Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

Λες κι αυτό που χρειαζόμαστε είναι άλλος ένας Τσίπρας.

Αυτό το «κάθε πέρυσι και καλύτερα» αποδεικνύεται τελικά σοφή κουβέντα. Νομίζω μάλιστα πως ή εμείς οι Ελληνες τη σκαρφιστήκαμε ή εμάς είχαν ως παράδειγμα εκείνοι που τη σκέφτηκαν. Τα γεγονότα, αν μη τι άλλο, αυτό δείχνουν.
Πίστευα ότι τελικά όλα τα είχα δει σ’ αυτά τα χρόνια της κρίσης. Ολες τις διαβαθμίσεις της ανευθυνότητας, της μικροκομματικής υστεροβουλίας, της εξαπάτησης του εκλογικού σώματος, της απόλυτης ιδεολογικοπολιτικής κωλοτούμπας. Εκείνο που δεν είχα δει και δεν περίμενα ότι θα έβλεπα ήταν αυτό το ρεσιτάλ πολιτικού μαζοχισμού, αυτή η αυτοκαταστροφική μανία που έχει καταλάβει τη Νέα Δημοκρατία σε μια περίοδο που περισσότερο από κάθε άλλη φορά χρειάζεται ο τόπος μια σοβαρή, συγκροτημένη και μαχητική αξιωματική αντιπολίτευση.
Αλλά αντί για τη σοβαρότητα και την υπευθυνότητα, μας προσφέρονται, και μάλιστα απλόχερα, η επιπολαιότητα και η ανευθυνότητα. Ενα μεγάλο κόμμα βρίσκεται χωρίς εκλεγμένη ηγεσία από τις πρώτες μέρες του Ιουλίου, μετέχει σε μια εκλογική αναμέτρηση με μεταβατικό πρόεδρο κι από τα τέλη Σεπτεμβρίου μέχρι και σήμερα πασχίζει να εκλέξει πρόεδρο χωρίς να τα έχει καταφέρει και χωρίς να υπάρχουν βάσιμες ελπίδες ότι πρόκειται να τα καταφέρει και στην επόμενη προγραμματισμένη προσπάθεια.
Από χθες μάλιστα έχουν φτάσει σε τέτοιες επιδόσεις πολιτικού αυτοχειριασμού, που δεν νομίζω να έχουν προηγηθεί ανάλογες σε στοιχειωδώς σοβαρά κράτη. Μέσα στον Δεκέμβρη κρίνονται καθοριστικής σημασίας ζητήματα, όπως είναι ο προϋπολογισμός του 2016 και η δεύτερη παρτίδα των προαπαιτουμένων. Και σ’ αυτές τις κρίσιμες κοινοβουλευτικές συνεδριάσεις η αξιωματική αντιπολίτευση δεν θα έχει εκλεγμένο αρχηγό, δεν θα έχει κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους, δεν θα έχει ουσιαστικά πολιτικό λόγο, θα είναι τελικά ωσεί παρούσα, ανήμπορη να επηρεάσει αποφάσεις, ανίκανη ν’ ανταποκριθεί στον θεσμικό της ρόλο.
Είναι ένα φαινόμενο που δικαιολογεί απόλυτα τον χαρακτηρισμό του κωμικοτραγικού. Ενα μεγάλο παραδοσιακά κόμμα αναζητεί τον νέο του ηγέτη χωρίς έναν στοιχειώδη κοινωνικοπολιτικό διάλογο, χωρίς σοβαρούς προβληματισμούς και προγράμματα για την οικονομική ανόρθωση του τόπου, χωρίς ένα υποτυπώδες έστω όραμα, αλλά με μοναδικό κοινό σλόγκαν όλων των υποψήφιων ηγετών του τη διαβεβαίωση ότι «εγώ θα νικήσω τον Τσίπρα». Λες κι αυτό που χρειαζόμαστε είναι άλλος ένας Τσίπρας!

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

Οι ψηφοφόροι της ΝΔ που ανησυχούν για τις εξελίξεις.

Εκείνο που λογικά ανέμεναν οι φίλοι και οι ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας ήταν πως το κυριακάτικο φιάσκο της αναγκαστικής αναβολής της εκλογής του νέου αρχηγού του κόμματος θα είχε αφυπνίσει, αν μη τι άλλο, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης της συντηρητικής παράταξης. Δυστυχώς, όμως, στην αντίθετη διαπίστωση οδηγούν τα γεγονότα.
Αντί για σύμπνοια και κοινή προσπάθεια άμβλυνσης των αρνητικών εντυπώσεων, που πλήττουν πρωτίστως την αξιοπιστία και το κύρος του κόμματός τους, οι τέσσερις υποψήφιοι αρχηγοί της ΝΔ επέλεξαν όχι μόνο να συνεχίσουν τον ιδιότυπο εμφύλιό τους, αλλά τον διεύρυναν κιόλας στρέφοντας τα πυρά τους και προς άλλες κατευθύνσεις, αν και κατά τα άλλα δεν έπαψαν να διατείνονται ότι εκείνο που τους απασχολεί είναι η «επόμενη μέρα» και η διατήρηση της ενότητας, όποιο κι αν θα είναι το αποτέλεσμα.
Με διευρυμένα λοιπόν τα εσωκομματικά μέτωπα και με την ευθύνη της διοργάνωσης της εκλογικής διαδικασίας να παραμένει στα ίδια στελέχη που διαχειρίστηκαν και την αποτυχούσα παταγωδώς προχθές, εύλογη είναι η ανησυχία αν και κατά πόσο η δεύτερη προσπάθεια θ’ αποδειχθεί επιτυχέστερη της πρώτης και αν τα τραύματα που έχουν προκληθεί στον εσωκομματικό κορμό θα επουλωθούν ή όχι.
Και δεν είναι μόνο οι φίλοι και οι ψηφοφόροι της ΝΔ που ανησυχούν για τις εξελίξεις. Είναι κάθε σοβαρός και υπεύθυνος πολίτης αυτής της χώρας, που ξέρει ότι η παρουσία στην πολιτική ζωή μιας σοβαρής και υπεύθυνης αξιωματικής αντιπολίτευσης αποτελεί προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος. Αυτή την παράμετρο οφείλουν να συνεκτιμήσουν επιτέλους όσοι άμεσα ή έμμεσα εμπλέκονται στη διαδικασία εκλογής του νέου ηγέτη της συντηρητικής παράταξης και ανάλογα να συμπεριφερθούν.

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

«Δώσαμε, δώσαμε!»


«Το καθετί στην ώρα του» λέμε εμείς οι Ελληνες. Αλλά οι Αγγλοσάξονες τα έχουν καταφέρει καλύτερα. Εκεί που εμείς θέλουμε πέντε λέξεις, αυτοί τα κατάφεραν με μόνο μία. Κι αυτή είναι που καθιερώθηκε διεθνώς. Το timing. Που δυστυχώς για ακόμη μία φορά αποδεικνύεται πως ούτε το ξέρουμε ούτε έχουμε καμιά διάθεση να το μάθουμε. Στη δική μας πολιτική ζωή εκείνο που καθορίζει πρακτικές και συμπεριφορές είναι το πολιτικό όφελος. Αυτό και μόνο αυτό.
Η πρόταση του πρωθυπουργού για εθνικό διάλογο πάνω στα μεγάλα θέματα είναι αυτονόητα σωστή. Δικαιολογημένα, όμως, δεν βρίσκει ανταπόκριση. Ηρθε τραγικά καθυστερημένα και δίνοντας το δικαίωμα στους βασικούς αποδέκτες της να εκτιμούν ότι δεν αναζητεί κοινής αποδοχής λύσεις για τα προβλήματα, αλλά διόδους διαφυγής από τα δικά του αδιέξοδα.
Ο πρότερος βίος είναι παράμετρος που υποχρεωτικά συνεκτιμάται για τις όποιες πράξεις ή παραλείψεις οιουδήποτε. Και προφανώς και του πρωθυπουργού. Ποτέ ως τώρα, τόσο ως αντιπολίτευση όσο και ως κυβέρνηση, δεν επέδειξε συναινετικές διαθέσεις. Ακόμη και το περασμένο καλοκαίρι που ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι στήριξαν την κυβέρνηση προκειμένου να αποτραπεί η χρεοκοπία, ο Α. Τσίπρας αρνήθηκε να στηρίξει την προσπάθειά του για έξοδο από την κρίση στη στέρεη βάση των 230 βουλευτών και επέλεξε την προσφυγή στις κάλπες, προκειμένου να εξοντώσει πολιτικά τους άλλοτε συντρόφους του. Ακόμη και μετά τις εκλογές, την κοινή πορεία με τον Καμμένο επέλεξε.
Αλλά τώρα, λέει, θέλει διάλογο και συναίνεση. Και φυσικά όχι για την Παιδεία ή την τροποποίηση του Συντάγματος, που είναι η γαρνιτούρα, αλλά για το Ασφαλι-στικό που καίει και τσουρουφλίζει. Μόνο που εδώ το ερώτημα που μπαίνει είναι αμείλικτο: με ποιους θα γίνει ο διάλογος και πόσο θα διαρκέσει; Κάνα 20ήμερο και με συνομιλητές τους εκπροσώπους των δανειστών; Διότι το πρόβλημα εκεί είναι αυτή την ώρα. Στις απαιτήσεις του κουα-ρτέτου και στα ασφυκτικά χρονικά περι-θώρια που φαίνεται να έχει η κυβέρνηση. Και φυσικά στην ήδη κατηγορηματική απάντηση των περισσότερων αποδεκτών της πρότασης Τσίπρα. «Δώσαμε, δώσαμε!» του θυμίζουν.

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015

Η χειρότερη αντιπολίτευση της Μεταπολίτευσης.

 Η Ελλάδα των μνημονίων είναι μια χώρα που καλείται να επανακτήσει την κυριαρχία της σε μια μεταμνημονιακή εποχή. Στο καθεστώς αυτό η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, ανεξαρτήτως διαπραγματευτικών ικανοτήτων ή ανικανότητας, βρίσκεται για μια ακόμη φορά μπροστά σε τελεσίγραφα εκβιαστικού τύπου.
Το περασμένο καλοκαίρι ο εκβιασμός συνοψιζόταν στο Grexit. Τώρα, στη μη υλοποίηση της συμφωνίας, με την οποία απομακρύνθηκε, τότε, η αποπομπή της χώρας από την Ευρωζώνη. Στο πλαίσιο αυτό και με δεδομένη την εκφρασμένη θέληση της μεγάλης πλειονότητας για παραμονή στην Ευρωζώνη, η κυβέρνηση καλείται εκ των πραγμάτων να υλοποιήσει επαχθή προαπαιτούμενα της συμφωνίας με τους εταίρους- δανειστές. Προχωρά, θέλοντας και μη, σε μέτρα ασύμβατα τόσο με τις κοινωνικές αντοχές, όσο και το πολιτικό πρόγραμμά της.
Στην τρέχουσα φάση τη θέση του Grexit έχει πάρει η ανακεφαλαιοποίηση ή όχι των συστημικών τραπεζών. Η επάνοδος του τραπεζικού συστήματος σε μια κανονικότητα για την οικονομία προϋποθέτει το πρασίνισμα των «κόκκινων δανείων». Επί του ζητήματος ούτε πρακτικά ούτε θεωρητικά υπάρχει εναλλακτικός δρόμος εντός Ευρωζώνης.
Είναι προφανές, έστω κι αν δεν ομολογείται ρητά, ότι η κυβέρνηση μπροστά στο δίλημμα ανακεφαλαιοποίηση ή επάνοδος στη ζώνη του Grexit, έκανε πίσω ολοταχώς από διακηρυγμένες θέσεις της για την πρώτη κατοικία - κι όχι μόνο. Εξίσου προφανές ότι προσπάθησε να προστατεύσει, όσο περισσότερο μπορούσε, τη λαϊκή κατοικία και θα επιθυμούσε ένα καθολικό δίχτυ προστασίας. Αν και τι πέτυχε θα δείξει πολύ γρήγορα, όταν αρχίσουν να εφαρμόζονται τα συγκεκριμένα μέτρα.
Μένει να κριθεί, όπως και για τ' άλλα μέτρα, στη διαδικασία εφαρμογής και υλοποίησης της συμφωνίας με τους θεσμούς. Από τον κυβερνητικό οδικό χάρτη τους λίγους επόμενους μήνες... Αυτό ακριβώς επιδιώκει ν' αποφύγει η «ευρωπαϊκή» αντιπολίτευση. Με κάθε διαθέσιμο πολιτικό μέσο. Ετσι, εξηγούνται και τα πολιτικώς ανεξήγητα:
• να ψηφίζει μεν το μνημόνιο, αλλά να καταγγέλλει ύστερα την «ανάλγητη» κυβέρνηση για τα μέτρα που προβλέπονται...
• να τάσσεται υπέρ της ανακεφαλαιοποίησης, αλλά να στιγματίζει ως «αριστερό νεοφιλελευθερισμό» τα μέτρα για τα «κόκκινα δάνεια».
Ενώ την ίδια στιγμή ουδείς αμφιβάλλει ότι, αν η κυβέρνηση δεν συγκέντρωνε την απαραίτητη πλειοψηφία για τα τελευταία μέτρα, η χειρότερη αντιπολίτευση της Μεταπολίτευσης θα υπερψήφιζε όσα κατήγγειλε εκ του ασφαλούς.

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

Ας μην υποτιμάμε τον λαϊκισμό.

Ας μην υποτιμάμε τον λαϊκισμό. Θέλει κι αυτός την τέχνη του και επιτάσσει συνέπεια. Αν, για παράδειγμα, θέλει να φορολογήσει την ιδιωτική εκπαίδευση, να το κάνει. Αν προτιμά τη φορολογία του κρασιού, να το επιλέξει χωρίς δισταγμό. Αυτός είναι ο δρόμος που ακολουθεί ο οικονομικός λαϊκισμός και ορισμένοι θεωρούν το φαινόμενο θετικό, σχεδόν φυσιολογικό. Υποστηρίζουν ότι έτσι λειτουργεί η Δημοκρατία. Η εξουσία ασκείται από τον λαό, χάριν του λαού και υπέρ του λαού.

Ωστόσο το φαινόμενο που παρακολουθούμε το τελευταίο δίμηνο, ιδιαίτερα στον φορολογικό τομέα, είναι μισός λαϊκισμός, πρόχειρος και τελικά καταστροφικός.

Στην αρχή κάποιοι είχαν την έμπνευση να κλείσουν τα ανοικτά θέματα των διαπραγματεύσεων με μια μεγάλη κίνηση, να φορολογηθεί η ιδιωτική εκπαίδευση. Νόμιζαν ότι θα δώσουν ένα ταξικό «πρόσημο» (όπως λένε) στα βαριά φορολογικά μέτρα. Μετά κατάλαβαν ότι το μέτρο δεν πλήττει τους πλούσιους αλλά αυτούς που ήδη έχουν πληγεί. Δηλαδή και τους ψηφοφόρους τους.

Αναζητώντας ισοδύναμα, έφθασαν στη φορολογία των τυχερών παιχνιδιών, που έχουν την υψηλότερη φορολογία στην Ευρώπη, και στο κρασί. Οι αντιδράσεις οδηγούν σε δεύτερες σκέψεις και η αναζήτηση ισοδύναμων συνεχίζεται.

Ανάλογη ποιότητα αποφάσεων και σε μια απλή μορφή φορολογίας, τα τέλη στα ΙΧ. Αυτοπαγιδεύτηκαν στη διαπίστωση ότι είναι άδικο να έχουν υψηλά τέλη τα παλαιά αυτοκίνητα, τα οποία οι ιδιοκτήτες τους τα ακινητοποιούν για να μην πληρώσουν. Μετά διαπίστωσαν ότι αν μειώσουν τα τέλη στα παλιά, δεν θα έχουν τα έσοδα που αναμένουν. Τελικά μείωσαν λίγο τα τέλη στα παλιά και αύξησαν τα τέλη στα νέα αυτοκίνητα, θεωρώντας νέα όσα κυκλοφορούν μετά το 2006! Επίσης έβαλαν τέλη στα υβριδικά που εξαιρούνταν, ως κίνητρο για την προστασία του περιβάλλοντος. Νομίζουν ότι ικανοποίησαν τους ψηφοφόρους;
Απλά επιδίδονται σε ασκήσεις μισού λαϊκισμού. Εξαγγέλλουν αποφάσεις με πρόθεση να χαϊδέψουν τους ψηφοφόρους. Πριν υλοποιηθούν οι εξαγγελίες, αντιλαμβάνονται ότι είναι λάθος και στρέφονται με μεγάλη ταχύτητα στην πραγματοποίηση του επόμενου... λάθους!

Σε άλλες χώρες οι λαϊκιστές, είτε έχουν αριστερόστροφη ρητορική είτε δεξιόστροφη, εκφράζουν μεγάλες φιλοδοξίες. Στη Λατινική Αμερική ο Τσάβες και άλλοι έλεγαν ότι θα ανατρέψουν το κοινωνικό καθεστώς. Στη Μεγάλη Βρετανία ο Φάρατζ του Κόμματος Ανεξαρτησίας της Βρετανίας υπόσχεται ότι θα ανατρέψει την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Μπορούν να θεωρηθούν «σοβαροί λαϊκιστές», όσο κι αν είναι σχήμα οξύμωρο. Επιδιώκουν πάντως να αλλάξουν τον προσανατολισμό της χώρας τους, όχι την επιβολή φόρων κατανάλωσης...

Ο ορισμός του οικονομικού λαϊκισμού είναι ότι δίνονται υποσχέσεις που δεν μπορούν να τηρηθούν, καθώς δεν έχουν εξασφαλιστεί πόροι για την υλοποίησή τους. Ετσι, τα περισσότερα λαϊκιστικά καθεστώτα έχουν καταρρεύσει κάτω από ένα βουνό υπερπληθωρισμού ή μετά από εθνικές περιπέτειες..

Το ελληνικό πείραμα έχει ενδιαφέρον για έναν απόμακρο παρατηρητή, επειδή δεν έχει συναρπαστικό αφήγημα και υποκύπτει στον πειρασμό πρόχειρων εξαγγελιών, και αμέσως μετά υποχωρεί γιατί διαπιστώνει ότι η πραγματικότητα είναι σκληρή. Ισως δεν είναι καν λαϊκισμός, με την αυστηρή έννοια του όρου. Βλάπτει όμως, όχι επειδή είναι λαϊκισμός, αλλά επειδή δεν είναι σοβαρός. Η ζημιά γίνεται.

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2015

Πολιτική ανεντιμότητα


Μόλις χθες ήταν που λέγαμε για τις «μεγάλες κουβέντες» και πόσο εύκολες τις έχουν εκεί στον ΣΥΡΙΖΑ. Για τα ΜΑΤ ήταν η κουβέντα αν θυμάστε. Εκείνο το άθλιο αστυνομικό σώμα, που το μόνο που ονειρεύονταν ως αντιπολιτευόμενοι και αντιμνημονιακοί ήταν να έρθουν στην εξουσία και να το καταργήσουν και τώρα το πάνε ολοταχώς για να το αναδείξουν σε δεξί τους χέρι στη διαχείριση και τη διατήρηση της εξουσίας.
Φυσικά την ευκολία των συριζαίων να σταμπάρουν με χυδαίους ή απλώς υβριστικούς χαρακτηρισμούς τους πολιτικούς αντιπάλους την ξέραμε. Είχαν δώσει δείγματα γραφής με τα «γερμανοτσολιάδες» και άλλα παρεμφερή επίθετα με τα οποία στόλιζαν πασόκους και νεοδημοκράτες. Και μετά ήρθαν και οι δικοί τους. Οι χθεσινοί σύντροφοι και συναγωνιστές που ξαφνικά βαφτίστηκαν «προδότες της Αριστεράς», διότι δεν είχαν καταλάβει ότι στη σημερινή Ελλάδα αριστεροί είναι μόνο όσοι συμπορεύονται με τον Τσίπρα και προσαρμόζονται στις ιδεολογικοπολιτικές μεταλλάξεις του.
Και τώρα η τακτική συνεχίζεται. Σύμφωνα με «κυβερνητικές πηγές» η στάση του Σακελλαρίδη είναι «ανέντιμη». Δεν έχει καμιά σημασία που παραιτήθηκε από βουλευτής και παρέδωσε την έδρα. Ηξερε τι προϋπέθετε το μνημόνιο κι άρα έπρεπε να μείνει στη θέση του και να υπερψηφίσει τα όσα η διαπραγματευτική ανικανότητα των Τσακαλώτου-Σταθάκη και η πολιτική ενδοτικότητα του Τσίπρα φορτώνουν καθημερινά στις πλάτες του ελληνικού λαού.
Ποιοι και πόσοι θα έχουν την ίδια ή και χειρότερη τύχη με τον Σακελλαρίδη ο χρόνος θα το δείξει. Το δύσκολο -ή και αδύνατο- θα είναι να μην υπάρξει κανένας. Γιατί αν οι πλειστηριασμοί και η πρώτη κατοικία έχουν βαρύ πολιτικό κόστος, το Ασφαλιστικό, όπως το προετοιμάζει ο Κατρούγκαλος, θα έχει ασήκωτο. Και θα επιτρέπει κι ένα καταλυτικό αντεπιχείρημα στην όποια επικοινωνιακή πολιτική του μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ.
Διότι το «κατρουγκάλειο» τερατούργημα που πλασάρεται ως «ασφαλιστική μεταρρύθμιση» πότε και από ποιον είχε γνωστοποιηθεί προεκλογικά στον ελληνικό λαό ως δεσμευτική συνέπεια της μνημονιακής δέσμευσης του πρωθυπουργού ύστερα από εκείνο το 17ωρο ξενύχτι; Για να ξέρουμε τελικά και τι λέμε όταν μιλάμε για «πολιτική εντιμότητα ή ανεντιμότητα».

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

«Ενιαίο» Φτωχολόγιο

«Ενιαίο» Φτωχολόγιο
Aλλο ένα «ενιαίο» κατ' ευφημισμόν μισθολόγιο για τους δημοσίους υπαλλήλους κόβεται και ράβεται με βάση τις κατευθύνσεις ΕΕ και ΔΝΤ. Το «ενιαίο μισθολόγιο» των δημοσίων υπαλλήλων που θεσπίστηκε το 2011, με στόχο δήθεν να εξισωθούν οι αμοιβές τους, ήταν μια μεγάλη απάτη. Ποτέ το μισθολόγιο δεν υπήρξε ενιαίο, αφού με την περιβόητη «προσωπική διαφορά» διατηρήθηκαν οι ανισότητες, με αποτέλεσμα η «αριστοκρατία» των δημοσίων υπαλλήλων να έχει μισθούς κατά 500 - 700 ευρώ μεγαλύτερους από τους πληβείους.
Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ διαμορφώνει μισθολόγιο πολλών ταχυτήτων, με νέες δραστικές περικοπές μισθών, αφού επίκειται αύξηση εισφορών για το Ασφαλιστικό. Το «ενιαίο» μισθολόγιο χρησιμοποιείται εκ νέου σαν «δούρειος ίππος» για την «εξίσωση των μισθών προς τα κάτω» στο πλαίσιο των μνημονιακών δεσμεύσεων με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2016, «με βάση τους συμφωνηθέντες στόχους για τα μισθολογικά κονδύλια, σε συνάρτηση με τις δεξιότητες, τις επιδόσεις και τις αρμοδιότητες και τη θέση του προσωπικού και σε ευθυγράμμιση με τις βέλτιστες πρακτικές που επικρατούν στην ΕΕ». Στρατηγική επιδίωξη να διαμορφωθεί ένας ατομικός μισθός κατά υπάλληλο, με τη σύνδεση μισθού - αξιολόγησης και το «μπόνους» παραγωγικότητας. Ετσι, δημιουργούνται συνθήκες ζούγκλας, όπου επικρατεί το δόγμα «ο θάνατός σου, η ζωή μου». Ειδικότερα οι Eλληνες εκπαιδευτικοί ήταν και συνεχίζουν να είναι από τους χειρότερα αμειβόμενους εκπαιδευτικούς της ΕΕ. Δουλεύουν για έναν γλίσχρο μισθό που ισοδυναμεί μόλις με το 19% του συναδέλφου τους στo Λουξεμβούργο ή το 53% στην Κύπρο και το 58% του μέσου όρου των χωρών της Ευρώπης (στοιχεία ΚΕΜΕΤΕ/ΟΛΜΕ).
Και μάλιστα όσο πιο αντίξοες είναι οι οικονομικές συνθήκες, τόσο πιο δύσκολο και επίπονο γίνεται και το εκπαιδευτικό έργο. Με μαθητές που υποσιτίζονται και λιποθυμούν σε σχολεία που δεν μπορούν να καλύψουν στοιχειώδεις ανάγκες αυξάνεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς ο μαθητικός πληθυσμός που παραιτείται και αδυνατεί να παρακολουθήσει ουσιαστικά την εκπαιδευτική διαδικασία. Με τις καταργήσεις σχολείων και τμημάτων και τη «σαρδελοποίηση» των μαθητών σε πολυπληθή τμήματα επιδεινώνονται οι συνθήκες άσκησης του εκπαιδευτικού έργου και ανοίγουν οι δρόμοι της απο-μόρφωσης και της εγκατάλειψης του δημόσιου σχολείου. Αυτή η πολιτική των περικοπών των μισθών σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα και της φορολογικής αφαίμαξης είναι η αιχμή του δόρατος για τη βίαιη αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου υπέρ του κεφαλαίου. Η κυβερνητική πολιτική που χαράσσουν «οι θεσμοί» οδηγεί στην «κινεζοποίηση» της οικονομίας, για να διαμορφωθούν ευνοϊκές συνθήκες κερδοφορίας του κεφαλαίου.