την υποψηφιότητα, πρέπει να περιμένεις τουλάχιστον μέχρι την επόμενη αναμέτρηση.