Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Με πρωταγωνιστές τους πάλαι ποτέ εκσυγχρονιστές.

Ενα... πολιτικό δράμα εξελίσσεται υπογείως. Με πρωταγωνιστές τους πάλαι ποτέ εκσυγχρονιστές. Τους πρώην «επαγγελματίες» του μεταρρυθμισμού. Από τότε που το μετέωρο ευρωεκσυγχρονιστικό εγχείρημα άρχισε να υλοποιείται από τον ΣΥΡΙΖΑ. Εκ προοιμίου και προς άρση παρεξηγήσεων δεν κρίνεται εδώ αν αυτό ανταποκρίνεται ακριβώς στις ανάγκες της χώρας. Ούτε το πρόσημό του, ούτε αν προωθείται με τα πιο ορθολογικά μέσα. Ενδιαφέρει μόνο η διαπίστωση ότι βασικός μεταρρυθμιστικός φορέας τον τελευταίο χρόνο έχει αναδειχθεί η σημερινή κυβέρνηση.
Τόσες και τέτοιες αλλαγές, που επιχειρούνται ή βρίσκονται επί χάρτου, δεν έχουν προηγούμενο. Τουλάχιστον από τότε που η χώρα βρίσκεται υπό την επιτροπεία των εταίρων-δανειστών. Ξεπερνούν αθροιστικά όσες έκαναν μαζί Παπανδρέου - Παπαδήμος - Σαμαράς - Βενιζέλος. Το δράμα συνίσταται στο γεγονός ότι οι εκπρόσωποι του παλιού δικομματισμού, μαζί και οι νέοι επίδοξοι διάδοχοι του εκσυγχρονισμού, οι οποίοι ενσκήψανε στα χρόνια της κρίσης, έχουν χάσει έναν βασικό προνομιακό χώρο. Σαν να έφυγε το έδαφος κάτω από τα πόδια τους.
Παλαιότερα η βασική διαιρετική τομή, όπως υποστήριζαν όλες σχεδόν οι ηγεσίες σύμπασας της σημερινής αντιπολίτευσης, εντοπιζόταν μεταξύ εκσυγχρονισμού και λαϊκισμού. Υποτίθεται ότι στη μεν πρώτη πλευρά βρίσκονταν οι ίδιοι, ενώ στην άλλη οι αντιμνημονιακοί και ο ΣΥΡΙΖΑ. Μετά τη μετακίνηση του τελευταίου από τη μία πλευρά της τομής στην άλλη, παραδόξως, εξελίχτηκε και μια άλλη μετατόπιση. Οι πρώην εκσυγχρονιστές και αντιλαϊκιστές καταφεύγουν στη γραμματική και στο συντακτικό του λαϊκισμού. Σε ένα αφήγημα που θα μπορούσε να ονομαστεί «εκσυγχρονιστικός αντιλαϊκισμός». Ως όχημα νομιμοποίησης των προηγούμενων πολιτικών τους και επανόδου ή εσόδου στην κυβερνητική εξουσία.
Το χειροπιαστό αποτέλεσμα είναι η σημερινή τυφλή αντιπολιτευτική πρακτική. Η μετάλλαξη του αρχηγού της ΝΔ, για να μείνουμε σ΄ αυτόν, σε λαϊκιστή του αντιλαϊκισμού! Η πολεμική, που ασκεί εναντίον της κυβέρνησης στο όνομα ενός κάλπικου αντιλαϊκισμού, συνιστά ακριβώς έναν κατεξοχήν δημαγωγικό λαϊκισμό. Πρόκειται για μία από τις πολλές μορφές του σημερινού λαϊκισμού της ευρωπαϊκής Δεξιάς (και ακροδεξιάς) στην ελληνική εκδοχή του. Το ειρωνικό, σ' αυτήν τη μετάλλαξη, είναι ότι στην ουσία ο Κυρ. Μητσοτάκης, χωρίς ίσως να το υποψιάζονται ο ίδιος και η ηγετική ομάδα του, επιστρέφουν μετά φανών και λαμπάδων, σε ένα οικείο παρελθόν για τη συντηρητική παράταξη. Με προπολεμικές ρίζες στον «βελζεβούλ» Ελευθέριο Βενιζέλο και μεταπολεμικές σε αντικομμουνιστικά στερεότυπα. Οπου τον εχθρό κομμουνισμό αντικαθιστά, κατά κάποιον τρόπο, ό,τι αντιπροσωπεύουν η σημερινή κυβέρνηση, τα κόμματα και τα πρόσωπα που τη συναπαρτίζουν.

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Μακροβούτι στο παρελθόν.

Είθισται, ύστερα από κάθε συζήτηση των πολιτικών αρχηγών στη Βουλή, να θέτουμε το στερεότυπο ερώτημα, αν γίναμε σοφότεροι με όσα ακούσαμε για το θέμα της συζήτησης ή όχι και, κατά κανόνα, να απαντάμε αρνητικά. Μας το επιβάλλει, νομίζω, ο εσωτερικός καθωσπρεπισμός του ανικανοποίητου· όμως δεν ισχύει στην πραγματικότητα. Η όποια κοινοβουλευτική παράδοση στην Ελλάδα θέλει τις συζητήσεις αυτές να ξεπερνούν την αφορμή τους και να εξελίσσονται σε εφ’ όλης της ύλης αντιπαραθέσεις, από τις οποίες όλο και κάτι χρήσιμο μαθαίνεις.
Εντάξει, ονόματα και διευθύνσεις δεν μάθαμε, από τον πρωθυπουργό τουλάχιστον. Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές τον είδαμε να στρέφει το βλέμμα στον Γ. Δραγασάκη – γιατί αυτός, ως αντιπολίτευση, είχε δεσμευθεί ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα αποκάλυπτε μέσα στη Βουλή τα ονόματα της διαπλοκής. Φαίνεται, όμως, ότι εκείνος δεν του είπε τίποτε, ειδάλλως θα το είχαμε ακούσει από τον πρωθυπουργό. Αντιθέτως, ακούσαμε ονόματα από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Δεν ήταν αυτά, όμως, το σημαντικότερο που μάθαμε προχθές. Το νέο στοιχείο με τη μεγαλύτερη αξία, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι είδαμε την κυβέρνηση να υποδύεται την αντιπολίτευση, προκειμένου να συσπειρώσει το κόμμα. Ηταν στιγμές που νόμιζες ότι έβλεπες το κανάλι της Βουλής να παίζει επαναλήψεις, όπως κάνουν οι ιδιωτικοί σταθμοί με τα σίριαλ.
Η φυγή από την πραγματικότητα είναι, βέβαια, μέσα στη φύση της Αριστεράς και, εν μέρει, αυτό ήταν που έκανε προχθές στη Βουλή ο πρωθυπουργός. Τον καταλαβαίνω, γιατί η πραγματικότητα είναι πολύ ζοφερή για την κυβέρνηση. Σε μια εποχή που χρειάζεται να επιδείξει αριστεροσύνη, λόγω συνεδρίου, η Ευρώπη παύει τα καλοπιάσματα και ξαφνικά σοβαρεύει. Φεύγει, λοιπόν, από τη σκηνή ο Μοσκοβισί και μπαίνει ο Σόιμπλε με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Μια πρόγευση των όσων συνεπάγονται πήραμε ήδη στο Eurogroup: η εκταμίευση της περίφημης δόσης (που καθυστερεί σχεδόν ένα χρόνο τώρα) μετατίθεται χρονικά ακόμη για λίγες ημέρες παρότι η αξιολόγηση ολοκληρώθηκε. Η κυβερνητική κωλυσιεργία γύρω από τα διάφορα ανοικτά ζητήματα ιδιωτικοποιήσεων δεν γίνεται πλέον ανεκτή και αρχίζουν οι συνέπειες – πλησιάζει, άλλωστε, και ο καιρός των εκλογών στη Γερμανία. Υπό το κράτος αυτής της πραγματικότητας, λοιπόν, ο Τσίπρας έκανε προχθές στη Βουλή το μακροβούτι στο παρελθόν – και δεν το εννοώ για τις υποθέσεις που επανέφερε, αλλά για τη θέση από την οποία μίλησε: του αντιπολιτευομένου την αντιπολίτευση. Για όσους έχουν σημασία αυτά, το άγχος ήταν εμφανές στο πρόσωπό του κάθε στιγμή. Δεν ξέρω, αλλά αν εγώ ήμουν ΣΥΡΙΖΑ, πολύ θα ανησυχούσα...

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

Αραγε πιάνουμε τον σφυγμό της κοινωνίας;


Πώς άραγε πιάνουμε τον σφυγμό της κοινωνίας; Η απλή απάντηση που κατά καιρούς χρησιμοποιούν τα κόμματα και οι κυβερνήσεις είναι ότι αυτό που νομίζουν είναι η άποψη της κοινής γνώμης. Νομίζουν -αυθαίρετα- πως ό,τι λένε αυτοί είναι κι αυτό που λένε οι περισσότεροι. Πολλές φορές αντλούν τη βεβαιότητά τους από το γεγονός ότι κάποιοι τους ψήφισαν. Ετσι αφού τους ψήφισαν κάποτε συμφωνούν με ό,τι αυτοί θεωρούν σωστό.
Αν η νομοθετική εξουσία ή η εκτελεστική έχει κάποιο δίκιο -με την έννοια ότι αφού ψηφίστηκαν οι ψηφοφόροι τους ακολουθούν πιστά- η δικαστική εξουσία δεν έχει. Οι αποφάσεις της βασισμένες στον νόμο που ψηφίζει η Βουλή οφείλουν να μη βασίζονται στην άποψη της πλειονότητας. Αλλωστε, πώς καταγράφεται η άποψη της πλειονότητας;
Η στατιστική και η πολιτική επιστήμη έχουν απαντήσει σε αυτό ότι κάνουμε μια δημοσκόπηση σε ένα τυχαίο και αντιπροσωπευτικό δείγμα, την οποία ονομάζουμε και σφυγμομέτρηση, και μετράμε τη γνώμη των πολιτών. Αραγε η νομοθετική εξουσία έχει τέτοια δυνατότητα; Και αν την έχει, έχει υποχρέωση να την ακολουθεί; Υπάρχουν και άλλες απαντήσεις. Αντιπροσωπευτικό είναι ό,τι λέει η κυβέρνηση. Αλλά τότε έχει υποχρέωση να το ακολουθεί; Και στις δύο περιπτώσεις, είτε διαπιστώνει τη γνώμη της πλειονότητας μέσω σφυγμομετρήσεων ή μέσω της γνώμης της πλειονότητας της Βουλής, τότε πρακτικά γίνεται άχρηστη. Αυτό είναι και το χειρότερο.
Πολύ περισσότερο που το 60% των πολιτών, αν όχι περισσότερο, πορεύεται με τη νοοτροπία ότι νόμος είναι αυτό που ο καθένας θεωρεί σωστό για τον εαυτό του. Που νομίζει -εγωιστής και κακομαθημένος- ότι όλοι οφείλουν να δεχτούν σαν σωστό αυτό που αυτός ή αυτή νομίζει σωστό. Ετσι κάποιοι πιστεύουν ότι σε καθέναν που πήρε ένα δάνειο και δεν μπορεί να το πληρώσει, πρέπει να του το χαρίσουμε. Οτι για κάποιον μαγικό λόγο πρέπει να πληρώνουμε οι άλλοι για τη συντήρηση των δημόσιων υποδομών της περιοχής του και έτσι αυτός να μην πληρώνει τίποτα.
Επιμένει το ΣτΕ ότι πρέπει να σφυγμομετρεί την κοινωνία; Πολύ αμφιβάλλω. Τότε θα ήταν άχρηστο! Και αυτό δεν το θέλει κανείς εκτός από τους εραστές του ολοκληρωτισμού. Που νομίζουν ότι όλοι τούς χρωστούν και όλοι οφείλουν να δουλεύουν γι’ αυτούς...

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Αν βγούμε ποτέ σώοι από όλη αυτή την περιπέτεια, δεν θα είμαστε οι ίδιοι.

Αν βγούμε ποτέ σώοι από όλη αυτή την περιπέτεια, δεν θα είμαστε οι ίδιοι. Θα μας ταλανίζουν διάφορα υπαρξιακά ερωτήματα: Συνέβησαν όλα αυτά ή ήταν στη φαντασία μας; Είχαμε μνημόνιο ή όχι; Είναι έξω μέρα ή νύχτα; Το έλεγε ένας φίλος τις προάλλες πολύ χαρακτηριστικά (ψηφοφόρος ΣΥΡΙΖΑ, για να προλάβω μερικούς): «Το newspeak της κυβέρνησης πρέπει να διδάσκεται στα πανεπιστήμια. Μπορούν να επιχειρηματολογήσουν άνετα ότι αυτό που βλέπουμε αυτή τη στιγμή μπροστά μας δεν είναι πιάτο, είναι ποτήρι. Εκαναν τέχνη τη διαστρέβλωση της πραγματικότητας».

Μια κοπέλα στο Twitter είχε τη φαεινή ιδέα να γκουγκλάρει τη φράση «δεν είπα ποτέ», με αποτέλεσμα να προκύψει μια τραγελαφική τομή της ειδησεογραφίας των τελευταίων μηνών: ο Τσίπρας «δεν είπε ποτέ» ότι θα σκίσουν τα μνημόνια με ένα νόμο και ένα άρθρο, ο Κούλογλου «δεν είπε ποτέ» ότι η κυβέρνηση έκανε συμφωνία με τον Καλογρίτσα, ο Κουρουμπλής «δεν είπε ποτέ» ότι θα έχουν ποινικές ευθύνες όσοι ανακήρυξαν υπερθεματιστή τον εργολάβο, η Αυλωνίτου είπε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «δεν είπε ποτέ» ότι θα καταργήσει τον ΕΝΦΙΑ, ο Κατρούγκαλος «δεν είπε ποτέ» ότι δεν είσαι φτωχός με εθνική σύνταξη, η Φωτίου είπε ότι η κυβέρνηση «δεν είπε ποτέ» ότι δεν θα κοπεί το ΕΚΑΣ κ.ο.κ. Οσοι τα ακούσαμε με τα αυτιά μας, είδαμε τα βίντεο, διαβάσαμε τις απομαγνητοφωνήσεις είναι προφανές ότι κάναμε λάθος, «απομονώσαμε φράσεις», «πήραμε αποσπασματικά στοιχεία από το Διαδίκτυο», είμαστε «όργανα της διαπλοκής», τα γνωστά.

Και εντάξει, ας δεχθούμε ότι είναι δύσκολο για μια αριστερή κυβέρνηση να παραδεχθεί ότι ψήφισε μνημόνιο, πρακτική που πολεμούσε λυσσαλέα κάποτε – έπρεπε να φτιάξουν το περιτύλιγμα, κατανοητό. Ας αποδεχθούμε επίσης, μπας και προχωρήσουμε ποτέ, ότι δεν έκαναν ούτε το «Οχι» «Ναι» στο δημοψήφισμα, αυτή την αξέχαστη γιορτή της δημοκρατίας από την οποία βγήκαμε όλοι καλύτεροι άνθρωποι – εμείς δεν καταλάβαμε σωστά. Μα εδώ δεν μας χαρίζονται ούτε στα απλά, τα άνευ κόστους. Δεν ήταν δα και κανένα έγκλημα του κ. Πολάκη που δεν ήξερε το copy paste, γιατί δεν μπορεί να δεχθεί την κριτική, την ίδια που θα γινόταν σε οποιονδήποτε δημόσιο λειτουργό σε περίπτωση παρόμοιου σαρδάμ. Τι σχέση έχουν πάλι «τα βοθροκάναλα και τα πληρωμένα σάιτ», στα οποία με το γνωστό του ύφος αναφέρθηκε, αντί για ένα απλό mea culpa, που θα τέλειωνε τη συζήτηση; Τα ίδια και με τον Δημ. Μάρδα, που πριν από λίγες ημέρες πήρε στα σοβαρά χιουμοριστικό σχόλιο στο Facebook από δήθεν Σύρο επενδυτή που του ζητούσε πληροφορίες για την έκδοση επενδυτικής βίζας. Οι πολίτες που ανέδειξαν την γκάφα συνάντησαν και πάλι τοίχο, την πλήρη άρνηση της πραγματικότητας. Πώς να περιμένουμε παραδοχή λάθους στα μεγάλα;

Υφιστάμεθα το βάρος όλων των λαθών, παλιών και νέων. Να μας βγάζουν συστηματικά τρελούς πάει πολύ. Από την άλλη, μπορεί αύριο να μάθουμε ότι δεν έπεσαν ποτέ χημικά στους συνταξιούχους, ότι ήταν κι αυτό μια πλάνη.
Έντυπη

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2016

Η Ελλάδα ζει με το όνειρο μιας Αριστεράς που όταν κυβερνά απογοητεύει.

Τακτικισμοί και ανασύνταξη δυνάμεων, μέχρις ότου οι συσχετισμοί αλλάξουν και οι καταστάσεις το επιτρέψουν ώστε να προχωρήσουμε στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, είναι η πολιτική που ακολουθεί ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την «ήττα» που υπέστη τον δραματικό Ιούλιο του 2015. Ετσι, η πρώτη αξιολόγηση μισοέκλεισε σχεδόν έναν χρόνο μετά! Και σε τι διαφέρει τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ από τους «γερμανοτσολιάδες σαμαροβενιζέλους», θα ρωτούσε κάποιος αφελής. Στο ότι αυτός θέλει να αλλάξει το οικονομικό σύστημα στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο, ενώ εκείνοι δήθεν το υπηρετούσαν!
Κατά τα άλλα, ο κυνισμός του ΣΥΡΙΖΑ στην προώθηση των πιο ακραίων πολιτικών, που οι αστοί πολιτικοί που κυβέρνησαν πριν από αυτόν ούτε καν διανοούνταν να υλοποιήσουν, όπως το υπερταμείο, το οποίο απέρριπταν ασυζητητί κάθε φορά που τους το ζητούσαν, είναι εντυπωσιακός. Διότι, ακριβώς, δικαιολογείται ιδεολογικά με όρους όπλου παρά πόδα... Κι όμως, αυτή η αερολογία βρίσκει ακροατές στην Ελλάδα!
Διότι είμαστε η μόνη χώρα στην οποία δεν έγιναν αντιληπτοί οι λόγοι για τους οποίους κατέρρευσε το ανατολικό μπλοκ. Κι αυτό γιατί στη χώρα μας είχαμε ήδη εμβολιασθεί απέναντι σε μια τέτοια εξέλιξη, αποκαλώντας συστηματικά τον σοσιαλισμό εκείνο «υπαρκτό». Είχαν φροντίσει γι' αυτό οι αριστερές πομφόλυγες που κυριάρχησαν ιδεολογικά στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Τάχα, για τους αριστερούς, ο υπαρκτός δεν ήταν σοσιαλισμός. Αλλος ήταν ο σοσιαλισμός των ονείρων τους. Είχε, όμως, πεθάνει κάπου μεταξύ Λένιν και Στάλιν, όταν κανείς μας δεν είχε γεννηθεί για να θυμάται.
Το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση και τον Λαό στην εξουσία, όμως, το θυμόμαστε. Οι αριστεροί έλεγαν τότε πως τάχα ούτε αυτό ήταν Αριστερά. Σήμερα λένε τα ίδια ακριβώς για τον ΣΥΡΙΖΑ. Οπως και για την Κούβα, τη Βόρειο Κορέα, τη Βενεζουέλα κ.ο.κ. Αυτοί δεν είναι αριστεροί! Μπα, και τι είναι, σύντροφοι; Κι αν δεν είναι αυτοί αριστεροί, πού είναι οι πραγματικοί αριστεροί που κυβέρνησαν επιτυχώς έναν τόπο αριστερά, να τους γνωρίσουμε επιτέλους; Στον Αρη;
Η Ελλάδα ζει με το όνειρο μιας Αριστεράς που όταν κυβερνά απογοητεύει, μέχρι η απογοήτευση να ξεχαστεί, ώσπου να γεννηθεί η επόμενη αριστερή αυταπάτη. Στη χώρα μας η Αριστερά απέδειξε ότι δεν πρόκειται ποτέ να κυβερνήσει αριστερά. Ιδεολογικά (και όχι μόνο), είναι σήμερα υπεύθυνη για την κατάντια στην οποία οδηγήθηκε ο τόπος, λόγος για τον οποίο, όπως έλεγε ένας παλιός... αριστερός, δεν δικαιούται διά να ομιλεί. Είτε βρίσκεται στην κυβέρνηση, είτε όχι.

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

Η Ελλάδα ζει με το όνειρο μιας Αριστεράς που όταν κυβερνά απογοητεύει.

Ολα τα δεινά που βιώνει ο τόπος τα χρόνια της κρίσης οφείλονται στο γεγονός ότι δεν έχουμε ακόμη αποφασίσει ποιο οικονομικό σύστημα -και κατ' επέκταση ποιο πολίτευμα- θα πρέπει να έχουμε. Η δήλωση του Αριστείδη Μπαλτά κατά την ψήφιση της σύμβασης παραχώρησης του Ελληνικού ότι πρόκειται για έναν συμβιβασμό ύστερα από μια ήττα που υπέστη η κυβέρνηση λόγω των ανάποδων συσχετισμών στην Ευρώπη αναδεικνύει παιδαγωγικά αυτό ακριβώς.
Τακτικισμοί και ανασύνταξη δυνάμεων, μέχρις ότου οι συσχετισμοί αλλάξουν και οι καταστάσεις το επιτρέψουν ώστε να προχωρήσουμε στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, είναι η πολιτική που ακολουθεί ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την «ήττα» που υπέστη τον δραματικό Ιούλιο του 2015. Ετσι, η πρώτη αξιολόγηση μισοέκλεισε σχεδόν έναν χρόνο μετά! Και σε τι διαφέρει τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ από τους «γερμανοτσολιάδες σαμαροβενιζέλους», θα ρωτούσε κάποιος αφελής. Στο ότι αυτός θέλει να αλλάξει το οικονομικό σύστημα στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο, ενώ εκείνοι δήθεν το υπηρετούσαν!
Κατά τα άλλα, ο κυνισμός του ΣΥΡΙΖΑ στην προώθηση των πιο ακραίων πολιτικών, που οι αστοί πολιτικοί που κυβέρνησαν πριν από αυτόν ούτε καν διανοούνταν να υλοποιήσουν, όπως το υπερταμείο, το οποίο απέρριπταν ασυζητητί κάθε φορά που τους το ζητούσαν, είναι εντυπωσιακός. Διότι, ακριβώς, δικαιολογείται ιδεολογικά με όρους όπλου παρά πόδα... Κι όμως, αυτή η αερολογία βρίσκει ακροατές στην Ελλάδα!
Διότι είμαστε η μόνη χώρα στην οποία δεν έγιναν αντιληπτοί οι λόγοι για τους οποίους κατέρρευσε το ανατολικό μπλοκ. Κι αυτό γιατί στη χώρα μας είχαμε ήδη εμβολιασθεί απέναντι σε μια τέτοια εξέλιξη, αποκαλώντας συστηματικά τον σοσιαλισμό εκείνο «υπαρκτό». Είχαν φροντίσει γι' αυτό οι αριστερές πομφόλυγες που κυριάρχησαν ιδεολογικά στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Τάχα, για τους αριστερούς, ο υπαρκτός δεν ήταν σοσιαλισμός. Αλλος ήταν ο σοσιαλισμός των ονείρων τους. Είχε, όμως, πεθάνει κάπου μεταξύ Λένιν και Στάλιν, όταν κανείς μας δεν είχε γεννηθεί για να θυμάται.
Το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση και τον Λαό στην εξουσία, όμως, το θυμόμαστε. Οι αριστεροί έλεγαν τότε πως τάχα ούτε αυτό ήταν Αριστερά. Σήμερα λένε τα ίδια ακριβώς για τον ΣΥΡΙΖΑ. Οπως και για την Κούβα, τη Βόρειο Κορέα, τη Βενεζουέλα κ.ο.κ. Αυτοί δεν είναι αριστεροί! Μπα, και τι είναι, σύντροφοι; Κι αν δεν είναι αυτοί αριστεροί, πού είναι οι πραγματικοί αριστεροί που κυβέρνησαν επιτυχώς έναν τόπο αριστερά, να τους γνωρίσουμε επιτέλους; Στον Αρη;
Η Ελλάδα ζει με το όνειρο μιας Αριστεράς που όταν κυβερνά απογοητεύει, μέχρι η απογοήτευση να ξεχαστεί, ώσπου να γεννηθεί η επόμενη αριστερή αυταπάτη. Στη χώρα μας η Αριστερά απέδειξε ότι δεν πρόκειται ποτέ να κυβερνήσει αριστερά. Ιδεολογικά (και όχι μόνο), είναι σήμερα υπεύθυνη για την κατάντια στην οποία οδηγήθηκε ο τόπος, λόγος για τον οποίο, όπως έλεγε ένας παλιός... αριστερός, δεν δικαιούται διά να ομιλεί. Είτε βρίσκεται στην κυβέρνηση, είτε όχι.

Η Ελλάδα ζει με το όνειρο μιας Αριστεράς που όταν κυβερνά απογοητεύει.

Ολα τα δεινά που βιώνει ο τόπος τα χρόνια της κρίσης οφείλονται στο γεγονός ότι δεν έχουμε ακόμη αποφασίσει ποιο οικονομικό σύστημα -και κατ' επέκταση ποιο πολίτευμα- θα πρέπει να έχουμε. Η δήλωση του Αριστείδη Μπαλτά κατά την ψήφιση της σύμβασης παραχώρησης του Ελληνικού ότι πρόκειται για έναν συμβιβασμό ύστερα από μια ήττα που υπέστη η κυβέρνηση λόγω των ανάποδων συσχετισμών στην Ευρώπη αναδεικνύει παιδαγωγικά αυτό ακριβώς.
Τακτικισμοί και ανασύνταξη δυνάμεων, μέχρις ότου οι συσχετισμοί αλλάξουν και οι καταστάσεις το επιτρέψουν ώστε να προχωρήσουμε στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, είναι η πολιτική που ακολουθεί ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την «ήττα» που υπέστη τον δραματικό Ιούλιο του 2015. Ετσι, η πρώτη αξιολόγηση μισοέκλεισε σχεδόν έναν χρόνο μετά! Και σε τι διαφέρει τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ από τους «γερμανοτσολιάδες σαμαροβενιζέλους», θα ρωτούσε κάποιος αφελής. Στο ότι αυτός θέλει να αλλάξει το οικονομικό σύστημα στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο, ενώ εκείνοι δήθεν το υπηρετούσαν!
Κατά τα άλλα, ο κυνισμός του ΣΥΡΙΖΑ στην προώθηση των πιο ακραίων πολιτικών, που οι αστοί πολιτικοί που κυβέρνησαν πριν από αυτόν ούτε καν διανοούνταν να υλοποιήσουν, όπως το υπερταμείο, το οποίο απέρριπταν ασυζητητί κάθε φορά που τους το ζητούσαν, είναι εντυπωσιακός. Διότι, ακριβώς, δικαιολογείται ιδεολογικά με όρους όπλου παρά πόδα... Κι όμως, αυτή η αερολογία βρίσκει ακροατές στην Ελλάδα!
Διότι είμαστε η μόνη χώρα στην οποία δεν έγιναν αντιληπτοί οι λόγοι για τους οποίους κατέρρευσε το ανατολικό μπλοκ. Κι αυτό γιατί στη χώρα μας είχαμε ήδη εμβολιασθεί απέναντι σε μια τέτοια εξέλιξη, αποκαλώντας συστηματικά τον σοσιαλισμό εκείνο «υπαρκτό». Είχαν φροντίσει γι' αυτό οι αριστερές πομφόλυγες που κυριάρχησαν ιδεολογικά στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Τάχα, για τους αριστερούς, ο υπαρκτός δεν ήταν σοσιαλισμός. Αλλος ήταν ο σοσιαλισμός των ονείρων τους. Είχε, όμως, πεθάνει κάπου μεταξύ Λένιν και Στάλιν, όταν κανείς μας δεν είχε γεννηθεί για να θυμάται.
Το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση και τον Λαό στην εξουσία, όμως, το θυμόμαστε. Οι αριστεροί έλεγαν τότε πως τάχα ούτε αυτό ήταν Αριστερά. Σήμερα λένε τα ίδια ακριβώς για τον ΣΥΡΙΖΑ. Οπως και για την Κούβα, τη Βόρειο Κορέα, τη Βενεζουέλα κ.ο.κ. Αυτοί δεν είναι αριστεροί! Μπα, και τι είναι, σύντροφοι; Κι αν δεν είναι αυτοί αριστεροί, πού είναι οι πραγματικοί αριστεροί που κυβέρνησαν επιτυχώς έναν τόπο αριστερά, να τους γνωρίσουμε επιτέλους; Στον Αρη;
Η Ελλάδα ζει με το όνειρο μιας Αριστεράς που όταν κυβερνά απογοητεύει, μέχρι η απογοήτευση να ξεχαστεί, ώσπου να γεννηθεί η επόμενη αριστερή αυταπάτη. Στη χώρα μας η Αριστερά απέδειξε ότι δεν πρόκειται ποτέ να κυβερνήσει αριστερά. Ιδεολογικά (και όχι μόνο), είναι σήμερα υπεύθυνη για την κατάντια στην οποία οδηγήθηκε ο τόπος, λόγος για τον οποίο, όπως έλεγε ένας παλιός... αριστερός, δεν δικαιούται διά να ομιλεί. Είτε βρίσκεται στην κυβέρνηση, είτε όχι.