Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Το Δημόσιο που το βάφτισαν «όνειρο» και που την πίτα του έκοβαν πολιτικοί και κομματάρχες ...

Σε οκτώ χρόνια συμπληρώνονται δύο αιώνες από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Το «πώς» θα είναι η χώρα και οι κάτοικοί της το 2021 είναι ερώτημα για ευφάνταστους λύτες. Αυτά τα 200 χρόνια, τα κεφάλαια της ιστορίας που γράφτηκαν στον τόπο που μεγάλωνε ήταν σύνθετα και πολυαίμακτα. Τις σελίδες δόξας ακολουθούσαν σελίδες ταπείνωσης. Και το αντίθετο. Το εθνικό ευαγγέλιο του νεοπαγούς κράτους ήταν η αρχαία κιβωτός κι αυτό πλημμύριζε με περηφάνια τους Ελληνες· κάποιες φορές σε βαθμό υπερφίαλης αυτοπεποίθησης. Διαχρονικό χαρακτηριστικό; Η αντιμετώπιση των ξένων ως λαών κατώτερων και η ενοχοποίηση «εξωγενών» παραγόντων για τα δεινά μας. Παράλληλα, πλην ελάχιστων, διακριτών χρονικά εξαιρέσεων, στο εσωτερικό κυριαρχούσε ένα εμφυλιοπολεμικό κλίμα, η αδυναμία συνεννόησης και για τα στοιχειώδη ήταν ο κανόνας.
Φτωχός και ταραγμένος τόπος, έδιωχνε τα παιδιά του. Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα καταγράφηκαν μαζικά μεταναστευτικά κύματα. ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία οι βασικοί προορισμοί. Αλλοι έφυγαν μετά τον Εμφύλιο. Και μετά, τέλη δεκαετίας του ’50 και αρχές δεκαετίας του ’60, νέο ανθρωπομάνι όδευε προς Γερμανία, Βέλγιο, Σουηδία κ.ά. Το τελευταίο κύμα που βρίσκεται σε εξέλιξη -το αποτελούν κυρίως νέοι με υψηλό προσοντολόγιο- ήταν το πιο απρόβλεπτο, καθώς προηγήθηκαν χρόνια χαυνωτικής ευμάρειας και κομπορρημοσύνης. Εκλεισε βλέπετε και η απορροφητική χοάνη του Δημοσίου, επί δεκαετίες αχόρταγη, το σίγουρο αποκούμπι του «βρέξει-χιονίσει, μισθός θα πέφτει». Το Δημόσιο που το βάφτισαν «όνειρο» και που την πίτα του έκοβαν πολιτικοί και κομματάρχες μοιράζοντας κομμάτια στους πελάτες τους. Το Δημόσιο που από τη νηπιακή του ηλικία και σε όλες τις κατοπινές εκδοχές ήταν για τους μεν και τους δε «μια κάποια λύσις»· η λειτουργία και τα ανακλαστικά μιας ολόκληρης χώρας καθρεφτίζονταν στην ποιότητα του Δημοσίου της. Εξαγριωνόμαστε με αυτούς που προσλήφθηκαν ρουσφετολογικά και κορόιδευαν την κοινωνία, αφαιμάσσοντας τον κρατικό κορβανά. Αλλά είμαστε τόσο θυμωμένοι, που παραβλέπουμε ότι οι «λουφαδόροι», οι υπεράριθμοι, τα «κομματόσκυλα», προσλήφθηκαν με φαρδιές-πλατιές υπογραφές πρωταγωνιστών της πολιτικής ζωής, με εκτόπισμα και βροντερή φωνή. Σαν γρήγορα δεν τους ξεχάσαμε τους τσελεμεντέδες των «τακτοποιήσεων» που σήμερα οραματίζονται συνωστιζόμενοι κι αυτοί μια νέα Ελλάδα;

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Να φροντίσουμε να διορθώσουμε τα κουσούρια μας.

Κάθε σοβαρός άνθρωπος ξέρει πώς φτάσαμε στα σημερινά χάλια. Ξοδεύαμε περισσότερα από όσα βγάζαμε, δανειζόμασταν για να ξοδεύουμε, δεν πληρώναμε τους φόρους που μας αναλογούσαν, δεν πληρώναμε τις ασφαλιστικές εισφορές μας και η διαφθορά και η λεηλασία του δημόσιου χρήματος είχε εξελιχθεί σε εθνικό μας σπορ. Και μη μου πει κανείς πως «όχι, εγώ δεν έκανα τίποτα απ΄ αυτά», γιατί μπορεί να έχει δίκιο, αλλά οι περισσότεροι και όσοι είχαν την ευκαιρία αυτά έκαναν.
Αν, λοιπόν, ήμασταν σοβαροί θα φροντίζαμε σε αυτά τα τρία χρόνια να διορθώσουμε τα κουσούρια μας. Αλλά εμείς το μόνο που κάνουμε είναι να προσπαθούμε να μεταθέσουμε τις ευθύνες, να αυτοανακηρυσσόμαστε σε θύματα, να «ανακαλύπτουμε» συνωμοσίες, να αποφαινόμαστε ότι φταίνε όλοι οι άλλοι εκτός από εμάς. Και πιανόμαστε απ΄ όπου βρούμε. Τελευταία από τις διαπιστώσεις του ΔΝΤ ότι το πρώτο πρόγραμμα ήταν λάθος.
Και να ήταν, τι βγαίνει; Για να ωφεληθούμε σε κάτι, ούτε οι γκρίνιες βοηθάνε ούτε οι κούφιες μεγαλοστομίες. Ο μόνος τρόπος για να αξιοποιηθούν θετικά τέτοιες αβανταδόρικες εκτιμήσεις είναι να κάνουμε αυτό που λέγαμε στην αρχή: να φροντίσουμε να διορθώσουμε τα κουσούρια μας.

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Η καταστροφή δεν... έπεσε από τον ουρανό ούτε μας προέκυψε τυχαία ως μοίρα κακή.

Η καταστροφή δεν... έπεσε από τον ουρανό ούτε μας προέκυψε τυχαία ως μοίρα κακή. Εργο των χειρών μας και αποτέλεσμα της χρόνιας εγκατάλειψης κάθε προσπάθειας για συνετή διαχείριση των οικονομικών της χώρας υπήρξε η αιτία που μας έφερε στο χείλος του γκρεμού.
Οσοι εθελοτυφλούν ότι μας οδήγησαν οι ξένοι στην καταστροφή διότι επιβουλεύονται τα ιερά και τα όσια ας γυρίσουν πλευρό ή ας αναζητήσουν παρηγορία στους ψεκασμένους και στους συνωμοσιολογούντες. Ο τόπος έφτασε με ευθύνη της ηγεσίας και των πολιτών του στο χάος και δυστυχώς στην πιο κρίσιμη στιγμή στο τιμόνι βρέθηκε μια ομάδα που από άγνοια και ανικανότητα μας έσυρε στον βούρκο με ταχύτητα. Αυτή είναι μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα που δεν μπορεί να αλλάξει πέρα και έξω από τα πολλά λάθη και τις σκοπιμότητες των εταίρων και δανειστών μας.
Ασφαλώς και οι διαπιστώσεις του Δ.Ν.Τ -έστω και εκ των υστέρων- είναι βάσιμες και εν πολλοίς ερμηνεύουν την ανυπαρξία στιβαρής ηγεσίας στην Ευρώπη που σύρθηκε σε ένα πείραμα με θύμα την Ελλάδα. Οι πολιτικές που επελέγησαν (αν και εφαρμόστηκαν πλημμελώς) ήταν προφανώς λάθος και εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι δεν απέδωσαν τα προσδοκώμενα. Οι πρόσφατες συγκρούσεις της Κομισιόν με τον πέραν του ατλαντικού εταίρο απλώς αποκαλύπτουν έναν γνωστό «πόλεμο» που βρίσκεται από καιρό σε εξέλιξη.
Ωστόσο το μείζον ζήτημα ήταν και παραμένει γιατί η χώρα έγινε επαίτης και αναγκάστηκε να συρθεί σε ταπεινώσεις και εξευτελισμούς αρνούμενη να αντικρίσει τη ζοφερή πραγματικότητα και να λάβει εγκαίρως με δική της πρωτοβουλία τα αναγκαία μέτρα και να προλάβει την επέλαση των... βαρβάρων. Οσο αποφεύγουμε την αυτογνωσία και επιχειρούμε γενικώς τη μετάθεση των ευθυνών μας τόσο το χειρότερο για το παρόν και το μέλλον αυτού του τόπου.

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Κάθε φορά που συζητείται το θέμα ζούμε ένα εθνικό ψυχόδραμα, έχουμε συνηθίσει στην ένταση αυτής της ιδιότυπης «διαπραγμάτευσης».

Επειδή κάθε φορά που συζητείται το θέμα ζούμε ένα εθνικό ψυχόδραμα, έχουμε συνηθίσει στην ένταση αυτής της ιδιότυπης «διαπραγμάτευσης», ξεχνώντας ότι είναι πραγματικός ο κίνδυνος να αλλάξουν τακτική οι δανειστές και να βρεθούμε μετέωροι, χωρίς χρήματα για μισθούς, συντάξεις και απαραίτητες εισαγωγές. Αυτός ο μιθριδατισμός ίσως ευθύνεται για τη μακάρια προσήλωση στην αδράνεια που επιδεικνύουν τα πολιτικά μας κόμματα. Τα τρία που συμμετέχουν στην κυβέρνηση έχουν πετύχει να φαίνονται δραστήρια αλλά να κάνουν λίγα. Είναι προφανές ότι δεν θέλουν να προκαλέσουν την μήνιν της τρόικας αλλά ούτε μπορούν να ικανοποιήσουν τις επιταγές της και να χάσουν την πολιτική τους πελατεία. Από την άλλη, τα κόμματα της αντιπολίτευσης αναπτύσσουν και αυτά εντυπωσιακή, ακούραστη δραστηριότητα – η οποία, όμως, στοχεύει μονάχα στο να μην αλλάξει τίποτα, στο να διατηρηθεί το έως το 2009 οικονομικό και πολιτικό μοντέλο της χώρας. Ολα τα κόμματα βλέπουν τη χώρα και τις ανάγκες της μόνο από τη δική τους πλευρά και υπηρετούν μόνο το δικό τους συμφέρον.
Το ότι η χώρα δεν βούλιαξε ακόμη είναι αποτέλεσμα του πιο θετικού στοιχείου του χρόνου που πέρασε – για πρώτη φορά, τρία κόμματα κατάφεραν να συνεργαστούν, πετυχαίνοντας όση συνεννόηση χρειαζόταν για να συνεχίσει να λειτουργεί η χώρα. Αλλά τώρα δείχνουν μεγάλη κόπωση και οι τριβές μεταξύ τους αυξάνονται. Η ανικανότητά τους να συμφωνήσουν σε νόμο εναντίον της μισαλλοδοξίας δείχνει ότι όταν πιέζονται επιστρέφουν στις παλιές συμπεριφορές – όπου ο ένας καταγγέλλει τον άλλον, ο καθένας προτείνει τη δική του λύση και μετά αποσύρεται από διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς. Το αποτέλεσμα το έχουμε υποστεί εδώ και πολλά χρόνια – δημιουργείται μεγάλος θόρυβος αλλά αποτέλεσμα δεν βγαίνει. Σήμερα το βλέπουμε σε κρίσιμους τομείς στους οποίους η τρόικα απαιτεί πρόοδο, όπως στο θέμα των μετατάξεων και απολύσεων στο Δημόσιο, στις αποκρατικοποιήσεις, στο άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων και στη φορολογική μεταρρύθμιση.
Εννοείται πως ό,τι απαιτούν οι δανειστές δεν είναι αποδεδειγμένα σωστό. Αλλά, σαν χώρα, σαν πολίτες, έπρεπε να γνωρίζουμε ότι μας συμφέρει να δημιουργήσουμε ένα κράτος αποτελεσματικό και μια οικονομία η οποία θα προσφέρει ίσες ευκαιρίες σε όλους. Πέρα απ’ όλα τα λάθη που έκαναν οι φωστήρες του ΔΝΤ, της Κομισιόν και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δεν μπορούμε να τους κατηγορήσουμε και για το ότι υποτίμησαν τη δύναμη της αδράνειας και την αποφυγή ευθυνών που κυριαρχούσαν στην κοινωνία μας. Οσο η κατάσταση παραμένει σταθερή, έχουμε την ευκαιρία να ξυπνήσουμε και να κινηθούμε προς πιο ασφαλές έδαφος. Αυτό είναι ευθύνη δική μας.

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

Τα πράγματα θα οδηγήσουν στη σύγκρουση και θα έρθει από εκεί που δεν θα το περιμένει κανείς.

Επειδή, όμως, έχουμε φτάσει στο απροχώρητο, το πρόβλημα δεν θα λυθεί με τις επερχόμενες εκλογές, ούτε με εκβιαστικά διλήμματα. Αν δεν ανατραπεί ριζικά αυτή η κατάσταση που έχει να κάνει με την ίδια μας την ύπαρξη, οι μεταρρυθμίσεις, οι επιδιορθώσεις και τα μπαλώματα δεν θα αντέξουν στην οργή και την αγανάκτηση των εργαζομένων που πλήττονται και των ανέργων που δυστυχούν. Μέχρι τώρα υπήρξε μία ανοχή εξαιτίας του φόβου και της τρομοκρατίας που καλλιεργήθηκε από τους συγκυβερνώντες και από τα ηλεκτρονικά μέσα. Από εδώ και πέρα τα πράγματα θα οδηγήσουν στη σύγκρουση και θα έρθει από εκεί που δεν θα το περιμένει κανείς. Για τη διάσωση μίας πλατείας ξεκίνησαν στην Κωνσταντινούπολη οι διαδηλώσεις και εξαπλώθηκαν σε όλη την Τουρκία σε μία εβδομάδα και ο σίγουρος νικητής Ερντογάν και συμβολικά, αλλά από ό,τι φαίνεται και πραγματικά ως νεοσουλτάνος θα εκπέσει του θρόνου του.
Η παγκόσμια οικονομική κρίση δεν έχει σύνορα. Η ενωμένη Ευρώπη δεν είναι ενωμένη ούτε πολιτικά, ούτε οικονομικά, τον ηγεμονικό της ρόλο θα τον χάσει και η Γερμανία που φάνηκε περίτρανα από τα κέρδη που αποκόμισε από την πολιτική της λιτότητας την οποία επέβαλε πως το μοντέλο αυτό δεν έχει πέραση - ήδη το παραδέχονται και οι ίδιοι. Μια άλλη Ευρώπη, ένας άλλος κόσμος, που θα χωράει ελεύθερους και σκεπτόμενους ανθρώπους, είναι εφικτός. Η γενική απαξίωση και η απογοήτευση τους βολεύουν, όποιος αγωνίζεται όμως δεν έχει καιρό να απογοητευτεί.

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Ένας λαός ρά­κος, μια κοινωνία σερνάμενη, μια κοινωνία σε μα­ρασμό και βαθιά μελαγχολία.

Δεν είναι που χάνονται τα εισοδήματα και οι μισθοί, οι εργασίες και οι βεβαι­ότητες, η αξιοπρέπεια σε συνέχειες… Είναι που χάνεται σιγά - σιγά και ανε­παισθήτως ο εαυτός μας. Γινόμαστε άλλοι, όχι κατ’ ανάγκην καλύτεροι ή χειρότεροι – άλλα απελπιστι­κά άλλοι. Τόσο που να μην εννοούμε τους εαυτούς μας, που να μην κατανοούμε τις σκέψεις μας, που να μην αναγνωρίζουμε τις πράξεις μας. Ζούμε υπό την επήρεια μιας παράδοξης μείξης φόβου κι ελ­πίδας που αντιμετωπίζει κάθε μέρα τα αδιέξοδα. Απογοήτευση, μελαγχολία, θυμός – από το πρωί ώς το βράδυ. Το κουράγιο χάθηκε μαζί με τα χρή­ματα, τον αυτοσεβασμό, το μέλλον. Ένας λαός ρά­κος, μια κοινωνία σερνάμενη, μια κοινωνία σε μα­ρασμό και βαθιά μελαγχολία. Ζούμε τη χειρότερη εκδοχή της πτώσης μας, της έξωσής μας από τον «παράδεισο», την επίγεια κόλασή μας, με τη νέα γενιά γερασμένη πριν από την ώρα της. Μέσα σε αυτόν τον ζόφο, το βαθύτατα χρεοκοπημένο πο­λιτικό σύστημα στέκει σταθερό φροντίζοντας για τα μίζερα ποσοστά του, τους συσχετισμούς δυνά­μεων, τις ανίερες συμμαχίες και τη διατήρηση των πολιτικών στερεοτύπων που μας οδήγησαν στην καταστροφή.
Από τη μια πλευρά, πουλάνε αέρα αισιοδοξίας σε ανθρώπους που δεν έχουν κουράγιο να ελπίζουν και να αισιοδοξούν, κλείνοντας ωστόσο πονηρά το μάτι διότι… το κόμμα δεν θα αφήσει τους δικούς του και επειδή ακόμα και τώρα υπάρχουν προσωπικές λύσεις, ατομικές διέξοδοι, αρκεί να στηρίξουμε το σύστημα, τον βουλευτή, τον υπουργό… Από την άλλη, είναι οι «άλλοι» που σε κάθε αισιόδοξη αναλαμπή τρομοκρατούνται και τρέχουν να διακηρύξουν επα­ναστατικά ότι είναι όλα μαύρα γιατί το μαύρο τούς δίνει υπόσταση, η απελπισία, πολιτική οντότητα και το τέλμα, λόγο ύπαρξης. Ανάμεσα σε αυτήν τη θλι­βερή πολιτική διανομή ρόλων και ρολίσκων στενά­ζει το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού.

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Στη θεωρία όλοι είναι καλοί.

Στη θεωρία όλοι είναι καλοί. Και κυρίως όσοι έχουν τη δυνατότητα απλώς να υπόσχονται. Είναι μία πρακτική στην οποία επιδόθηκαν, ως γνωστό, επί δεκαετίες τα κόμματα του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας και, μέσω αυτής, διακυβέρνησαν τη χώρα σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Είπαν πολλά, υποσχέθηκαν περισσότερα, αλλά έκαναν λίγα και δυστυχώς όσα δεν έπρεπε να κάνουν.
Στον δρόμο αυτό πορεύεται εδώ κι έναν χρόνο και ο ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχουν μάλιστα περιπτώσεις όπου έχει αποδείξει ότι επάξια φιλοδοξεί να διαδεχτεί κάποια στιγμή στη διακυβέρνηση της χώρας τις προμνημονιακές κυβερνήσεις. Είναι κάτι που σαφώς προκύπτει από τις προχθεσινές προτάσεις του Αλ. Τσίπρα για την αντιμετώπιση της φτώχειας. Υποσχέθηκε λαγούς με πετραχήλια, αλλά παρέλειψε τη γνωστή μικρή "λεπτομέρεια" που οφείλει να συνοδεύει τις υποσχέσεις κάθε πολιτικού, ο οποίος θέλει να θεωρείται στοιχειωδώς αξιόπιστος: το κόστος των υποσχέσεων αυτών.
. Οποιος ρίξει μια ματιά στα μέτρα, δεν χρειάζεται να είναι οικονομολόγος για να καταλάβει πως ακόμη και στις μέρες της μεγάλης δημοσιονομικής σπατάλης δεν θα άντεχε η χώρα να προχωρήσει σε τέτοιες παροχές. Κι εδώ που τα λέμε, δεν ξέρω και ποια άλλη χώρα θα μπορούσε να το κάνει. Ακόμη και από τις οικονομικά ισχυρές.