Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Ας τους θυμίσει κάποιος ότι περισσεύουν οι αναντικατάστατοι.

Τα όσα συμβαίνουν εσχάτως με την υπόθεση Μπαλτάκου και τα συνακόλουθα δεν είναι αθώα παιχνιδάκια που πρέπει να περνούν απαρατήρητα ή να χαίρονται όσοι πανηγυρίζουν τώρα, επειδή διαπιστώνεται μια ανίερη υπόγεια σχέση ενός κυβερνητικού στελέχους με τη γνωστή εγκληματική οργάνωση. Οι αδίστακτοι ήδη έχουν αφήσει δηλητηριώδη υπονοούμενα και ευθείες απειλές για το σύνολο των πολιτικών του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου προ του ενδεχομένου να ακολουθήσουν τον δρόμο των συνοδοιπόρων τους προς τον Κορυδαλλό. Ουαί και αλίμονο αν επιτρέψουμε σε μια συμμορία να ορίσει τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού και την καταστήσουμε ρυθμιστή των εξελίξεων. Σε κάθε περίπτωση ας τους αφήσουμε να απολογούνται αρμοδίως για τις εγκληματικές τους ενέργειες με βάση τον νόμο και το Σύνταγμα.
Η πολιτική απομόνωση είναι δημοκρατικό καθήκον όλων μας και πρωτίστως των κομμάτων που δεν πρέπει να υιοθετούν για μικροκομματικές σκοπιμότητες την επιχειρηματολογία των αρνητών του κοινοβουλευτισμού και πάντως μη χάσουμε το μείζον για το έλασσον.
Επί της ουσίας όμως υπάρχει ένα σοβαρότερο πρόβλημα -πέραν της αναστάτωσης που δημιουργεί το συνονθύλευμα των φασιστών- και αυτό αφορά στην ανάγκη πολιτικής σταθερότητας για να εξασφαλιστεί η πορεία της χώρας προς την οικονομική ανάκαμψη. Η εύθραυστη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και η επιχειρούμενη δολιοφθορά από ορισμένους είναι πολύ περισσότερο επικίνδυνο φαινόμενο από τα βίντεο και τις θρυλούμενες υποκλοπές.
Τώρα που η οικονομία βγαίνει από τη διεθνή απομόνωση και καλλιεργούνται οι προϋποθέσεις για μια νέα αρχή που θα δημιουργήσει ευκαιρίες ανάπτυξης και απασχόλησης, φαίνεται πως ενοχλούνται όσοι είχαν επενδύσει τα πολιτικά και προσωπικά τους αδιέξοδα στην καταστροφή.
Είναι τέτοιο το μένος τους εναντίον της όποιας επιτυχίας της χώρας που δεν τηρούν ούτε τα προσχήματα και ας έχουν ανοικτούς λογαριασμούς σε πολλά επίπεδα. Ας τους θυμίσει κάποιος ότι περισσεύουν οι αναντικατάστατοι που είναι τελικώς χρήσιμοι μόνο σε «αυλές και κήπους».

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Οι πολιτικοί στην πλειονότητά τους έχουν χάσει το κύρος τους.

Η ελληνική κοινωνία λειτουργεί κάτω από το βάρος της οικονομικής κρίσης κι αυτό έχει δημιουργήσει παρενέργειες, από ψυχολογικές μέχρι επιθετικές συμπεριφορές. Οι σχέσεις των συνανθρώπων που συνυπάρχουν συνεχώς εκπίπτουν. Παρατηρούμε φαινόμενα που αγγίζουν τα όρια της επικινδυνότητας. Μια μεγάλη απαξίωση, ακόμα και για την ίδια τη ζωή έρχεται να προστεθεί στην κλονισμένη πίστη σε αξίες, θεσμούς, νόμους, δικαιοσύνη, ασφάλεια, αγάπη, ομορφιά, τέχνη, πολιτική. Τα κόμματα στην πλειονότητά τους δεν έχουν εσωτερική δημοκρατία.
Μια αρρωστημένη κατάσταση επικρατεί. Το κακό έχει καλές δημόσιες σχέσεις και προβάλλεται. Το καλό πνίγεται, θεωρείται γελοίο να είναι, καλός καγαθός σήμερα ένας άνθρωπος. Οι πολιτικοί στην πλειονότητά τους έχουν χάσει το κύρος τους. Ο ναός της Δημοκρατίας, το Κοινοβούλιο, λοιδωρείται και συνεχώς απαξιώνεται. Αυτά που συμβαίνουν αυτές τις μέρες με αφορμή τον γενικό γραμματέα της συγκυβέρνησης λειτουργούν απωθητικά. Η δημοκρατία, όμως, είμαστε εμείς, η πατρίδα μας είμαστε εμείς, δεν μπορούμε να λέμε οι άλλοι φταίνε. Λόγω κρίσης μάς λένε οι στατιστικές πως μειώθηκαν κατά 30% τα φακελάκια. Δεν μειώθηκαν, όμως, η ασυδοσία, η βία της εξουσίας και δεν κέρδισαν ο διάλογος και η συμμετοχή μας στη δημοκρατία. Δεν μπορεί να αισθανόμαστε περήφανοι για τον Μπαλτάκο και τον γιο του. Η Χρυσή Αυγή, οι νεοναζιστές εγκληματίες που σκότωσαν μετανάστες, τον Φύσσα και μαχαίρωσαν μαθητή στο Παλαιό Φάληρο πέρυσι τον Ιανουάριο, είναι δικά μας, της κοινωνίας γεννήματα. Οι κασιδιάρηδες κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Αυτοί που τους ψήφισαν και τους νομιμοποίησαν έχουν μεγαλύτερη ευθύνη. Ντροπή είναι, για παράδειγμα, και η δολοφονία ενός βαρυποινίτη από σωφρονιστικούς υπαλλήλους μέσα σε ένα «σωφρονιστικό κατάστημα». Δεν γίνεται όταν είμαστε εναντίον της θανατικής ποινής να δημιουργείται ένα σύστημα αυτοδικίας και ένα πολιτισμός βαρβαρότητας.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Οι πολίτες αντιμετωπίζουν με δυσπιστία, άρνηση ακόμη και απαξίωση την υπάρχουσα κομματική τάξη.

Η πρωτοφανής κρίση που αντιμετωπίζουμε δεν οφείλεται στα μνημόνια, ούτε σε εξωγενείς παράγοντες. Είναι προϊόν του χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος. Κομματικοί και συνδικαλιστικοί φορείς κράτησαν τη χώρα στην κοινωνική και θεσμική υστέρηση, αρνούμενοι τις αναγκαίες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις στο κράτος και στην οικονομία. Υπηρέτησαν με συνέπεια τις ανορθολογικές πολιτικές των ελλειμμάτων και της επίπλαστης ευημερίας, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις τους.
Τώρα που προσπαθούμε να ορθοποδήσουμε, γίνονται όλο και πιο διακριτές οι ευθύνες τους. Η πλειονότητα της κοινής γνώμης, αφήνοντας πίσω την οργή και την αγανάκτηση, φαίνεται να αντιμετωπίζει περισσότερο νηφάλια, αλλά πιο αυστηρά τους υπαίτιους της κρίσης. Υπερβαίνει υπεραπλουστεύσεις και αποστασιοποιείται από κομματικές σκοπιμότητες. Εμφανίζεται περισσότερο υποψιασμένη, δεν υιοθετεί ντιρεκτίβες και άστοχες ερμηνείες. Δεν πιστεύει στις διακηρύξεις των κομμάτων, ούτε προσδοκά από αυτά την έξοδο από το τέλμα. Η κρίση εκπροσώπησης είναι αξιοσημείωτη και καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις.
Είναι γεγονός ότι οι πολίτες αντιμετωπίζουν με δυσπιστία, άρνηση ακόμη και απαξίωση την υπάρχουσα κομματική τάξη, ως φορέα των πολιτικών που έπληξαν την οικονομία και τη χώρα. Η διαπίστωση αφορά κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενους. Ταυτόχρονα παρακολουθούν με ενδιαφέρον όσους δεν κουβαλούν στις αποσκευές τους τις παθογένειες του αποξενωμένου από αυτούς, αποστεωμένου, αναξιόπιστου και τελικά αναποτελεσματικού πολιτικού συστήματος. Αλλωστε, οι κομματικές δεξαμενές έχουν στερέψει. Οι δυνάμεις που απέμειναν, υπερασπιζόμενες τα κεκτημένα τους και αντιμαχόμενες όποιον αμφισβητεί την ισχύ και τους κανόνες τους, παραπέμπουν στο παρελθόν. Η τοξικότητά τους κόβει κάθε γέφυρα επικοινωνίας με τους πολίτες.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Κάποτε, αργά ή γρήγορα, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη.

Τελικά ο Σαμαράς. Κέρδισε, όπως επανειλημμένα τον πρώτο αριθμό του λαχείου χωρίς να έχει αγοράσει λαχείο, μεταλλάχθηκε από αντιμνημονιακός σε υπέρμαχο της πολιτικής που επί δύο χρόνια καταδίκαζε, έγινε πρωθυπουργός έχοντας οδηγήσει το κόμμα του σε πρωτοφανή χαμηλά ποσοστά και κάπου φαίνεται ότι του μπήκε η ιδέα ότι τα θαύματα γι' αυτόν δεν τελειώνουν πουθενά.
Κάποτε, αργά ή γρήγορα, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη. Και τυπικά μπορεί να έδωσε λύση στο πρόβλημα με την απομάκρυνση του Μπαλτάκου, αλλά ουσιαστικά το πρόβλημα παραμένει άλυτο. Γιατί το πρόβλημα είναι ο ίδιος, που μάλλον δεν έχει μετρήσει σωστά κάποια πράγματα. Μπορεί να είναι πρωθυπουργός, αλλά η ιδιότητα αυτή του έχει εκχωρηθεί λόγω της κρίσης την οποία διέρχεται η χώρα και όχι για να κυβερνά όπως του γουστάρει και με όποιους του γουστάρει.
Δικαίωμά του είναι να επιλέγει τους φίλους του. Κι αν κάποτε ο ελληνικός λαός τον αναδείξει αυτοδύναμα κυβερνήτη του, θα είναι δικαίωμά του να επιλέγει και τους συνεργάτες του. Αλλά όσο είναι πρωθυπουργός μιας δικομματικής κυβέρνησης που έχει ως αποστολή να οδηγήσει τη χώρα στην οικονομική και κοινωνική ασφάλεια, οφείλει να σέβεται τις ευαισθησίες του κυβερνητικού εταίρου του και να μη διακινδυνεύει επιπόλαια την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου.
Φιλοδοξεί ο Αντ. Σαμαράς να διευρύνει την απήχηση του κόμματός του και προς την ακροδεξιά αλλά και προς την Κεντροαριστερά. Δικαίωμά του να ζει με ψευδαισθήσεις. Εκείνο που δεν είναι δικαίωμά του είναι να πειραματίζεται σε κυβερνητικό επίπεδο, δημιουργώντας χωρίς λόγο μείζονος σημασίας προβλήματα. Οπως το χθεσινό. Εύχομαι τουλάχιστον να το έχει καταλάβει. Και να σοβαρευτεί.

Τετάρτη 2 Απριλίου 2014

Ενόψει εκλογών, τα κόμματα έχουν βγει στη γύρα.

ΩΣ ΣΥΝΗΘΩΣ, ενόψει εκλογών, τα κόμματα έχουν βγει στη γύρα προς άγραν λαμπερών προσώπων για τα ψηφοδέλτιά τους. Μέχρι ένα σημείο, δίκαιο, αναμενόμενο και αποτελεσματικό ως προς τις προθέσεις και των δύο πλευρών. Κάθε ενήλικας πολίτης έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Με ποια λογική κάποιος που τυγχάνει να είναι πιο αναγνωρίσιμος από τον άλλον να εξαιρείται από το εν λόγω δικαίωμα; Και ποιο στερεότυπο αποδεικνύει ότι ο λεγόμενος «επώνυμος» θα είναι χειρότερος δημοτικός σύμβουλος ή δήμαρχος από έναν λιγότερο γνωστό υποψήφιο; Στο τέλος-τέλος, αν ο αναγνωρίσιμος αξιοποιήσει αυτή τη δυναμική για να παρουσιάσει θέσεις, να αναδείξει προβλήματα ή να ανοίξει κλειστές πόρτες, μάλλον για καλό σκοπό θα είναι η συμμετοχή του και όχι το αντίθετο.

ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΙΝΑΙ
πόσο αγνές είναι σε κάθε περίπτωση οι εκάστοτε προθέσεις. Μιλάμε για ακόμα έναν «εθνοσωτήρα» στην ουρά όσων ήλθαν, πέρασαν και δεν ακούμπησαν με μοναδικό διαπιστευτήριο το όνομά τους, ή για έναν ευσυνείδητο πολίτη με τον έντιμο στόχο να προσφέρει; Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν μπορείς να γνωρίζεις από πριν, παρά μόνο μετά την εκλογή. Αλλά το κακό είναι ότι έπειτα από την απομάκρυνση από την κάλπη ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Γιατί, αν η εκλογή αποκαλυφθεί ότι δεν έχει καμία σχέση με την υποψηφιότητα, πρέπει να περιμένεις τουλάχιστον μέχρι την επόμενη αναμέτρηση.

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Κάντε τον Γιώργο αρχιεπίσκοπο...

Κάντε τον Γιώργο αρχιεπίσκοπο...

Η σύγκρουση στην πολιτική πέραν πολλών άλλων αποκαλύπτει χαρακτήρες και ξεγυμνώνει προσωπικότητες. Και οι πλέον προστατευμένοι του είδους έρχεται μια στιγμή που δεν μπορούν ή δεν θέλουν άλλο να κρυφτούν πίσω από το δάκτυλό τους. Για πολλούς η ιστορία έχει αποδείξει ότι ήταν κάτι άλλο από αυτό που παρίσταναν επί δεκαετίες.
Στην εν λόγω κατηγορία ανήκει και ο κ. Γιώργος Παπανδρέου που εμφανίζεται με ένα μειλίχιο ύφος και καλοσυνάτος μέχρι παρεξηγήσεως. Η εικόνα του όμως δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Ο Γιώργος κατά βάθος έχει μέσα του κακίες για όλους και για όλα. Λογαριάζει φίλους και αντιπάλους του ως ανάξιους και κατώτερούς του, ενώ θεωρεί ότι το έθνος τού... χρωστά να τον κάνει πρωθυπουργό, αρχηγό κόμματος, υπουργό και γιατί όχι και... αρχιεπίσκοπο!
Με όνομα βαρύ, όντας γιος και εγγονός πρωθυπουργών, κατάφερε να κάνει τη διαδρομή που έκανε και δεν αντέχει στην ιδέα ότι η ζωή τού επιφύλαξε αυτό το πολιτικό τέλος. Αναζητεί με κάθε μέσο και κάθε τρόπο τη ρεβάνς, αδιαφορώντας πλήρως -από άγνοια ή ανοησία- το ενδεχόμενο κόστος για τον τόπο και την παράταξη που τίμησε την οικογένειά του διαχρονικά.
Η συμπεριφορά του προχθές το βράδυ στη Βουλή που καταψήφισε στα... μουλωχτά ένα άρθρο του πολυνομοσχεδίου ήταν ακόμη μία επιβεβαίωση της πλήρους αδιαφορίας του για τις συνέπειες των πράξεών του. Δεν αντέχει σε κριτική η συμπεριφορά του, καθώς δεν μπορεί ένας πρώην πρωθυπουργός να τηρεί αυτή τη στάση, χωρίς να εξηγεί στον λαό το γιατί. Ο άνθρωπος που έβαλε τη χώρα στη μέγκενη επιχειρεί εκ των υστέρων να εκδικηθεί αναδρομικά τους πάντες για τις δικές του ανεπάρκειες, που μας έφεραν στο χείλος της αβύσσου. Δεν τον ενδιαφέρει η τύχη των τραπεζών και το πιθανότερο είναι ότι έχει μαύρα μεσάνυχτα για τις ρυθμίσεις που επιφέρει το επίμαχο άρθρο.
Η ματαιοδοξία του τον οδηγεί σε ένα ακόμη ολίσθημα, που ξεπερνά κάθε λογική, και το μόνο που τον απασχολεί είναι η αυταπάτη της παλινόρθωσης. Υπάρχουν άλλωστε και αρκετοί αυλοκόλακες που του ενισχύουν τη χίμαιρα της επιστροφής επί των ερειπίων. Ισως να είναι αυτή η λύση για να μη μάθουμε ποτέ τι επιτέλους αναφέρουν οι εκθέσεις των ελεγκτικών εταιρειών για τη διαχείριση των οικονομικών του ΠΑΣΟΚ κατά τη θητεία του στην ηγεσία του κόμματος.

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Γνώμες που δείχνουν την αξιωματική αντιπολίτευση καθηλωμένη.

Από μια υπεύθυνη αντιπολίτευση που φιλοδοξεί –και μάλιστα «οσονούπω», όπως ισχυρίζονται τα στελέχη της- να κυβερνήσει τη χώρα, το αναμενόμενο είναι να αξιοποιήσει μια τόσο κρίσιμη κοινοβουλευτική διαδικασία για να αποδομήσει άρθρο προς άρθρο και διάταξη προς διάταξη τη συμφωνία με την τρόικα και να αντιπαραβάλει τις εναλλακτικές προτάσεις της για όλα τα κρίσιμα ζητήματα που ρυθμίζονται με το κυβερνητικό πολυνομοσχέδιο.

Δυστυχώς, όμως, το προφανές άγχος που, όπως φαίνεται, καταλαμβάνει την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ από τις δημοσκοπήσεις που δείχνουν, η μια μετά την άλλη, να διαψεύδουν τις ελπίδες της να κατακτήσει την εξουσία, άκοπα και μόνον από τα λάθη των κυβερνώντων, όπως είχε προεξοφλήσει, αντί να τους οδηγεί σε αναθεώρηση της τακτικής του «ώριμου φρούτου» που ακολουθούν από την επομένη των τελευταίων βουλευτικών εκλογών, τους κάνει να επιμένουν στην αφελή στρατηγική ότι η κυβέρνηση θα πέσει «εκ των έσω». 

Στην αρχή ήταν οι λαϊκές κινητοποιήσεις που θα ανέτρεπαν την κυβερνητική πολιτική και θα εκφραζόταν με το… σκίσιμο του Μνημονίου στο Σύνταγμα. Μετά ήρθαν οι εκκλήσεις προς τους κυβερνητικούς βουλευτές να καταψηφίσουν τα νομοσχέδια. Στην πρώτη περίπτωση αποκαλύπτεται η αδυναμία να ερμηνευθεί το πραγματικό λαϊκό αίσθημα. Ενώ στη δεύτερη αναδεικνύεται η δυσκολία να εκτιμηθεί το αίσθημα αυτοσυντήρησης των  βουλευτών. 
Το αποτέλεσμα όλων αυτών το είδαμε την Κυριακή τόσο στις λαϊκές κινητοποιήσεις όσο και στην ψήφο των βουλευτών. Πολύ περισσότερο, όμως, το είδαμε στις έρευνες της κοινής γνώμης που δείχνουν την αξιωματική αντιπολίτευση καθηλωμένη. Και, παρά τα σκληρά μνημονιακά μέτρα των τελευταίων είκοσι μηνών, να εμφανίζεται αδύναμη να συσπειρώσει ακόμη και πολίτες που ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Ιουνίου του 2012 και είδαν τις προσδοκίες τους να διαψεύδονται.

Τι άλλο, άραγε, από έλλειψη πειστικής εναλλακτικής πρότασης εξουσίας αποκαλύπτει αυτό; Και ποιος μπορεί να ελπίσει ότι κοινοβουλευτικοί τακτικισμοί με προσχηματικές προτάσεις μομφής μπορούν να καλύψουν το τεράστιο έλλειμμα αξιοπιστίας που δείχνει να βαραίνει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και αναδύεται μέσα από τις κραυγαλέες εσωτερικές προγραμματικές αντιφάσεις και τις αλλοπρόσαλλες επιλογές προσώπων στις αυτοδιοικητικές εκλογές;