Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013
Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013
Φάγαμε τα μούτρα μας για μία ακόμη φορά με την πολιτική διαπραγμάτευση και φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση.
Έτσι, λοιπόν, φάγαμε τα μούτρα μας για μία ακόμη φορά με την πολιτική διαπραγμάτευση και φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση, με την τρόικα να έχει επιστρέψει και η μοναδική διαπραγμάτευση που μπορούμε να κάνουμε πλέον είναι τεχνική. Το τεχνικό ζητούμενο, λοιπόν, έτσι όπως το διατυπώνει η «αρμόδια υπηρεσία», είναι το εξής: «Κύριοι, εμείς μπορούμε πλέον μόνο να αναχρηματοδοτούμε και να διευθετήσουμε το υφιστάμενο δημόσιο χρέος σας. Νέο χρέος, όμως, δεν μπορείτε να δημιουργήσετε. Θα πρέπει τα έσοδά σας να είναι εσαεί μεγαλύτερα από τα έξοδά σας, χωρίς τις δαπάνες εξυπηρέτησης παλαιών χρεών, τις οποίες, μην ανησυχείτε, θα τις τακτοποιήσουμε εμείς. Αυτό εννοούμε όταν λέμε ότι θέλουμε “βιώσιμο” πρωτογενές πλεόνασμα». Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αυτός ο στόχος επιτυγχάνεται με τον προϋπολογισμό που τους παρουσιάσαμε και η τρόικα διαφωνεί. Αυτό που είναι βέβαιο, όμως, είναι ότι τους δώσαμε πάτημα να μη μας πιστεύουν: τους λέμε, για παράδειγμα, ότι το Δημόσιο συρρικνώθηκε κατά 2.000 υπαλλήλους με το κλείσιμο της ΕΡΤ, έστω και αν οι υπάλληλοι αυτοί επαναπροσλήφθηκαν στη Δ.Τ. Και απαιτούμε να μην προσμετρήσουν τις επαναπροσλήψεις. Τους λέμε επίσης ότι ενώ οι αμυντικές μας βιομηχανίες μπαίνουν εδώ και 20 χρόνια μέσα, ξαφνικά θα γίνουν κερδοφόρες. Και ότι με κάτι καινούργια προγράμματα στους υπολογιστές των ασφαλιστικών Ταμείων θα ξεφυτρώσουν 500 εκατ. ευρώ. Τα προγράμματα αυτά, υποθέτω, είναι τόσο αξιόπιστα όσο το «Εργάνη» του κ. Βρούτση, σύμφωνα με το οποίο κάθε μήνα οι προσλήψεις στην Ελλάδα είναι περισσότερες από τις απολύσεις και η αύξηση της ανεργίας μια οφθαλμαπάτη.
Στο μεταξύ, οι βουλευτές αντιδρούν σε κάθε μέτρο που προτείνει ο κ. Στουρνάρας, ώστε να φέρουμε το σκάφος «ίσα βάρκα ίσα νερά» και οι σχολιαστές των οκτώ, μαζί με την αντιπολίτευση, έχουν ανέβει στα κάγκελα, προσκαλώντας σε γενική εξέγερση. Τις εναλλακτικές τους προτάσεις όμως για το πώς δεν θα μπαίνει μέσα ο προϋπολογισμός να μην μπαίνει μέσα χωρίς τις δαπάνες εξυπηρέτησης χρέους), δεν έχουν την καλοσύνη να μας τις αναπτύξουν. Ούτε να μας πουν ποιος θα μας δώσει τα λεφτά να χρηματοδοτήσουμε τα νέα ελλείμματά μας. Το μόνο ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι το εξής: το κάνουν επίτηδες για να διαλύσουν τη χώρα ή είναι τόσο ολιγόνοες, ώστε να μην γνωρίζουν πως τα λεφτά δεν φυτρώνουν πια στη γη;
Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013
Εξάντλησε σε αυτή την προσπάθεια όλα της τα όπλα.
Εξάντλησε σε αυτή την προσπάθεια όλα της τα όπλα. Πρόβαλε ότι κάλυψε τις υπόχρεώσεις στίβοντας την ελληνική κοινωνία διακήρυξε το πρωτογενές πλεόνασμα -που αντιμετωπίστηκε με μειδιάματα από τους δανειστές- επέσεισε τον κίνδυνο πολιτικής αποσταθεροποίησης και εν τέλει “απείλησε” ακόμη και με πρόωρες εκλογές για να παραδώσει την σκυτάλη στον Τσίπρα. Αλλά φευ(!) οι άκαρδοι εταίροι δεν εκάμφθησαν. Τη μεγαλύτερη απόσταση που χώριζε τις δύο πλευρές την κάλυψε με υποχωρήσεις η ελληνική κυβέρνηση η οποία τρεις εβδομάδες τώρα τηρεί αιδήμονα σιωπή -ναι για να μην αποκαλύψει την μεγαλοφυή διαπραγματευτική της τακτική. Το μόνο που πήρε από την Τρόικα είναι την ευχέρεια να “πουλάει” στο εσωτερικό της χώρας ότι τα μέτρα που ήδη έχει προτείνει με τα e-mail στην Τρόικα προκειμένου να την πείσει να επανέλθει δεν θα είναι οριζόντια, θα είναι “στοχευμένα”, κάθετα και διαγώνια.
Όπως κι αν τα βαπτίσει η ελληνική κυβέρνηση -η ελληνική γλώσσα είναι πλούσια - τα μέτρα θα βαρύνουν περαιτέρω τους οικογενειακούς προυπολογισμούς των κατώτερων και των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Ακόμη χειρότερο όμως είναι ότι θα επιβαρύνουν κι άλλο την οικονομία. Στις προβλέψεις κυβέρνησης και Τρόικας δεν υπάρχει κανένα αναπτυξιακό μέτρο. Αντίθετα κινούνται στην γνωστή αντιαναπτυξιακή κατεύθυνση όπως γίνεται εδώ και τέσσερα χρόνια, σκούπισμα της αγοράς, περιορισμός της κατανάλωσης, παράταση της έλλειψης ρευστότητας, πράγματα που συνεπάγονται κι άλλη χρονιά ύφεσης και αύξηση της ανεργίας. Η κυβέρνηση έχει εναποθέσει τις ελπίδες της για ανάκαμψη στον αυτόματο πιλότο των αγορών και στους επενδυτές που όλο έρχονται και ποτέ δεν φθάνουν, άλλοτε είναι οι άραβες του Κατάρ, άλλοτε οι κινέζοι, μετά οι ρώσοι και οψίμως οι αμερικανοί και οι ισραηλινοί. Τα οφέλη από όλους αυτούς είναι αμφίβολο αν καλύπτει το κόστος των ταξειδιών του πρωθυπουργού για να τους δελεάσει.
Όπως κι αν τα βαπτίσει η ελληνική κυβέρνηση -η ελληνική γλώσσα είναι πλούσια - τα μέτρα θα βαρύνουν περαιτέρω τους οικογενειακούς προυπολογισμούς των κατώτερων και των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Ακόμη χειρότερο όμως είναι ότι θα επιβαρύνουν κι άλλο την οικονομία. Στις προβλέψεις κυβέρνησης και Τρόικας δεν υπάρχει κανένα αναπτυξιακό μέτρο. Αντίθετα κινούνται στην γνωστή αντιαναπτυξιακή κατεύθυνση όπως γίνεται εδώ και τέσσερα χρόνια, σκούπισμα της αγοράς, περιορισμός της κατανάλωσης, παράταση της έλλειψης ρευστότητας, πράγματα που συνεπάγονται κι άλλη χρονιά ύφεσης και αύξηση της ανεργίας. Η κυβέρνηση έχει εναποθέσει τις ελπίδες της για ανάκαμψη στον αυτόματο πιλότο των αγορών και στους επενδυτές που όλο έρχονται και ποτέ δεν φθάνουν, άλλοτε είναι οι άραβες του Κατάρ, άλλοτε οι κινέζοι, μετά οι ρώσοι και οψίμως οι αμερικανοί και οι ισραηλινοί. Τα οφέλη από όλους αυτούς είναι αμφίβολο αν καλύπτει το κόστος των ταξειδιών του πρωθυπουργού για να τους δελεάσει.
Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013
Ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή αποτελεί το υπέρτατο αγαθό .
Η ομόθυμη και απόλυτη καταδίκη του αποτρόπαιου εγκλήματος από σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο, όσο και αν θεωρείται αυτονόητη πράξη, στην παρούσα συγκυρία της κοινωνικής έντασης, που προκαλεί η δεινή οικονομική κρίση, αποτελεί την καλύτερη απάντηση στις δυνάμεις του μηδενισμού και του χάους. Και ίσως είναι μια από τις σπάνιες φορές που η ενότητα των πολιτικών δυνάμεων διερμηνεύει απόλυτα τα αισθήματα της συντριπτικής πλειονότητας της ελληνικής κοινωνίας.
Μπορεί να βρεθεί εχέφρων άνθρωπος σε αυτή τη χώρα που να μην νοιώθει συντριβή από τη δολοφονική επίθεση κατά τριών ανυπεράσπιστων παιδιών, όσο και αν διαφωνεί πολιτικά με τους δρόμους στους οποίους κινούνταν και με τις ιδεολογικές προσεγγίσεις που ακολουθούσαν.
Στις ευνομούμενες κοινωνίες ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή αποτελεί το υπέρτατο αγαθό και, χωρίς αμφιβολία, ό,τι θέτει σε διακινδύνευση αυτό το αγαθό συνιστά μείζονα απειλή για ολόκληρη την κοινωνία, η οποία, σε διαφορετική περίπτωση, μετατρέπεται σε ζούγκλα, όπου, ως γνωστόν, εκείνο που επικρατεί είναι η δύναμη του ισχυρότερου.
Στη προκείμενη περίπτωση ως δύναμη του ισχυρότερου προβάλει η θρασυδειλία του σκοτεινού οπλοφόρου, ο οποίος έστρεψε το «κουμπούρι» του και πυροβόλησε πισώπλατα τα ανυποψίαστα νεαρά άτομα που βρισκόταν έξω από τα γραφεία της Χρυσής Αυγής.
Ο πραγματικός στόχος, όμως, του συγκεκριμένου δολοφόνου και όποιων άλλων επιλέγουν τέτοιες μεθόδους, ήταν, αναμφισβήτητα, η δεινοπαθούσα ελληνική κοινωνία, η οποία στα τόσα προβλήματα που την ταλανίζουν, είναι βέβαιο ότι δεν έχει τη διάθεση να προσθέσει και ένα ακόμη μεγαλύτερο, όπως είναι οι επαπειλούμενες ακραίες εμφύλιες διαμάχες και οι δολοφονικές συγκρούσεις στους δρόμους και τις πλατείες των ελληνικών πόλεων.
Γι΄ αυτό και είναι επιτακτικότερη από κάθε άλλη φορά η ανάγκη να συλληφθούν και να προσαχθούν στη Δικαιοσύνη οι δράστες των δολοφονιών που με τις τρομοκρατικές πράξεις τους ενισχύουν, αντί να πλήττουν, το φαινόμενο του φασισμού, όπως, εξάλλου, κατέδειξε η εκμετάλλευση του αίματος που έσπευσαν να κάνουν τα στελέχη της Χρυσής Αυγής με τις εμπρηστικές φραστικές επιθέσεις τους, όχι κατά των τρομοκρατών που θα ήταν απολύτως δικαιολογημένες, αλλά κατά της κυβέρνησης, του πολιτικού κόσμου και των μέσων ενημέρωσης.
Στο τέλος – τέλος, ο φασισμός είναι ένας και αδιαίρετος. Και δεν μπορεί να διακριθεί από το χρώμα που κάθε φορά φοράει. Όπως μία και μοναδική είναι και η βία, όποιον –ακροαριστερό ή ακροδεξιό- μανδύα και αν, κατά περίπτωση, ενδύεται.
Μπορεί να βρεθεί εχέφρων άνθρωπος σε αυτή τη χώρα που να μην νοιώθει συντριβή από τη δολοφονική επίθεση κατά τριών ανυπεράσπιστων παιδιών, όσο και αν διαφωνεί πολιτικά με τους δρόμους στους οποίους κινούνταν και με τις ιδεολογικές προσεγγίσεις που ακολουθούσαν.
Στις ευνομούμενες κοινωνίες ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή αποτελεί το υπέρτατο αγαθό και, χωρίς αμφιβολία, ό,τι θέτει σε διακινδύνευση αυτό το αγαθό συνιστά μείζονα απειλή για ολόκληρη την κοινωνία, η οποία, σε διαφορετική περίπτωση, μετατρέπεται σε ζούγκλα, όπου, ως γνωστόν, εκείνο που επικρατεί είναι η δύναμη του ισχυρότερου.
Στη προκείμενη περίπτωση ως δύναμη του ισχυρότερου προβάλει η θρασυδειλία του σκοτεινού οπλοφόρου, ο οποίος έστρεψε το «κουμπούρι» του και πυροβόλησε πισώπλατα τα ανυποψίαστα νεαρά άτομα που βρισκόταν έξω από τα γραφεία της Χρυσής Αυγής.
Ο πραγματικός στόχος, όμως, του συγκεκριμένου δολοφόνου και όποιων άλλων επιλέγουν τέτοιες μεθόδους, ήταν, αναμφισβήτητα, η δεινοπαθούσα ελληνική κοινωνία, η οποία στα τόσα προβλήματα που την ταλανίζουν, είναι βέβαιο ότι δεν έχει τη διάθεση να προσθέσει και ένα ακόμη μεγαλύτερο, όπως είναι οι επαπειλούμενες ακραίες εμφύλιες διαμάχες και οι δολοφονικές συγκρούσεις στους δρόμους και τις πλατείες των ελληνικών πόλεων.
Γι΄ αυτό και είναι επιτακτικότερη από κάθε άλλη φορά η ανάγκη να συλληφθούν και να προσαχθούν στη Δικαιοσύνη οι δράστες των δολοφονιών που με τις τρομοκρατικές πράξεις τους ενισχύουν, αντί να πλήττουν, το φαινόμενο του φασισμού, όπως, εξάλλου, κατέδειξε η εκμετάλλευση του αίματος που έσπευσαν να κάνουν τα στελέχη της Χρυσής Αυγής με τις εμπρηστικές φραστικές επιθέσεις τους, όχι κατά των τρομοκρατών που θα ήταν απολύτως δικαιολογημένες, αλλά κατά της κυβέρνησης, του πολιτικού κόσμου και των μέσων ενημέρωσης.
Στο τέλος – τέλος, ο φασισμός είναι ένας και αδιαίρετος. Και δεν μπορεί να διακριθεί από το χρώμα που κάθε φορά φοράει. Όπως μία και μοναδική είναι και η βία, όποιον –ακροαριστερό ή ακροδεξιό- μανδύα και αν, κατά περίπτωση, ενδύεται.
Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013
Πάνε από το κακό στο χειρότερο.
Οταν μια χώρα ζει επί τριάμισι χρόνια υπό καθεστώς οικονομικής επιτήρησης και η κυβέρνηση έχει υποβάλει τους πολίτες σε εξουθενωτική λιτότητα, το πρώτο που θ΄ ανέμενε κανείς να έχει εξασφαλιστεί είναι ο περιορισμός της σπατάλης και η αποτροπή της διασπάθισης δημοσίου χρήματος. Και είναι απαράδεκτο ότι στον ΕΟΠΥΥ αδυνατούν δυστυχώς να το επιτύχουν, αν και το μόνο που χρειάζεται να κάνουν οι διοικούντες είναι να ελέγχουν τις δαπάνες. Προφανώς ούτε και γι΄ αυτό δεν είναι ικανοί.
Υποτίθεται ότι ο αυστηρός έλεγχος των δαπανών στον τομέα της Υγείας είναι από τα πρώτα μέτρα που υιοθετήθηκαν μετά την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου. Αλλωστε, ήταν κοινό μυστικό πού έπασχε το σύστημα. Ούτε ιδιαίτερες μελέτες χρειάζονταν ούτε επαναστατικές μεταρρυθμίσεις. Ενας στοιχειώδης έλεγχος σε κάποιους προβληματικούς τομείς και τίποτα περισσότερο.
Αλλά φτάσαμε στο 2013, τα οικονομικά του ΕΟΠΥΥ πάνε από το κακό στο χειρότερο, η χρηματοδότηση του συστήματος συνεχώς περιορίζεται, αλλά η ανυπαρξία αποτελεσματικού ελεγκτικού μηχανισμού συνεχίζεται. Οι νοσηλείες ασφαλισμένων στο εξωτερικό είναι ουσιαστικά ανεξέλεγκτες, ακόμη και για περιπτώσεις που μπορούν ν΄ αντιμετωπιστούν και στην Ελλάδα.
Και ταυτόχρονα ίδια και χειρότερη είναι η κατάσταση στη χορήγηση των αναπηρικών αμαξιδίων και βοηθημάτων, όπου οι έρευνες που έγιναν κατέληξαν στη διαπίστωση ότι ο έλεγχος είναι ανύπαρκτος και ένας περιορισμένος αριθμός γιατρών είναι σε θέση να δρα χωρίς να υπόκειται στην εποπτεία κάποιας αρμόδιας γι΄ αυτό υπηρεσίας.
Προφανώς κάποια μέτρα θα ληφθούν και ας ελπίσουμε ότι θ΄ αποδειχθούν αποτελεσματικά. Μόνο που το ερώτημα θα παραμένει και θα περιμένει απάντηση: θα βρεθεί κάποτε δημόσιος τομέας για τον οποίο θα διαπιστωθεί ότι λειτουργεί υποδειγματικά;
Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013
Θα αντέξει μέχρι τότε η κοινωνία.
ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ στη διάρκεια των τριάμισι ετών του μνημονίου ακούσαμε τους εκάστοτε κυβερνώντες να διακηρύσσουν ότι θα αντισταθούν στις πιέσεις των δανειστών; Πόσες φορές μας πήραν τα δάκρυα από το δράμα βουλευτών που αναγκάζονταν να ψηφίσουν επαχθή μέτρα, διαβεβαιώνοντας ότι είναι τα τελευταία; Είναι τόσες οι φορές, όσες και οι πληγές που μετρά η καθημαγμένη ελληνική κοινωνία.
Ας είμαστε λοιπόν ειλικρινείς. Ουδείς περιμένει ότι η παρούσα κυβέρνηση θα πράξει εκείνο που δεν τόλμησαν -όταν μάλιστα μπορούσαν...- οι προηγούμενες. Να συγκρουσθεί δηλαδή μέχρι τελικής ρήξης με την τρόικα, αναλαμβάνοντας την ευθύνη και για τα επίχειρα.
Εκείνο που στην πραγματικότητα επιδιώκει ο πρωθυπουργός είναι να κερδίσει χρόνο, μεταθέτοντας την απαίτηση των δανειστών για πρόσθετες περικοπές μετά την επίλυση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Κι αυτό γιατί, αν το νέο «κούρεμα» προηγηθεί των αποφάσεων για το δημοσιονομικό κενό του 2014, τότε πιθανότατα δεν θα χρειασθούν νέα μέτρα, τουλάχιστον σε εκτεταμένη μορφή.
Ομως, ο Απρίλιος, οπότε και θα ληφθούν οι οριστικές αποφάσεις για το χρέος, είναι ακόμη πολύ μακριά. Θα αντέξει μέχρι τότε η κοινωνία - και η κυβέρνηση;
Ας είμαστε λοιπόν ειλικρινείς. Ουδείς περιμένει ότι η παρούσα κυβέρνηση θα πράξει εκείνο που δεν τόλμησαν -όταν μάλιστα μπορούσαν...- οι προηγούμενες. Να συγκρουσθεί δηλαδή μέχρι τελικής ρήξης με την τρόικα, αναλαμβάνοντας την ευθύνη και για τα επίχειρα.
Εκείνο που στην πραγματικότητα επιδιώκει ο πρωθυπουργός είναι να κερδίσει χρόνο, μεταθέτοντας την απαίτηση των δανειστών για πρόσθετες περικοπές μετά την επίλυση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Κι αυτό γιατί, αν το νέο «κούρεμα» προηγηθεί των αποφάσεων για το δημοσιονομικό κενό του 2014, τότε πιθανότατα δεν θα χρειασθούν νέα μέτρα, τουλάχιστον σε εκτεταμένη μορφή.
Ομως, ο Απρίλιος, οπότε και θα ληφθούν οι οριστικές αποφάσεις για το χρέος, είναι ακόμη πολύ μακριά. Θα αντέξει μέχρι τότε η κοινωνία - και η κυβέρνηση;
Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013
Δεν περνάμε τις πιο ευτυχισμένες μέρες ως χώρα και ως πολίτες .
Δεν περνάμε τις πιο ευτυχισμένες μέρες ως χώρα και ως πολίτες αυτή την περίοδο. Παρόλο που υπάρχουν αριθμητικές, αλλά και αντικειμενικές, ενδείξεις ότι έχουν γίνει κάποια βήματα βελτίωσης στα μακροοικονομικά, οι κλυδωνισμοί που απειλούν τη σταθερότητα της κυβέρνησης και ταυτόχρονα την πορεία προς την ανάκαμψη, είναι αισθητοί. Περίεργο, αλλά και κακό, γιατί στα ευρωπαϊκά κέντρα αποφάσεων επικρατεί η πεποίθηση ότι η Ευρώπη στο σύνολό της βγαίνει από την κρίση. Που σημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να μην παρακολουθεί τις τάσεις της οικονομίας στο διεθνές περιβάλλον, άρα η ιδιαιτερότητα των προβλημάτων της καθίσταται αυταπόδεικτη. Και αυτό σαν δεδομένο εξασθενεί πολιτικά και οικονομικά τη διαπραγματευτική επιχειρηματολογία της απέναντι στους δανειστές της.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κλυδωνισμοί οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην πίεση που αισθάνονται οι πολίτες γενικά λόγω της παρατεταμένης κακής οικονομικής κατάστασης. Ειδικά στη σημερινή συγκυρία, την αισθάνονται πάρα πολύ έντονα τα μεσοαστικά στρώματα που στήριζαν το σύστημα και τώρα διαπιστώνουν ότι απειλείται πλέον πολύ σοβαρά το βιοτικό τους επίπεδο καθώς επιβαρύνονται υπέρμετρα από υποχρεώσεις και φόρους. Αυτή η τάξη των πολιτών εκπέμπει τώρα τη δυσφορία της με όλους τους δυνατούς τρόπους και τα μηνύματά της κατακλύζουν τους αιθέρες. Αλλά οι κλυδωνισμοί οφείλονται επίσης στους άστοχους χειρισμούς της κυβέρνησης τις τελευταίες εβδομάδες.
Είτε γιατί οι κακές διαθέσεις των μεσοαστικών στρωμάτων την πανικόβαλαν, είτε γιατί βλέπει μπροστά της αδιέξοδα, είτε επειδή για λόγους έλλειψης βούλησης και ικανότητας αδυνατεί να προωθήσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στον δημόσιο τομέα, είτε τέλος, γιατί εξαιτίας λανθασμένων εκτιμήσεων, η Αθήνα προκάλεσε ένα κλίμα έντασης με την τρόικα που ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στην πολιτική διαπραγμάτευση με τους δανειστές, όπως επιθυμούσε. Τουλάχιστον όχι τώρα, κάτι που λογικά θα έπρεπε να είχαν προβλέψει αυτοί που εισηγούνται και οι άλλοι που παίρνουν τις αποφάσεις στο κυβερνητικό επιτελείο.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)